Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Il est bel et bon, της Mercedes Cebrián σε συλλογική μετάφραση

Il est bel et bon

                                Il est bel et bon, commère, mon mari. (...)
                                                Il ne me courrouce, ne me bat aussi.
                                                Il fait le mènage, il donne aux poulets,
                                                et je prends mon plaisir.

                                                                        Pierre Passereau, S. XVI

En esta cantimplora que acarreo
llevo un marido líquido: no lo bebo a sorbitos
para entrar en calor, sino que lo transporto, lo observo
y lo mantengo intacto. No se lo ofrezco a otros para que se reanimen,
como sin duda haría un perro San Bernardo.

Tampoco él me acaricia, porque es líquido,
pero como las manos que me dan por la calle
resultan ser de cera y fundirse al momento,
es lógico pensar: "la que pertenecía a mi marido líquido
está en la cantimplora, derretida".
La agito y algo suena: es la alianza,
que aún no la vendí.

Se desperdiga el marido por toda la botella de aluminio
en el furor de un baile sin trabas ni ataduras.
Ya no lo reconozco. Ni siquiera me habla,
pero hace compañía porque pesa
y otorga contenido al recipiente. Es el tapón de rosca
el modo más fiable
de asegurar su presencia en mi vida.

Mientras tanto, cansada de ser Calipso para otros,
ya no prometo la inmortalidad
a cualquiera que se acerque a besarme.
Antes bien les ofrezco listones de madera
para construir su balsa.

Salid a navegar, sed vuestro propio
océano, vuestro propio vaivén.





Il est bel et bon

                                Il est bel et bon, commère, mon mari. (...)
                                                Il ne me courrouce, ne me bat aussi.
                                                Il fait le mènage, il donne aux poulets,
                                                et je prends mon plaisir[1].

                                                                        Πιέρ Πασερώ, 16ος αιώνας

Σ’ αυτό το φλασκί που κουβαλάω
έχω έναν σύζυγο υγρό: δεν τον σιγοπίνω
για να ζεσταθώ, παρά τον μεταφέρω, τον παρατηρώ
και τον διατηρώ άθικτο. Δεν τον προσφέρω στους  άλλους για να [ξανανιώσουν,
όπως αναμφίβολα θα έκανε ένας σκύλος Αγίου Βερνάρδου.

Ούτε εκείνος με χαϊδεύει, γιατί είναι σε υγρή μορφή,
μα καθώς τα χέρια που μου δίνουνε στο δρόμο
είναι εντέλει από κερί και λιώνουν αμέσως,
είναι λογικό να σκεφτώ: «το χέρι που ανήκε στον υγρό σύζυγό μου
είναι στο φλασκί, λιωμένο».
Το ανακινώ και κάτι ακούγεται: είναι η βέρα,
που δεν πούλησα ακόμη.

Απλώνεται ο σύζυγός μου σ' όλη την αλουμινένια φιάλη,
μέσα στη μανία ενός έξαλλου και αχαλίνωτου χορού.
Εγώ δεν τον αναγνωρίζω. Ούτε καν μου μιλάει,
όμως μου κρατάει συντροφιά, γιατί έχει βάρος
και δίνει περιεχόμενο στο δοχείο. Είναι το βιδωτό καπάκι
ο πιο αξιόπιστος τρόπος     
να εξασφαλίσω την παρουσία του στη ζωή μου.

Στο μεταξύ, κουρασμένη να είμαι Καλυψώ για τους άλλους,
δεν υπόσχομαι πια την αθανασία
στον καθένα που ’ρχεται να με φιλήσει.
Αντιθέτως, τους προσφέρω ξύλινες σανίδες
για να κατασκευάσουν τη σχεδία τους.

Βγείτε στο πέλαγος, γίνετε ο δικός σας
ωκεανός, η δική σας περιπλάνηση.

Η Μερθέδες Θεμπριάν (Μαδρίτη, 1971) είναι συγγραφέας και μεταφράστρια.

Η συλλογική μετάφραση και επιμέλεια είναι προϊόν του μαθήματος που διδάσκει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ, κατεύθυνση «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός κόσμος». Συμμετείχαν οι φοιτήτριες/φοιτητές Μαρία Βαγγέλη, Στυλιανή Μπαϊμάκη, Γεώργιος Μύσταξ, Ευρώπη Ρίζου, Ευαγγελία Φιλιππάτου, Κυριακή Φωτιάδου, Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Michela Corvino.




[1] Είναι όμορφος και καλός

Είναι όμορφος και καλός ο άντρας μου, φιλενάδα. […]
Ούτε μου θυμώνει, ούτε με χτυπάει.
Κάνει τις δουλειές, ταΐζει τις κότες,
κι εγώ το απολαμβάνω. (Σ.τ.Μ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου