Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Ο Juan Villoro στο 9ο Festival LEA

Γνωρίζετε τον Χουάν Βιγιόρο;
Ο Juan Villoro (γενν. το 1956) είναι διακεκριμένος και πολύ πρωτότυπος μεξικανός πεζογράφος, δημοσιογράφος και στοχαστής, με ένα πλήθος ενδιαφερόντων και ενασχολήσεων, από το ποδόσφαιρο μέχρι το ροκ και την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Βρίσκεται στη χώρα μας με αφορμή την έκδοση δύο βιβλίων του –μιας συλλογής διηγημάτων και ενός μυθιστορήματος– προσκεκλημένος του Φεστιβάλ ΛΕΑ.
Θα έχετε την ευκαιρία να τον δείτε και να τον ακούσετε πίνοντας τον καφέ σας στο Books Plus, στις 13/6 στις 12.00 (Φεστιβάλ ΛΕΑ 2017), όπου θα συνομιλήσει ενώπιον του κοινού με τον κολομβιανό συγγραφέα Αμπάντ Φασιολίνσε και τη μεταφράστρια Ντιάνα Μπόμπολου.
Θα έχετε επίσης την ευκαιρία να τον (ξανα)δείτε και να τον (ξαν)ακούσετε στη Στοά του Βιβλίου, στις 14/6 στις 20.30 (Φεστιβάλ ΛΕΑ 2017), όπου θα συνομιλήσει με τον μεταφραστή Νίκο Πρατσίνη για τα βιβλία του που εκδόθηκαν στα ελληνικά, για τη λογοτεχνική δημιουργία, για τον ψηφιακό κόσμο και αρνητικά του.
Στο μεταξύ, και μέχρι να αγοράσετε τα βιβλία του, μπορείτε να πάρετε μια  «πρόγευση» της γραφής του από το διήγημά του που ακολουθεί. Ένα διήγημα που βοηθά να καταλάβουμε πόσο κοντά μας, κατά βάθος, βρίσκεται το μακρινό Μεξικό. Όμως, μη σας παρασύρει ο τίτλος του: αν όντως επιθυμείτε να δείτε και να ακούσετε τον Χουάν Βιγιόρο στις 13/6 ή/και στις 14/6, καλείστε να μην έρθετε καθυστερημένοι.




Καλείστε να έρθετε καθυστερημένοι
του Juan Villoro
Έχω την εντύπωση ότι οι Μεξικάνοι δυσκολευόμαστε να φτάσουμε όχι μόνο στη δημοκρατία αλλά και παντού. Πώς να κάνουμε δική μας μια περίπλοκη φάση της ιστορίας αφού μόνον ως εκ θαύματος καταφθάνουμε όπου μας προσκαλούν; Κάθε δεύτερη Παρασκευή, με την πληρωμή, το σπίτι του καλύτερού μας φίλου μετατρέπεται στον Πύργο του Κάφκα, ένα συνεχώς μετατιθέμενο στόχο λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης και της πατροπαράδοτης συνήθειας να ανακαλύπτουμε δουλειές υψίστης σημασίας όταν αλλού μας περιμένουν.
Αν ήταν όλοι εξίσου ασυνεπείς, η μάζωξη θα ξεκινούσε στις έντεκα, εντούτοις, καθώς ποτέ δε λείπουν οι  ψυχαναγκαστικοί που πήγαιναν στη Γερμανική Σχολή ή στις Καλόγριες, όλο και κάποιος θα βρεθεί να χτυπήσει το κουδούνι στις εννέα.
«Δεν έχει έρθει κανείς ακόμα; Κρίμα! Μου είχαν πει “στις εννέα” και έφυγα από το Σατέλιτε στις εφτά!».
Ο πρώτος συνδαιτυμόνας σχεδιάζει την επίσκεψη σαν να είναι εκστρατεία και είναι αυτός που φέρνει τα καλύτερα ποτά. Η συνέπειά του και τα δώρα του έχουν κάτι το προσβλητικό: η γυναίκα σου δεν έχει ακόμα βγάλει την πράσινη μάσκα ομορφιάς και τα κρασιά σου είναι χειρότερα. Όπως και να έχει, προσποιείσαι ότι είναι θαυμάσιο που τον έχεις στο σπίτι πριν ετοιμαστούν τα ορεκτικά.
Ο παρείσακτος (χρειάζονται μία ώρα και δύο ποτά για να νομιμοποιηθεί ως καλεσμένος) έχει πέσει στην παγίδα που ενδόμυχα λαχταρούσε και που θα του επιτρέψει να φαντάζεται διάφορα σχετικά με την καθυστέρηση των υπολοίπων και τις ανεξιχνίαστες προσωπικότητές τους, που τους κάνουν τόσο αξιαγάπητους και τους εμποδίζουν να έρχονται στην ώρα τους. Επί μία ώρα ο «πρώτος» ή η «πρώτη» (σπάνια οι ανυπόμονοι φθάνουν δυο-δυο) υποβάλλεται σε αυτό που ο φίλος μου ο Χάιμε αποκαλεί «το δείπνο του χιμπαντζή». Ενόσω η οικοδέσποινα βγάζει τη μάσκα στο μπάνιο, ο οικοδεσπότης περιποιείται δεόντως τον φιλοξενούμενο, δηλαδή του προσφέρει μια γαβάθα με καρύδια κουκούι και φιστίκια (δεν υπάρχει πια χρόνος για τις σταφίδες τυλιγμένες με χαμόν που σκεφτόσουν να σερβίρεις). Στη συνέχεια, ο καλεσμένος που βιάστηκε να ’ρθει δείχνει κατανόηση για την καθυστέρηση των Χιμένεθ, που μένουν λίγο παρακάτω («πού να ’βλεπες τι κίνηση είχε στο Σατέλιτε») και, από φιστίκι σε φιστίκι, πετάει ερωτήσεις που σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι σπέρνουν ζιζάνια, αλλά στην προκειμένη υπαγορεύονται από το δικαιολογημένο μπούχτισμά του εν αναμονή των υπολοίπων: «Έχεις προσέξει πόσο πίνει ο Τσάτσο;», «Είναι αλήθεια ότι η Λουκρέσια έκανε πλαστική στήθους;»
         Κι όταν ο Τσάτσο φτάνει στη μάζωξη και ζητά ένα «ουισκάκι», όλοι τον αντιμετωπίζουμε σαν να είναι αμετανόητος μεθύστακας, ενώ ο οικοδεσπότης υποδέχεται τη Λουκρέσια με την αβρότητα που επιδεικνύει κάποιος που σε βοηθά να βγάλεις ένα παλτό από βιζόν (τα χέρια στους ώμους, το βλέμμα προσηλωμένο στα κουμπιά), με τη διαφορά πως εκείνη δεν φορά παλτό, αλλά ένα φόρεμα με ντεκολτέ που της πηγαίνει το ίδιο καλά όπως πάντα, τώρα όμως φαντάζει ύποπτο. Μέχρι στιγμής, ο πρώτος καλεσμένος έχει ήδη φάει μισό κιλό καρύδια και το μόνο που θέλει είναι να επιστρέψει στο μακρινό Σατέλιτε, μπας και η διαδρομή τον βοηθήσει να χωνέψει  το δείπνο του πιθηκάνθρωπου. 
Αλλά ο Χούλιο δεν έχει φτάσει. Μια ζωή τα ίδια. Έχει κάνει τρεις γάμους χωρίς κανείς να του έχει επιβάλει να είναι συνεπής. Η ομιχλώδης εργασία του ως σύμβουλος του Υφυπουργού Ζαντών και Μπουλονιών τού χρησιμεύει για να φτάνει αργά παντού: «Δεν μπορώ να φύγω όσο είναι αναμμένο το φως του γραφείου του». Απ’ αυτόν τον απροσδιόριστο φάρο εξαρτάται ο ερχομός του κοντά μας. Όταν επιτέλους χτυπάει το κουδούνι, εκεί γύρω στις έντεκα, η τρίτη σύζυγός του ακτινοβολεί από ομορφιά και αυτός… σκέτη φρεσκαδούρα. Αντίθετα, ο εναρκτήριος καλεσμένος είναι στο πέμπτο ποτό (πράγμα που υποδηλώνει ότι το σχόλιό του για τον Τσάτσο ήταν μια εξομολόγηση) και όλοι υποφέρουμε από στομαχικές διαταραχές ποικίλου διαμετρήματος. Τελικά, φθάνει η μεγάλη στιγμή και η οικοδέσποινα ρωτάει: «Να περάσουμε στο τραπέζι;» Καθώς σηκώνεσαι όρθιος, ανακαλύπτεις ότι αυτό το μεσκάλ ήταν πολύ βαρύ.
Ο Χούλιο δεν έχει τελειώσει τις χαιρετούρες όταν ήδη βρίσκεται στην κεφαλή του τραπεζιού, μη κρύβοντας ότι πεινάει σαν λύκος· είναι ο μοναδικός που τρώει δύο φορές από το παχύρρευστο πιπιάν το οποίο, για μεταφυσικούς λόγους, θεωρείται σωστό να σερβίρεται τα μεσάνυχτα. Καθώς αγνοεί τις ζοφερές εικασίες που είχαν γίνει κατά την απουσία του, μιλά για τρία θέματα ταυτόχρονα, αιφνιδιάζει με τις αναπάντεχες προπόσεις του και απευθύνει ερωτικά κομπλιμέντα στη σύζυγό του, η οποία βρίσκεται στην άλλη άκρη του τραπεζιού.     
Σύμφωνα με την σειρά άφιξης το δείπνο προσφέρει ένα παράδειγμα της εξέλιξης των ειδών: από τα μουγκρητά του ανθρωποειδούς μέχρι την ευφράδεια του φαλακρού. Ο Χούλιο έχει τέτοιο κέφι για όλα, που αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε για τους λόγους της ευδαιμονίας του. Η χώρα πηγαίνει κατά διαόλου, στους δρόμους κυριαρχούν οι συμμορίες, η φαλάκρα τον κάνει πιο γέρο, ένα από τα παιδιά του έχει λαγώχειλο και αυτός σερβίρεται λίγο ακόμα από το πιπιάν! Μήπως παίρνει κόκα; Όχι, κόβει την όρεξη. Μήπως τον διεγείρει η πολιτική; Με τίποτα. Είναι ένας άθλιος παρατρεχάμενος ενός αξιολησμόνητου τεχνοκράτη. Μήπως οι αλλαγές συζύγου τού χαρίζουν μιαν άγρια ενεργητικότητα; Το αντίθετο, πληρώνει για πέντε ιδιωτικά, για δύο διατροφές και για ένα πανεπιστημιακό πτυχίο (η τρίτη του σύζυγος σπουδάζει κάτι πανάκριβο υπό τον τίτλο «Ανωτάτη  Φιλοσοφία»). Ο κοινωνικός θρίαμβος του τελευταίου καλεσμένου οφείλεται σε άλλη αιτία. Ο Χούλιο είναι ευτυχής, λες και έχει μετοικήσει στο σώμα του μια ψυχή με καλύτερο πεπρωμένο, επειδή φρόντισε να φτάσει αργά.
Ζούμε σε μια χώρα όπου ό,τι αξίζει τον κόπο αναβάλλεται. Ενόσω δεν αποτελούμε παγκόσμια δύναμη, πρέπει να ρυθμίζουμε την ατζέντα μας με χρονοκαθυστέρηση. Την επόμενη φορά που θα σε καλέσουν σε δείπνο, μη φτάσεις πριν τις έντεκα.

(Από τη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα με τον τίτλο  «Υπάρχει ζωή στη Γη;», πρώτη έκδοση 2012, εκδ. Almadía, Πόλη του Μεξικού, 2016)

Η μετάφραση του διηγήματος εκπονήθηκε συλλογικά στα πλαίσια  σεμιναρίου του Κέντρου Γλωσσών και πολιτισμών της Ιβηρικής και της Λ. Αμερικής ABANICO με τη συμμετοχή των:

Ανθούλας Βασιλείου, Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου, Ασπασίας Καμπύλη, Εύης Κύρλεση, Eduardo Lucena, Μαρίας Μαλακάτα, Νίκου Μανουσάκη, Μαρίας-Σοφίας Μαρκεσίνη, Σοφίας Φερτάκη, και του Νίκου Πρατσίνη ως συντονιστή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου