Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Federico García Lorca, Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη ή Η γλώσσα των λουλουδιών: Μια ηθογραφία για τη Γρανάδα στο πέρασμα από το 19ο στον 20ό αιώνα

Κωμωδία «ιστορική» ή εποχής, δράμα του Μοντερνισμού ή «δράμα για οικογένειες», σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του ίδιου του Λόρκα, η Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη ή Η γλώσσα των λουλουδιών (1935) αποτελεί ένα «ποίημα» για τη Γρανάδα του 1900. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας εγκαταλείπει το γεμάτο ένταση τοπίο των αγροτικών δραμάτων του –Ματωμένος Γάμος (1933) και Γέρμα (1934)– και εγκαινιάζει έναν νέο κύκλο, ο οποίος θα συνεχιστεί με το ανολοκλήρωτο Los sueños de mi prima Aurelia [Τα όνειρα της ξαδέλφης μου Αουρέλια], κωμωδία για την αγροτική ζωή της Γρανάδας, και το Las monjas de Granada [Οι καλόγριες της Γρανάδας], τίτλος μιας σειράς χρονικών για την πόλη. Το έργο εντάσσεται σε μια εποχή έντονου δημιουργικού οίστρου, που χαρακτηρίζει τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Λόρκα.
Η πλοκή εκτυλίσσεται σε μια επαρχιακή πόλη, τη Γρανάδα, στον απόηχο των μεταβολών που επήλθαν στα γούστα, τη μόδα και τις συμπεριφορές των κατοίκων της, οι οποίες σημάδεψαν την αλλαγή του αιώνα. Ο Λόρκα αναπαράγει με νοσταλγία, συμπόνια και ειρωνεία τη ζωή μιας νεαρής κοπέλας που ζει σε μια σεμνότυφη κοινωνία και βιώνει την παρακμή της. Στην κοινωνία αυτή κυριαρχεί το κιτς· μια σκόπιμη επιτήδευση, η οποία κινείται ανάμεσα στην καρικατούρα, το χιούμορ και έναν έντονο λυρισμό, που διατρέχει ολόκληρο το έργο και μετατρέπεται σε κεντρικό άξονα της αισθητικής του. Επομένως, πρόκειται αφενός για μια κωμωδία του κιτς και αφετέρου για ένα δράμα εποχής, όπου η μόδα, η μουσική και τα έθιμα δίνουν έμφαση στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου και τα απραγματοποίητα όνειρα. Πιθανόν ο αρχικός σκοπός του δημιουργού να γράψει μια σατιρική κωμωδία για τις γεροντοκόρες στην ισπανική επαρχία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα να μετατράπηκε στην πορεία στο αγωνιώδες δράμα μιας κοπέλας που στο τέλος αποδέχεται με πόνο την αξιολύπητη γελοιότητα της ίδιας τής συμπεριφοράς της.
Η Δόνια Ροσίτα, μπορεί να μην έχει την δραματική ένταση και τον έκδηλο σπαραγμό άλλων έργων του συγγραφέα, και η φιγούρα της πρωταγωνίστριας να μοιάζει θεατρικά αδύναμη σε σχέση με τις άλλες γυναίκες-πρωταγωνίστριες των έργων του Λόρκα, είναι όμως, αναμφισβήτητα, ένας χαρακτήρας πιο ανθρώπινος και προσιτός, με πλούσιες εναλλαγές: αρχικά παρουσιάζεται ως ένα νεαρό ανέμελο κορίτσι, ενώ στη συνέχεια μεταλλάσσεται σταδιακά σε τραγικό πλάσμα χωρίς χαρά και ελπίδα, που περιμένει μάταια τον ερχομό του αρραβωνιαστικού, η μακρά απουσία του οποίου την καταδικάζει σε μια άγονη και δίχως νόημα ζωή. Και σαν αντίβαρο στην ηρωίδα και στους θείους της, που είναι και οι τρεις βυθισμένοι στα μη ρεαλιστικά, ξεπερασμένα ιδεώδη τους, ο Λόρκα δημιούργησε το χαρακτήρα της Παραμάνας, η οποία δεν χάνει ποτέ την επαφή της με την πραγματικότητα και δείχνει μια ψυχική γενναιοδωρία που αγγίζει τα όρια του ηρωισμού. Από την άλλη πλευρά, οι άντρες που περιστοιχίζουν την πρωταγωνίστρια δείχνουν αδύναμοι και μοιάζουν επίσης να έχουν αποκοπεί από τον πραγματικό κόσμο – όπως ο ανιψιός-ξάδελφος, ο «αιώνιος αρραβωνιαστικός», μορφή θολή και αποστασιοποιημένη, με μια στάση που αγγίζει τα όρια της υποκρισίας.
Είναι φανερό ότι ο ποιητής ανατρέχει με νοσταλγία αλλά και με πραγματική τρυφερότητα στη Γρανάδα που γνώρισε και αγάπησε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τόσο μέσα από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες –οι οποίοι προσδίδουν ευελιξία στην πλοκή του δράματος και χαρίζουν μια ανάσα φρέσκου αέρα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της εγκατάλειψης και της ερημιάς– όσο και μέσα από τη γλώσσα του έργου, όπου αφθονούν οι ιδιωματισμοί, τα λαϊκής εμπνεύσεως στιχάκια, οι εκφράσεις αφελούς θρησκοληψίας, αλλά και οι ευρηματικές κατάρες, που ακούγονται από το στόμα της Παραμάνας κυρίως, αναδεικνύοντας έτσι την πλούσια λαϊκή φλέβα του ποιητικού λόγου του Λόρκα και το γοητευτικά αυθεντικό άρωμα εκείνης της εποχής.
Ως προς τους χαρακτήρες που διανθίζουν κάθε μία από τις τρεις πράξεις της Δόνια Ροσίτα, αξίζει να σημειωθεί πως κάποιοι αντιστοιχούν, τουλάχιστον εν μέρει, σε πραγματικά πρόσωπα του κοινωνικού μωσαϊκού της Γρανάδας. Έτσι, μια βαθιά φιλία είναι γνωστό πως συνέδεε τον ποιητή με τις περίφημες και αινιγματικές Μανόλιες, τις οποίες η μοίρα και οι συναισθηματικές αποτυχίες διασκόρπισαν αργότερα στα πέρατα του κόσμου, ενώ ο δον Μαρτίν αποτελεί μια συμπαθή και δύσμοιρη καρικατούρα ενός καθηγητή του στο γυμνάσιο. Πέρα, όμως, από αυτές τις ανιχνεύσιμες φιγούρες, τόσο ο τελάλης που διαλαλεί το χαμομήλι του, μια παραδοσιακή φυσιογνωμία των δρόμων της εποχής, όσο και ο καθηγητής της πολιτικής οικονομίας με την γεμάτη έπαρση ρητορική του και οι γεροντοκόρες που γνωρίζουν τη γλώσσα των λουλουδιών αποτελούν γνήσια τέκνα του γραναδίνικου μικρόκοσμου.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο του έργου, τέλος, ο Λόρκα φαίνεται ότι τον εμπνεύστηκε από τον έρωτα της ξαδέλφης του Κλοτίλδε για τον εξάδελφό της Μάχιμο Ντελγάδο Γκαρθία, ο οποίος, μολονότι αρραβωνασμένος μαζί της, έφυγε για το Τουκουμάν της Αργεντινής, παντρεύτηκε με άλλη γυναίκα και δεν επέστρεψε ποτέ. Η ίδια η Κλοτίλδε το 1980 έδωσε μια συνέντευξη και μίλησε για τη Δόνια Ροσίτα και για τον ξάδελφό της Φεδερίκο. Ήταν τότε πάνω από ογδόντα ετών, μια γυναίκα κοκέτα, δυναμική, ειλικρινής, πνευματώδης και αυθόρμητη, και οι διηγήσεις της έδειχναν ότι ο Φεδερίκο αποτελούσε ένα από τα πιο αγαπημένα της πρόσωπα, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις επιστολές του ποιητή προς τους γονείς του, στις οποίες πάντα ρωτάει για εκείνη. Η Κλοτίλδε αποκάλυψε βέβαια ότι η ερωτική της ιστορία δεν ταυτιζόταν με την ιστορία της Ροσίτα και ότι ναι μεν η ίδια παρέμεινε ανύπαντρη αλλά δεν περίμενε τον αρραβωνιαστικό της για μια ολόκληρη ζωή...
Πηγή έμπνευσης για το έργο αποτέλεσε, σύμφωνα με τον ίδιο το δημιουργό, η ιστορία του ρόδου του ευμετάβολου (rosa mutabilis) που ένας άλλος ποιητής, ο Χοσέ Μορένο Βίγια, αφηγήθηκε στον Λόρκα. Το έργο διαδραματίζεται σε μια «carmen» (τυπική έπαυλη της Γρανάδας με κήπο και/η περιβόλι που περικλείονται από ψηλό τοίχο) και είναι, σύμφωνα με τον υπότιτλο, «χωρισμένο σε διάφορους κήπους», οι οποίοι αντιστοιχούν σε πράξεις, και «διανθίζεται» με λυρικά ιντερλούδια –«σκηνές τραγουδιού και χορού»– που πλαισιώνουν σαν μοντερνιστική γιρλάντα τη δράση της κωμωδίας. Η τριανταφυλλιά, βασίλισσα των λουλουδιών, αποτελεί αλληγορία για την ανθρώπινη ύπαρξη, για τον μαρασμό, με άλλα λόγια της ομορφιάς και την απώλεια της ευτυχίας σχετίζεται με την υποταγή της ομορφιάς και της ευτυχίας με το πέρασμα του χρόνου. Το άνθος της, το ρόδο («la rosa») συμβολίζει το δράμα που ζει η πρωταγωνίστρια Ροσίτα («Rosita») –δεν θα μπορούσε να της έχει δοθεί καλύτερο όνομα–, μια ανύπαντρη κοπέλα η οποία στην τρίτη πλέον πράξη, όταν οι ελπίδες της  έχουν εξανεμιστεί και η ζωή της φυλλορροεί, μετατρέπεται σε Δόνια Ροσίτα. Η διατήρηση του υποκοριστικού τής προσδίδει ένα στίγμα γελοιότητας, που οφείλεται στην παράταση μιας κατάστασης –της αγαμίας– η οποία, στη θλιβερή πραγματικότητα της Ισπανίας στα τέλη του 19ου αιώνα, θεωρείται απαράδεκτη τόσο από την ίδια όσο και από  το περιβάλλον της.
Ως προς την ποιητική του χρόνου, οι τρεις πράξεις του έργου αντιστοιχούν σε τρεις μέρες από τη ζωή της ηρωίδας σε διάστημα 25 χρόνων (1885, 1900 και 1910) οι οποίες με τη σειρά τους αντιστοιχούν στις τρεις φάσεις της ζωής του ρόδου του ευμετάβολου: είναι άλικο το πρωί, χλομό το απόγευμα και φυλλοροεί με τον ερχομό της νύχτας. Η λυρική γλώσσα των λουλουδιών μετατρέπεται, έτσι, στη δραματική γλώσσα των χρόνων που περνούν: τρεις στιγμές από τη ζωή του ρόδου, τρεις ημέρες από τη ζωή της Ροσίτα, τρεις ιστορικές εποχές που αντιπροσωπεύουν συνολικά το φευγαλέο του χρόνου, τη διάψευση της ανθρώπινης ελπίδας και την απώλεια της αθωότητας που βιώνει η Ευρώπη ανάμεσα στα 1885 και 1910, με το τέλος της Μπελ Επόκ και τα πρώτα σημάδια του επερχόμενου πολέμου.
Η ποιητική ένταση του έργου ακολουθεί τη συναισθηματική πορεία του ανθρώπινου χρόνου: ελπίδα, προσμονή, απογοήτευση. Τον έντονο λυρισμό της πρώτης πράξης, όταν ο κόσμος της ηρωίδας είναι ακόμα νέος, αθώος και ελπιδοφόρος, διαδέχεται ο συγκρατημένος, διάστικτος πλέον με νότες παθητικότητας και αγωνίας, λυρισμός της δεύτερης, ενώ μόνο στην τρίτη πράξη αποκτά ουσιαστικά το έργο τη δραματική του διάσταση. Η γεμάτη αθώα λεπταισθησία ποίηση των δύο πρώτων πράξεων μετατρέπεται τώρα στην ποιητική πρόζα των τραγικών φωνών που μας είναι γνωστές από το Ματωμένο Γάμο, το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα και κυρίως τη Γέρμα, που με τον εντός γάμου μαρασμό της αποτελεί, θα λέγαμε, την αντίστιξη της Ροσίτα της Γεροντοκόρης.
Το μεγαλείο της κωμωδίας ή του δράματος του Λόρκα έγκειται στο σπάνιο συγκερασμό που επιτυγχάνει ανάμεσα στον ποιητικό συμβολισμό και την καθημερινότητα, ανάμεσα στο λυρισμό, ακόμη και με μια δόση ειρωνείας, και τον ανθρώπινο πόνο. Το σύμβολο του ρόδου ενσαρκώνεται στη Ροσίτα, η ζωή της οποίας αντιπροσωπεύει τη ζωή των υπόλοιπων γυναικών στην ισπανική κοινωνία του 1900, αλλά και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Σκοπός της γυναίκας είναι ο γάμος και η ανατροφή της έχει ως στόχο την επίτευξη αυτού του σκοπού. Η εξοικείωση με τις δουλειές του σπιτιού συνδυάζεται με την ικανότητα στη βελόνα και το κέντημα, και συμπληρώνεται με την εκμάθηση του πιάνου και κάποιας ξένης γλώσσας, κατά προτίμηση της γαλλικής. Η ψυχαγωγία ρυθμίζεται από κανόνες διακριτικότητας που περιορίζουν τον αυθορμητισμό και αναχαιτίζουν την ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων, ενώ η αποδοχή ή η απόρριψη ενός έρωτα εκδηλώνονται μέσω της συμβολικής χρήσης διαφόρων αντικειμένων, όπως η βεντάλια, τα λουλούδια, οι μαντήλες ή τα ομπρελίνα.
Η Δόνια Ροσίτα δεν παύει να αποτελεί όμως και μια κωμωδία εποχής, και για το σκοπό αυτό ο δημιουργός κάνει αναφορές σε νεωτεριστικά αντικείμενα (αυτοκίνητο, βαρόμετρο κ.λπ.) που αντιπροσωπεύουν την πρόοδο και το νέο πνεύμα της εποχής, με τρόπο ώστε τελικά οι αναφορές αυτές να προδίδουν μια επιτηδευμένη και πομπώδη αισθητική η οποία σχεδόν αγγίζει την κακογουστιά.
Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στη Βαρκελώνη τα Χριστούγεννα του 1935, με πρωταγωνίστρια τη σπουδαία ηθοποιό και φίλη του Λόρκα, Μαργαρίτα Σίργου, η οποία καθημερινά, σε κάθε παράσταση της Δόνια Ροσίτα, δεχόταν μια ανώνυμη ανθοδέσμη από τις ανθοπώλισσες της Ράμπλας. Σε αυτές τις γυναίκες, λοιπόν, ο συγγραφέας και η ηθοποιός αποφάσισαν να αφιερώσουν την παράσταση. Την έναρξή της προλόγισε ο ίδιος ο συγγραφέας με ένα χαιρετισμό ο οποίος κατέληγε ως εξής:

Φίλες μου ανθοπώλισσες, με την ίδια τρυφερότητα με την οποία σας χαιρετώ κάτω από τα δέντρα, ως άγνωστος περαστικός, σας χαιρετώ κι εδώ απόψε ως ποιητής και σας προσφέρω, ως γνήσιος Ανδαλουσιανός, αυτό το τριαντάφυλλο από θλίψη και λέξεις: τη Γραναδίνα Ροσίτα τη Γεροντοκόρη.

            Όσον αφορά την υποδοχή της δόνια Ροσίτα στην Ελλάδα, το έργο πρωτοανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 1959, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Η μετάφραση του ιδίου χρησιμοποιήθηκε σε δύο ακόμα περιπτώσεις: στο τηλεοπτικό ανέβασμα του έργου, στο πλαίσιο της εκπομπής της ΕΡΤ «Το Θέατρο της Δευτέρας», στις 16 Δεκεμβρίου 1985, σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου, και το 1991 στο ανέβασμά του από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Τάκη Καλφόπουλου. Το 1999 ανέβηκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη και σκηνοθεσία Νικαίτης Κουντούρη και το 2016 στο Διάχρονο Θέατρο σε μετάφραση-διασκευή και σκηνοθεσία της Μαίρης Βιδάλη, ενώ έχει παιχτεί από πλήθος ερασιτεχνικών θιάσων. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι το 1967 είχε διασκευαστεί για το ραδιόφωνο (μετάφραση-διασκευή Ιουλίας Ιατρίδη, ραδιοσκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά).
Όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει, ο ποιητής από την Ανδαλουσία εξακολουθεί να συγκινεί με τη Δόνια Ροσίτα. Η νοσταλγική αναβίωση της συναισθηματικής ευαισθησίας του τέλους του 19ου αιώνα, η ανασύσταση και η διακωμώδηση, ταυτοχρόνως, του μοντερνισμού και η περιπαικτική, τέλος,  χρήση της υπερβολής οδηγούν σε ένα αναμφίβολα κωμικό αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στην πρεμιέρα του έργου, στις 12 Δεκεμβρίου 1935, στο Μέγαρο Γουέλ της Βαρκελώνης, ο Λόρκα αναφώνησε καθώς σηκωνόταν η αυλαία: «Τι υπέροχη κακογουστιά!»
Ας ευχηθούμε η παρούσα συλλογική μετάφραση να αποτελέσει κίνητρο για καινούργιες καλόγουστες θεατρικές «κακογουστιές»!


Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Ασπασία Καμπύλη, Ματθίλδη Σιμχά


Η Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη ή η Γλώσσα των λουλουδιών θα κυκλοφορήσει από της Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, στη σειρά Literatura, στις αρχές του 2018, σε συλλογική μετάφραση και επιμέλεια των φοιτητριών και φοιτητών [1] του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών "Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού", κατεύθυνση "Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος", του τμήματος Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, με διδάσκοντα τον Αναπληρωτή Καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας Κωνσταντίνο Παλαιολόγο

[1] Κατά αλφαβητική σειρά: Αναστασία Βακουφτσή, Χρήστος Βασιλειάδης, Σοφία Γεωργιάδου, Ευθυμία Γεωργοπούλου, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Αικατερίνη Δημητροπούλου, Μαρία Καλουπτσή, Ασπασία Καμπύλη, Κυριακή Καραγιαννίδου, Κωνσταντίνα Κιοσέ, Παρασκευή-Μαρία Κροκίδου, Κωνσταντίνα Λαζάρου, Αναστασία Λάμπρου, Μαρία Μαλακάτα, Δήμητρα Μπακατσιά, Μαριάννα-Μαρία Ορφανίδου, Ευστρατία Παπαϊωάννου, Αικατερίνη Πλιάκη, Ματθίλδη Σιμχά, Μαγδαληνή Σωποτινού, Έλενα Χατζηκυριάκου.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

"Bolborétame" de Claudio Rodríguez Fer en griego



Πεταλούδισέ με

Ο Χούλιο Κορτάσαρ μας διηγήθηκε, καθώς τρώγαμε μια μπαγκέτα γεμάτη με τυρί καμαμπέρ συνοδευόμενη από ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας στο Καφέ Κλινί του μπουλβάρ Σεν-Μισέλ στο Παρίσι, ότι η αποστολή στα ελληνικά νησιά ήταν μια ρομαντική τρέλα που γεννήθηκε σ’ ένα υπαίθριο παριζιάνικο καφέ και που τερματίστηκε μόλις βρήκαν το κυκλαδικό ειδώλιο, στα ονειρεμένα ερείπια της Θήρας, με τις αδρές γραμμές του ερωτικού και κομψότατου περιγράμματός του, τόσο πρωτόγονες όσο και μοντέρνες.
Κατά τον Κορτάσαρ, το ολόλευκο, σεληνιακό σώμα, που προϋπήρχε κάθε ιστορίας, ανακάλεσε στη μνήμη τους προγονικές ιεροτελεστίες και τους ενέπνευσε τελετουργικές θυσίες όπου δέσποζε εκείνο το είδος ειδωλίου των απαρχών, με απόν, ανέκφραστο πρόσωπο, μύτη που ξεχωρίζει έντονα, αχνά ασαφή στήθη και στοργικά χέρια, σφιγμένα στην κοιλιά πάνω από το ερωτικό τρίγωνο.
Είδα για πρώτη φορά το ειδώλιο σ’ ένα παλαιοπωλείο της οδού Μπισερί, κοντά στον ποταμό Σηκουάνα, εν μέσω άλλων κυκλαδικών ειδωλίων σε σχήμα βιολιού. Απέναντί του στεκόταν μια εύθραυστη γυναίκα από πορσελάνη, που διάβαζε όρθια ένα βιβλίο μάλλον ξένο, σαν την παράξενη αισθαντικότητά της, τόσο αταίριαστη με τον βάναυσο και ωμό κόσμο στον οποίο ζούμε. Εκεί ήταν νομίζω που αποφάσισα, ασυνείδητα, να ταξιδέψω σε αναζήτηση εκείνου του άπιαστου αρχέτυπου που με στοίχειωνε σαν διαρκής ηφαιστειακή έκρηξη.
Γι’ αυτό πάντα ήμουν σίγουρος πως θα πηγαίναμε ξανά και ξανά στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης της Αθήνας σε αναζήτηση του χαμένου πλακούντα εκείνων των μυστηρίων των απαρχών, και ανά τρεις επιστρέφουμε μοιραία στον κυκλαδικό κύκλο, ίσως γιατί εκεί βρισκόταν το πανάρχαιο καλούπι της κυκλικής φόρμας, του ενδεχόμενου πρωταρχικού προσώπου, της μαρμάρινης ηλιακής μύτης, των σεληνιακών στηθών σε συζυγία, εντέλει, των χεριών που σφίγγονται πάντα πάνω στην κοιλιά, γκαστρωμένη καμιά φορά σε τελετουργικά γονιμότητας, σύμφωνα με το μινωϊκό βλέμμα· προστατευμένη καμιά φορά από τον εμμηνορροϊκό πόνο, σύμφωνα με το μυκηναϊκό βλέμμα.
Επαναλήφθηκαν τα τελετουργικά, γιατί κανείς δεν μπορεί να αποφύγει το καλούπι του αρχέγονου, στην κορυφή του ηφαιστείου που προκάλεσε την πιο ισχυρή έκρηξη που υπήρξε στη Γη, αλλά την τρίτη φορά συνέβη το αδύνατο, που είναι το μοναδικό που πραγματικά συμβαίνει στη Θήρα. Έκανε πολλή ζέστη, ή τουλάχιστον εγώ ζεσταινόμουν, αλλά ο παγανιστικός ιδρώτας που με τύφλωνε ενώθηκε με τα ουράνια δάκρυα εκείνου του πολλαπλασιασμένου θηλυκού ειδωλίου, το αίμα του οποίου δεν προερχόταν από θυσία, αλλά ήταν φυσικό και ζωογόνα εμμηνορροϊκό.
«Θα ανέλθουμε, μαζί και μόνοι», είχε υποσχεθεί, μεταπλασμένη ήδη στο θαυματουργό και αρχαϊκό δέντρο, χωρίς πράσινα φύλλα μήτε λευκά άνθη, που έδινε μονάχα γαλάζιους καρπούς σαν τα ερωτικά της φτερά.

Κλάουντιο Ροντρίγκεθ Φερ


Η συλλογική μετάφραση του διηγήματος Bolborétame του ισπανού ποιητή και δοκιμιογράφου Κλάουντιο Ροντρίγκεθ Φερ (Λούγκο, 1956) είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης από τα γαλικιανά και τα ισπανικά στα ελληνικά με τη συμμετοχή του συγγραφέα που διηύθυναν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης. Πήραν μέρος οι: Ανθούλα Βασιλείου, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Κατερίνα Δημητροπούλου, Εύη Κύρλεση, Μαρία Μαλακάτα, Έφη Μήτσουλα, Σοφία Σίμου, Ναταλί Φύτρου. Το εργαστήριο διοργανώθηκε στο ABANICO στις 2 Δεκεμβρίου 2017.

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

ΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

ΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ  


M. Carmen África Vidal Claramonte
Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα


Στη μαγειρική απαιτούνται συνταγές και τεχνικές που βασίζονται σε υποθέσεις για το τι συνιστά ένα ωραίο φαγητό. Εάν, λοιπόν, οι μεταφραστές είναι όπως οι μάγειρες, τότε καθοδηγούνται από μια θεωρία η οποία διέπει την επιλογή των υλικών, των στρατηγικών και των στόχων. Χρειάζεται να μάθουν τι είναι αυτό που έχουν στη διάθεσή τους και πώς μπορούν να το χρησιμοποιήσουν, ιδιαίτερα όσον αφορά τον πολιτισμό και την πολιτική.
                                                                   Lawrence Venuti (2000: 34)

H ατυχία οποιασδήποτε μεταφραστικής θεωρίας είναι ότι ενώ θα έπρεπε να βασίζεται σε μια έννοια κατανοητή (και στέρεα) περί «ισοδυναμίας του νοήματος», αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι σε πολλές σελίδες της σημειολογίας και της φιλοσοφίας της γλώσσας ορίζεται το νόημα ως αυτό που παραμένει αμετάβλητο (ή ισοδύναμο) στη διαδικασία της μετάφρασης. Φαύλος κύκλος από τους λίγους.        
                                                                                    Umberto Eco (2008: 35)

Η μετάφραση ήταν για πολλά χρόνια, σχεδόν αυτομάτως, συνώνυμο της δημιουργίας ενός κειμένου ισοδύναμου με το πρωτότυπο, το να λες το ίδιο πράγμα σε άλλη γλώσσα, να αντικαθιστάς. Πράγματι, ο όρος μετάφραση είναι από εκείνους που το μη ειδικευμένο κοινό ισχυρίζεται ότι γνωρίζει χωρίς κανένα πρόβλημα· όχι μόνο όσοι δεν έχουν γνώση αυτού του πεδίου. Για αιώνες, ο βασικός στόχος της μετάφρασης ήταν να βρίσκει τον τρόπο να μεταφέρει το νόημα από μια γλώσσα σε μια άλλη χωρίς να αλλάξει ούτε στο ελάχιστο το μήνυμα του πρωτότυπου κειμένου. Και όντως, αυτό φαίνεται το πιο λογικό. Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε ότι στην πράξη τα πράγματα τελικά είναι αρκετά πιο περίπλοκα: σήμερα, είναι πλέον πολλοί οι θεωρητικοί της μετάφρασης (Hermans 1999, Tymoczko 2007, Davis 2001 κ.ά.), όπως και οι μεταφραστές (θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ορισμένα σημαντικά ονόματα όπως οι Miguel Sáenz, Juan Gabriel López-Guix, Dora Sales, Gayatri Spivak και πολλοί άλλοι), οι οποίοι δεν διστάζουν να επιβεβαιώσουν ότι ο μεταφραστής δεν είναι ένα αόρατο ον, και συνεπώς, η μετάφραση είναι μια δραστηριότητα τόσο πολύπλοκη όσο και συναρπαστική:

Θα ήταν αρκετά λογικό, prima facie, να ενώσουμε αυτές τις δύο δραστηριότητες —τη μετάφραση και τη θεωρία του νοήματος—, βασιζόμενοι στις πιο απλές από τις αρχικές σκέψεις περί μετάφρασης. Πρόκειται, δηλαδή, για μια προσπάθεια να βρούμε τρόπους ώστε να πούμε σε μια γλώσσα κάτι που σημαίνει το ίδιο με αυτό που έχει ειπωθεί σε μια άλλη. Αυτό που θα ήθελα να επιχειρήσω σε αυτό το δοκίμιο είναι να εξερευνήσω ορισμένους από τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να αντισταθούμε σε αυτήν την prima facie σκέψη. Θα υποστηρίξω ότι αυτό που κυρίως μας ενδιαφέρει στις μεταφράσεις που περισσότερο μας ενδιαφέρουν δεν είναι το νόημα, με την έννοια με την οποία η φιλοσοφία της γλώσσας χρησιμοποιεί τον όρο. Σε πολλές περιπτώσεις [...] το να αντιλαμβανόμαστε το νόημα σωστά, υπό αυτό το πρίσμα, είναι μόλις το πρώτο βήμα που οδηγεί στην κατανόηση (Appiah 2000: 418).

Αποδεικνύεται, λοιπόν, περίπλοκο να ορίσουμε τη μετάφραση, διότι ούτε λίγο ούτε πολύ, η μεταφραστική πράξη ανέκαθεν κινούνταν παράλληλα με την επιστημολογία της εποχής, τους πολιτισμούς, τις κοινωνίες, και με όλες τις φιλοσοφικές, λογοτεχνικές και επιστημονικές αλλαγές που έχουν επηρεάσει τον άνθρωπο. Τα πάντα επηρεάζουν τη μετάφραση, η οποία είναι μια εργασία άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πάντα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι μια από τις πιο συναρπαστικές δραστηριότητες με τις οποίες μπορούμε να καταπιαστούμε. Η άποψη ότι ο ορισμός της μετάφρασης είναι εύκολος, ότι μπορεί να μεταφράσει ο καθένας με ένα λεξικό (έτσι όπως πρότεινε ειρωνικά η Susan Bassnett για να μας κάνει να αναλογιστούμε την πολυπλοκότητα της μεταφραστικής εργασίας), είναι από μόνη της μια πλάνη. Πρώτον, γιατί υπάρχουν πολλά είδη μετάφρασης (από τις αυτομεταφράσεις και τα «επικυρωμένα» επίσημα έγγραφα ή τα Συντάγματα με τις διαφορετικές εκδοχές, όπως της Ελβετίας, στα γερμανικά και τα γαλλικά, από τις οποίες καμία δεν θεωρείται «μετάφραση», έως και τις επονομαζόμενες ψευδομεταφράσεις, τα πολυγλωσσικά κείμενα ή τη «μηδενική μετάφραση», μεταξύ άλλων· βλ. Tymoczko 2007: 66-67) και δεύτερον, γιατί οι ίδιες οι έννοιες που εμπλέκονται στη διαδικασία της μετάφρασης, από την έννοια της γλώσσας έως αυτήν του κειμένου ή του επικοινωνιακού συστήματος, είναι ήδη προβληματικές από μόνες τους (Tymoczko 2007: 54επ.). Είναι περίεργο ότι όσα περισσότερα γνωρίζουμε για τη μετάφραση, όσο περισσότερο εμβαθύνουμε σε αυτήν, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για κάτι τόσο απλό όσο θα επιθυμούσαμε, όπως διατυπώνεται για παράδειγμα σε τόσο ενδιαφέροντα δοκίμια όπως το «When is a Translation not a Translation(Bassnett 1998: 25-40), το «Defining Translation» (Tymoczko 2007: 54-106) ή το «Undefining Translation» (Hermans 1999: 46-54) μεταξύ άλλων
Σχεδόν όλοι οι κλασικοί ορισμοί της μετάφρασης έχουν ως αφετηρία την ιδέα της ισοδυναμίας, τη δυνατότητα δηλαδή να αντικαταστήσει κανείς ένα κείμενο με ένα άλλο στη γλώσσα στόχο. Παρόλα αυτά, αν και η ισοδυναμία είναι μια έννοια που λειτουργεί στον επιστημονικό τομέα, όσο περισσότερο αναλύεται τόσο πιο προβληματική γίνεται (Hermans 1999: 47). Σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, είναι σαφές ότι η μετάφραση δεν είναι να πει κανείς το ίδιο, αλλά σχεδόν το ίδιο, έχοντας πάντα υπ’ όψιν ότι είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τι είναι αυτό το «το», και σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν ακόμη και σοβαρές αμφιβολίες για το τι θέλει να πει το «πει» (Eco 2008: 13). Το ερώτημα λοιπόν, ίσως να μην είναι τόσο εάν υπάρχει ισοδυναμία είναι ξεκάθαρο σήμερα ότι η απόλυτη ισοδυναμία στη μετάφραση είναι αδύνατη αλλά «σε ποιον βαθμό θα πρέπει μια μετάφραση να έχει αυτό ή το άλλο είδος ισοδυναμίας […] ποια είναι η ελάχιστη ισοδυναμία που απαιτείται […] και ποιος αποφασίζει» (Hermans 1999: 48).
Η συζήτηση για την πιστότητα της μετάφρασης ή για τη σημασία και την ερμηνεία του όρου «ισοδυναμία» έδωσε το έναυσμα για ερωτήματα που επαναπροσδιορίζουν το αντικείμενο μελέτης του κλάδου: «αυτό που μελετάται είναι κείμενο ενσωματωμένο τόσο στον πολιτισμό της γλώσσας στόχου όσο και σε εκείνον της γλώσσας πηγής» (Bassnett και Lefevere 1998: 11-12). Χάρη στις εξελίξεις στη μεταφρασεολογική επιστήμη, ειδικά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 και κατά τη διάρκεια όλης της δεκαετίας του ’90 του περασμένου αιώνα, συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα της μετάφρασης διάφορα ερωτήματα περί ιδεολογίας, ηθικής και πολιτισμού (Bassnett 2007: 14). Οι μεταφραστικές θεωρίες του 21ου αιώνα δεν έχουν ως προτεραιότητα ούτε την ισοδυναμία ούτε την εφαρμογή ενός απόλυτου γνώμονα ώστε να επιτευχθεί ένα καλό τελικό κείμενο (Cronin 2000 και 2003, Gentzler 2001, Hardwick 2000). Η δραστηριότητα που φέρει εις πέρας ο μεταφραστής αντικατοπτρίζει, αντιθέτως, την εγγενή σύνδεση με προβλήματα που απασχολούν βαθιά τη σύγχρονη κοινωνία, από το μεταναστευτικό ζήτημα και την εθνική ταυτότητα, ή και άλλα όπως το πρόβλημα των περιθωριακών ομάδων, που προκύπτει τόσο συχνά στη μετάφραση θεσμικών και νομικών εγγράφων, και στην κοινωνική διαμεσολάβηση, που είναι ιδιαίτερα σημαντική στη χώρα μας, και με την οποία ασχολούνται ερευνητικές ομάδες σε διάφορα πανεπιστήμια, από τη Γρανάδα μέχρι την Αλκαλά ντε Ενάρες. Η μετάφραση δεν γίνεται αντιληπτή ως μια απλή διανοητική εργασία, δεν είναι δυνατόν «απλώς να μεταφράσεις, οι μεταφράσεις είναι ηθικοπολιτικές πράξεις» (Davis 2001: 51) αλλά ως ένας ηθικός προβληματισμός, μια ευκαιρία γλωσσικής φιλοξενίας (Ricoeur 2005), ακόμα και συγκρούσεων (Baker 2006), γιατί όταν μεταφράζει κανείς έρχεται σε επαφή με πολιτισμούς, η σχέση ανάμεσα στους οποίους, είναι συχνά ασύμμετρη.
          Σήμερα, όταν η μετάφραση είναι η γλώσσα της Ευρώπης, όπως λέει ο Umberto Eco, όταν βρισκόμαστε ενώπιον μιας διαδικασίας που αποτελεί, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, μια ηθική πρόκληση εξαιτίας της ανάγκης συνδυασμού ταυτοτήτων και ετεροτήτων σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από τον πλούτο που απορρέει από τη μετανάστευση, από τη μετακίνηση των λαών, και τον επακόλουθο πλουραλισμό και πολιτισμικό σχετικισμό, αλλά και εξαιτίας των προβλημάτων που συνεπάγονται όλα αυτά, η μετάφραση είναι πολύ παραπάνω από ένας απλός καθρέφτης, όχι μόνο επειδή, όπως μας υπενθυμίζει ο Borges στο έργο El idioma de los argentinos δεν μπορούμε να είμαστε τόσο αφελείς ώστε να ξεχνάμε ότι η γλώσσα είναι όπως το φεγγάρι, και έχει το σκοτεινό της ημισφαίριο. Καμία εκφορά λόγου δεν είναι ουδέτερη. Η αντικειμενικότητα δεν υπάρχει, ως εκ τούτου δεν υπάρχει ούτε η υποτιθέμενη ισοδυναμία ή η πιστή μεταφορά στοιχείων από τη μία πλευρά στην άλλη. Ο μεταφραστής επιλέγει πάντοτε με βάση το γλωσσικό του σύμπαν· κι αυτό δεν δίνει μόνο ως αποτέλεσμα διαφορετικές μεταφράσεις, αλλά κυρίως αντανακλά διαφορετικές πεποιθήσεις για τον κόσμο, γιατί, όπως μας πληροφορεί η Cristina Peretti (1995: 9), η μετάφραση συνδέεται άμεσα με τη φιλοσοφία, και η φιλοσοφία είναι εκείνο το επιστημονικό πεδίο που μας αναγκάζει, μαζί με τη μεταφυσική, να αναλογιζόμαστε την ταυτότητά μας και την ταυτότητα των άλλων.
Έτσι λοιπόν, η μετάφραση «αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα» (Eco 2008: 31) και ως τέτοιο εμπλέκει όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής. Η πρόσβαση του ανθρώπου στην πραγματικότητα γίνεται μέσα από τις μεταφράσεις, από τις προσωρινές και συγκυριακές εκδοχές της πραγματικότητας, ενδιαφέρουσες και «ενδιαφερόμενες», οι οποίες αποκτούν νόημα, διορθώνονται και μεταφράζονται διαρκώς μέσα από τα ερμηνευτικά και ηθικά μονοπάτια του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Lluis Duch και το βιβλίο του με τίτλο Mito, interpretación y cultura, αν το να ζω σημαίνει να μιλάω, αν το να μιλάω σημαίνει να μεταφράζω, είναι εμφανές ότι το να ζω σημαίνει να μεταφράζω: η μετάφραση, ως μια αναπόφευκτη διαδικασία στην οποία βρίσκεται παραδομένος ο άνθρωπος από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του, είναι ένα ξεκάθαρο σύμπτωμα βαθιάς αποξένωσης· μιλάμε επειδή η αμεσότητα, παρά τους μεγάλους αγώνες που κάνουμε για να την πετύχουμε, είναι κάτι απρόσιτο για τους θνητούς (Duch 1998: 467). Μεταφράζουμε από τη στιγμή που θα ανοίξουμε τα μάτια μας το πρωί και για το λόγο αυτό «δεν είναι εύκολο να ορίσουμε τη μετάφραση» (ibid.: 34). «Αν η ερμηνεία είναι η αργή αποσαφήνιση μιας κρυφής εν αρχή έννοιας, μονάχα η μεταφυσική θα μπορούσε να ερμηνεύσει το μέλλον της ανθρωπότητας. Όμως αν η ερμηνεία είναι η οικειοποίηση, μέσω της βίας ή δόλιων μέσων, ενός συστήματος κανόνων το οποίο καθεαυτό δεν παρουσιάζει κάποιο ουσιώδες νόημα, αν είναι η επιλογή μιας και μόνο κατεύθυνσης, η υποταγή σε μια βούληση, η υποχρεωτική ένταξη σε ένα άλλο παιχνίδι και η υποβολή του σε επιπλέον κανόνες, τότε το μέλλον της ανθρωπότητας είναι μια σειρά από ερμηνείες» (Foucault [1971] 1992: 19). Για το λόγο αυτό η έννοια της μετάφρασης συνέχισε να αλλάζει καθώς εξελίσσονταν άλλα επιστημονικά πεδία, γιατί η μετάφραση είναι μια δραστηριότητα που σχετίζεται στενά με την ύπαρξη. Ως εκ τούτου, κυρίως κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, όταν επήλθε μια τεράστια αλλαγή στην ίδια την αντίληψη του τι ήταν η γνώση (Tymoczko 2007: 18επ.), όταν μεταβήκαμε από τον στρουκτουραλισμό στον μεταστρουκτουραλισμό, από τη νεωτερικότητα  στη μετανεωτερικότητα, όταν η αναλυτική φιλοσοφία άνοιξε καινούργιους δρόμους  προς τη γλωσσολογία, τη σημειωτική και τις πολιτισμικές σπουδές, είδαμε τη μετάφραση με διαφορετικό τρόπο, αντιληφθήκαμε ότι το σημαντικό «δεν είναι να λύσουμε τα προβλήματα, αλλά να θέσουμε προβλήματα στις λύσεις» (Tymoczko 2007: 18επ.)· και να αναλογιστούμε ποιος είναι ο ρόλος του μεταφραστή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή μετέπειτα στους νέους θεσμούς που ιδρύθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καταστάσεις στις οποίες έχει υπογραμμιστεί «η σημασία των επιλογών του μεταφραστή και η διαδικασία λήψης αποφάσεων, τονίζοντας ότι αυτές οι επιλογές καθορίζουν το καθεαυτό νόημα στο κείμενο στόχο και ότι τα μεταφρασμένα κείμενα συνιστούν αναπαραστάσεις του υπό εξέταση θέματος» (Tymoczko 2007: 189).
Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό να αναλογιστούμε ποιες είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται εξαρχής η διαδικασία της μετάφρασης. Υπό αυτήν την έννοια, υπάρχουν ήδη σημαντικές συνεισφορές όπως της Susan Bassnett και του  André Lefevere (1998), του Michael Cronin (2003), του Theo Hermans (2006) και της Maria Tymoczko (2007), οι οποίες μεταξύ άλλων, τονίζουν ότι οι σπουδές στη μετάφραση είναι τόσο δυτικοποιημένες, που έχουμε ξεχάσει ότι και σε άλλες ηπείρους υπήρχε μετάφραση, και προειδοποιούν ότι ο κλάδος αυτός θα πρέπει να είναι σε θέση, τον 21ο αιώνα, να ανταποκριθεί σε νέες προκλήσεις που αφήνουν στην άκρη τα ομογενοποιητικά και παγκοσμιοποιητικά οράματα.
Συνεπώς, και έχοντας υπόψη την εποχή στην οποία τυχαίνει να ζούμε, την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της αδιάκοπης μετανάστευσης, ο στόχος μας ως μεταφραστές δεν μπορεί παρά να είναι η ανεύρεση της πιο κατάλληλης σχέσης ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, ανάμεσα στον Εαυτόν και στον Άλλον, με αφετηρία κάποιες συγκεκριμένες πολιτισμικές εμπειρίες, οι οποίες όμως συνδέονται με ό,τι βρίσκεται έξω από εμάς, ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως παράξενο και διαφορετικό (Cronin 2006: 3). Εκεί ακριβώς βρίσκεται το κλειδί: σε εκείνη τη διττή, ή μάλλον πολλαπλή, φύση της πολιτισμικής εμπειρίας, τόσο συγκεκριμένη όσο και αλληλοσυνδεόμενη, η οποία θα μας οδηγήσει σε έναν ενδιάμεσο χώρο όπου δεν επιτρέπεται να επικρατήσει ούτε ο εξωτισμός ούτε η οικειοποίηση στη μετάφραση. Η λύση αυτή, αν και όχι ιδανική, είναι η καλύτερη δυνατή. Δεν αποτελεί ουτοπία και θα μας επιτρέψει, ως μεταφραστές, να αντιμετωπίσουμε μια εποχή κατά την οποία, αναμφίβολα, έχουν επέλθει δραστικές αλλαγές που έχουν μεταμορφώσει την ίδια τη φύση της κοινωνίας. Από τη μία πλευρά, η παγκοσμιοποίηση έχει διαμορφώσει τις επιστημονικές μεθόδους προσέγγισης της καθημερινότητας και του τρόπου με τον οποίο εκφέρεται και βιώνεται η πραγματικότητα, εν μέρει επειδή, χάρη στις καινούριες τεχνολογίες, είναι πιο εύκολη η προσέγγιση ανάμεσα στις κοινωνίες και εν μέρει επειδή, δεδομένου ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια άνιση παγκοσμιοποίηση που χαρακτηρίζεται από ομογενοποιητικά κριτήρια τα οποία επιβάλλουν οι παγκόσμιες δυνάμεις, η ίδια η έννοια της διαφορετικότητας δεν είναι σαφής, όπως δεν είναι σαφές ένα πολιτισμικό χάσμα ή μια πολιτισμική παρανόηση. Η σύγχρονη εποχή, η εποχή του πολιτισμικού πλουραλισμού, δεν επιτρέπει ούτε τον μηδενισμό και την απουσία αξιών, ούτε όμως επιτρέπει τον απολυταρχισμό και την απόλυτη ισοδυναμία. Ιδανική θα ήταν μια κατάσταση συνεχούς αναπλήρωσης, όπως προτείνει ο Bauman (2002: 92), όπου το δίλημμα δεν είναι αν θα ζήσουμε με αξίες ή χωρίς αξίες ή αν θα ζήσουμε σύμφωνα με αυτές τις αξίες ή με εκείνες, αλλά αν θα αναγνωρίσουμε την εγκυρότητα αξιών διαφορετικών από τις δικές μας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απαξιώνουμε τη δική μας ταυτότητα ή ότι νιώθουμε τον πειρασμό να υποβαθμίσουμε το διαφορετικό.
          Από την άλλη πλευρά, παράλληλα με την παγκοσμιοποίηση της γνώσης, παγκοσμιοποιήθηκε επίσης το φαινόμενο της μετανάστευσης, το οποίο έχει μεταμορφώσει τον τρόπο ζωής, τα δημογραφικά στοιχεία και τη σύνθεση των κοινωνιών. Η πρόκληση για τη μετάφραση μέσα σε αυτό το τοπίο είναι μάλλον προφανής και κατ’ αυτήν την έννοια, θα πρέπει να αναλογιστούμε ξανά την καθημερινή πρακτική του επαγγέλματος, από τη λογοτεχνική μέχρι τη νομική μετάφραση, κυρίως αυτήν την τελευταία, όπου η κανονιστική φόρμα επιβάλλει την απόλυτη ισοδυναμία και προϋποθέτει διαπολιτισμικές σχέσεις ισότητας ενώ αντιθέτως, η πράξη βρίσκεται πολύ μακριά από αυτές τις θεωρίες. Για το λόγο αυτό, η μετάφραση δεν είναι απλώς ένας καθρέφτης, αν και φαίνεται να μοιάζει πολύ με τον καθρέφτη στη Χώρα των Θαυμάτων που αντιστρέφει τα πάντα, καθώς η Αλίκη εισβάλλει στο εσωτερικό του και αναζητά αυτό που υπάρχει στην άλλη πλευρά. Όπως αναφέρει ο Bauman (2002: 84), η μετάφραση αποτελεί μια διαδικασία ιδίας δημιουργίας και αμοιβαίας ταυτόχρονα, όπου ούτε ο συγγραφέας ούτε ο μεταφραστής μπορούν να επικαλεστούν την αυθεντία τους κατά τρόπο απόλυτο:

