Η παρούσα έκδοση του μυθιστορήματος Η θεία Τούλα (La tíaTula) του Miguel de Unamuno (Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Μπιλμπάο 1864 – Σαλαμάνκα 1936), στηρίζεται στην πρώτη έκδοση του 1921, η κυοφορία της οποίας όμως είχε αρχίσει από το 1902. Ακολούθησαν οι εκδόσεις του 1940, 1981 και 1986, με διάφορες κειμενικές ασυμφωνίες μεταξύ τους, όμως στην πρώτη έκδοση είχε κάνει τις διορθώσεις ο ίδιος ο Ουναμούνο – αν και αυτό δεν αποτελεί εγγύηση, αφού βρέθηκαν κάμποσα λάθη από τους μεταγενέστερους επιμελητές του έργου του.
Ο Πρόλογος του Συγγραφέα αρχίζει με ένα απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία της αγίας Θηρεσίας, η οποία έγραψε «κατ’ εντολήν του εξομολογητή της». Σε άλλο απόσπασμα γράφει ότι «διάβαζε μετά μανίας ιπποτικά μυθιστορήματα», όταν ήταν νέα, και ειδικά Δον Κιχώτη, και ότι έγραψε κείμενα ανάλογα, αλλά με θεϊκό χαρακτήρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχει η ανάλυση του όρου «αδελφαδοσύνη», όχι «αδελφοσύνη», όπως αυτή προκύπτει, όταν ο συγγραφέας την εξετάζει με αφορμή τη στάση της Αντιγόνης του Σοφοκλή, που ήταν «αδελφή του πατέρα της του Οιδίποδα και ως εκ τούτου θεία του αδελφού της Πολυνείκη», οπότε προκύπτει μια «οικιακή θρησκεία», «θρησκεία της εστίας», η οποία απαιτείται για να αποκτήσει κανείς την «πολιτοφροσύνη». Στη συνέχεια κάνει λόγο για πολέμους αδελφοκτόνους. Ο Αριστοτέλης ονόμασε τον άνθρωπο «ζώον πολιτικόν» δηλαδή «αστικό», «πολίτη», «αδελφικό» και… «αδελφοκτόνο». Και να η βάση της «πολιτοφροσύνης» που «μεταδίδουν από γενιά σε γενιά οι αδελφές, οι θείες. Οι πνευματικές σύζυγοι άσπιλες και αγνές» και τα παραδείγματα εμπλουτίζονται από την Παλαιά Διαθήκη. Προέκταση αυτών των παραδειγμάτων, λοιπόν, είναι η Θεία Τούλα, με καταγωγή από την αγία Θηρεσία και τον Δον Κιχώτη.
Η Τούλα, χαϊδευτικό της Γερτρούδης, και η Ρόζα είναι δυο αδελφές, αχώριστες σαν σάρκα μία. Η Ρόζα προσέλκυε τα βλέμματα με  την προκλητική ομορφιά της, στη συνέχεια όμως κέρδιζαν τα επίμονα μάτια της Γερτρούδης/Τούλας.
Ο Ραμίρο νόμισε πως ερωτεύτηκε την Ρόζα και την παντρεύτηκε με την προτροπή της Τούλας που μετακόμισε στο σπίτι της αδελφής της, για να γίνει για τα ανίψια της πιο μάνα κι από μάνα. Η Ρόζα ανάρρωνε μετά από κάθε γέννα όλο και δυσκολότερα. Και μετά πέθανε. Ο Ραμίρο, από την αρχή ερωτευμένος με την Τούλα, της έκανε πρόταση γάμου, αλλά εκείνη δεν ήθελε να μολύνει τον αγνό χώρο, όπου μεγάλωναν τα παιδιά και τη φώναζαν μαμά. Του επέβαλε όμως στανικώς να παντρευτεί μια υπηρετριούλα με την οποία είχε σεξουαλική σχέση, δημιουργώντας μεγάλη αμηχανία και στην υπηρέτρια, η οποία ήξερε το ρόλο της υπηρέτριας αλλά καθόλου δεν μπορούσε να υποδυθεί το ρόλο της κυρίας. Αυστηρή και απαρέγκλιτη από τον κανόνα της ηθικής της, η Τούλα διαμορφώνει ένα δικό της περιβάλλον, με απόλυτο και αυταρχικό τρόπο, τον οποίο επιβάλλει και στους άλλους. Αναλαμβάνει δικαιωματικά το ρόλο τής μητέρας των παιδιών της αδελφής της, αλλά και αυτών που θα γεννηθούν από το νέο γάμο του Ραμίρο. Η ίδια απορρίπτει τις προτάσεις γάμου που της γίνονται, αρνείται να παντρευτεί και να αποκτήσει δικά της παιδιά αποστρεφόμενη, όπως δηλώνει, τη σεξουαλική πράξη.
Η θεία Τούλα είναι μια περίεργη προσωπικότητα. Είναι η άμωμος παρθένος που γίνεται μάνα και σύζυγος και αποκτά οικογένεια χωρίς η ίδια να έχει καμία ουσιαστική σχέση με τους ρόλους που ευχαρίστως έχει αναλάβει. Διώχνει τους άντρες, απαρνιέται τις απολαύσεις του σώματος, χρησιμοποιεί τις άλλες γυναίκες για να γίνει μάνα, και εκείνες πεθαίνουν στη γέννα για να της αφήσουν ελεύθερο το πεδίο. Είναι η σπάνια ταύτιση της υστερικής γεροντοκόρης και συνάμα της παρθένου μητέρας που διατάζει όλο το σπίτι, σαν να είναι δικό της και ας μην είναι δικό της, που ζει τον γάμο πλαγίως, αλλά συμπεριφέρεται ευθέως. Η καταπίεση των επιθυμιών της από νεαρή ήδη ηλικία, το γεγονός ότι ήθελε παιδιά αλλά όχι δικά της, γιατί η ιδέα των παιδιών από την σάρκα της, μέσω της σαρκικής ένωσης, την έκανε να τρέμει, ο διακαής πόθος για μητρότητα, αλλά με μια άμωμο μητρότητα, ο αυταρχισμός και η επιμονή στην απόλυτη ορθότητα των επιλογών της, συνδιαμορφώνουν ένα συμπλεγματικό χαρακτήρα που δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί – ή μπορεί να μελετηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Η επιθυμία της να είναι η μοναδική μητέρα και πατέρας των παιδιών ολοκληρώνεται με το θάνατο του Ραμίρο, που της άφησε και τα τέσσερα παιδιά του από τους δύο γάμους του.
Το πρόγραμμα της συναισθηματικής καθοδήγησης που είχε εφαρμόσει στην αδελφή της, επαναλαμβάνει τώρα στα παιδιά-ανίψια της, και μάλιστα με επιτυχία στη μικρότερη κόρη του Ραμίρο την Μανουέλα, η οποία εξελίσσεται σε μια δεύτερη Τούλα –αν και γονιδιακά δεν συγγενεύουν– και η οποία θα αναλάβει τα ηνία της οικογενείας μετά το θάνατο της Τούλας. Αυτό συμπεραίνουμε όταν καυγαδίζουν οι δύο ετεροθαλείς αδελφές, η Ρόσα, κόρη της Ρόζας και η Μανουέλα, κόρη της υπηρέτριας. Η θεία Τούλα αναδεικνύεται σε πρότυπο· «είναι εκείνη που πρέπει να μας συγχωρήσει, να μας ενώσει και να μας καθοδηγήσει όλους μας!».
Στο επίμετρο ο Carlos A. Longhurst μας δίνει πρόσθετες πληροφορίες για την παιδική ηλικία της Τούλας. Την παρθενιά της θα την έχανε μόνο αν ήταν να κάνει παιδιά και δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος. Διαφωνούσε με τις συνομήλικές της που έδιναν θάρρος στα αγόρια για να «κάνουν τους καμπόσους» και μετά… Οι άντρες την φόβιζαν. Είναι άξεστα όντα που μόνο τα σεξουαλικά ένστικτα τους ωθούν σε μια γυναίκα. Μισεί τους κηφήνες που «δεν αντιπροσωπεύουν παρά την σαρκικότητα». Βασίλισσα-μέλισσα είναι εκείνη που τεκνοποιεί· η αδελφή της και η υπηρέτρια. Εκείνη όμως εκτιμά τις μέλισσες εργάτριες, όπως είναι και η ίδια. Η αδελφή της τη χαρακτηρίζει σεμνότυφη και πουριτανή. Όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η Τούλα και επιθυμία έχει που την καταπνίγει και αγωνίζεται να διώξει από τα ρουθούνια της την «αντρίλα» του Ραμίρο που την αναστατώνει. Όπως φαίνεται από πολλά σημεία του έργου, ούτε ψυχρή είναι ούτε αντιερωτική. Απλώς απαρνιέται συστηματικά τη γυναικεία της φύση – προτρέπει όμως την αδελφή της να περνάει ώρες με τον Ραμίρο στο κρεβάτι, ενώ εκείνη δεν σταματά να σκέπτεται τα δρώμενα στην κρεβατοκάμαρα.
Μιγκέλ ντε ΟυναμούνοΟι κριτικοί στάθηκαν άλλοι υπέρ και άλλοι κατά της Τούλας, λόγω της πολυπλοκότητας του χαρακτήρα της που αντανακλά και στον ίδιο τον συγγραφέα. Οι ψυχαναλυτές θα έβρισκαν πεδίο δράσης λαμπρόν, ο αναγνώστης, πάντως, είτε συμφωνήσει είτε διαφωνήσει, θα απολαύσει το έργο, κυρίως όμως θα προβληματιστεί με την ψυχική άβυσσο.
Η θεία Τούλα παραμένει ένα σκοτεινό πρόσωπο, όπως και στο επιτυχημένο εικαστικό του εξωφύλλου – Έκλειψη ΙΙ, 2013- που φιλοτέχνησε ο Μάκης Βάγιας. Η μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου είναι πολύ καλή και η σειρά Aldina που εμπνεύστηκε ο Δημήτρης Αρμάος βρήκε αντάξιο συνεχιστή την Ζωή Μπέλλα Αρμάου.
~.~
Miguel de Unamuno 
Η θεία Τούλα 
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος – Επίμετρο: Carlos A. Longhurst
Εκδ. Gutenberg (σειρά: Aldina), 2017
σελ. 262
ISBN 978-960-01-1851-3

To παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό λόγου και τέχνης Αποικία.
Η Ανθούλα Δανιήλ είναι διδάκτωρ φιλολογίας και κριτικός λογοτεχνίας.