Δεν υπάρχει σημείο υπερπολιτισμικό ή υπεριστορικό (δηλαδή ανεξάρτητο από κάθε περίσταση), όπου κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει και να σκιαγραφήσει το αληθινό και παγκόσμιο νόημα· καμία από τις πλευρές της προαναφερθείσας συνεύρεσης δεν κατέχει τέτοια θέση. Η  μετάφραση είναι μια διαδικασία συνεχής, ένας διαρκής διάλογος που δεν καταλήγει πουθενά, και αυτός είναι ο προορισμός της. Η συνεύρεση δύο περιστάσεων είναι μια περίσταση αφ’ εαυτής και δεν θα κάνει καμία προσπάθεια να πάψει να είναι. Η πράξη της μετάφρασης δεν είναι ποτέ ένα μεμονωμένο γεγονός που καθιστά περιττή οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια αυτού του είδους… Η διαπολιτισμική μετάφραση είναι μια διαρκής διαδικασία, η οποία υπηρετεί αλλά και συνθέτει τη συνύπαρξη ανάμεσα σε κόσμους που δεν επιτρέπεται να καταλάβουν τον ίδιο χώρο ούτε και να τον χαρτογραφήσουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Δεν υπάρχει πράξη μετάφρασης που αφήνει άθικτα τα εμπλεκόμενα μέρη. Και τα δύο εξέρχονται από τη συνεύρεση αυτή αλλαγμένα, διαφορετικά από αυτό που ήταν αρχικά […] Ακριβώς αυτή η αμοιβαία αλλαγή είναι το έργο της μετάφρασης (Bauman 2002: 85-86).

Ο μεταφραστής ήδη φαίνεται να έχει αντιληφθεί πλήρως σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, ότι η ιδέα της ύπαρξης «οικουμενικών» λέξεων, όπως «πεθαίνω», «ζω», «αστέρι», «κολυμπώ», ακόμα και για ορισμένα «ευρέως διαδεδομένα» αντικείμενα, όπως «καθρέφτης» ή «τραπέζι», οι οποίες δεν παρουσιάζουν προβλήματα στη μετάφραση (Newmark 1992: 133), δεν ευσταθεί (Fernández González 2008: 45-47). Αυτό το γεγονός που έχει διαπιστώσει ο μεταφραστής του σήμερα, ότι δηλαδή ούτε καν οι λέξεις οι οποίες αναφέρονται σε έννοιες θεωρητικά οικουμενικές είναι τέτοιες, αποκτά, παραδείγματος χάριν, τεράστια σημασία στο πεδίο της νομικής μετάφρασης (ας θυμηθούμε, αν μη τι άλλο, την αλλαγή στην αντίληψη της νομικής μετάφρασης έπειτα από τις Κριτικές Νομικές Σπουδές, τη Φεμινιστική Νομική Θεωρία ή την Κριτική Φυλετική Θεωρία). Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα το συναντάμε στα όρια. Γνωρίζουμε ότι μετάφραση σημαίνει αναπόφευκτα και παραποίηση. Αλλά μέχρι ποιο σημείο; Μεταφράζω σήμερα,

σημαίνει «λειαίνω» ορισμένες από τις συνέπειες που υποδηλώνονταν από τον αρχικό όρο. Με αυτή την έννοια, την ώρα της μετάφρασης δεν θα ειπωθεί ποτέ το ίδιο. Η ερμηνεία που προηγείται της μετάφρασης οφείλει να θέσει πόσες και ποιες από τις πιθανές επαγωγικές συνέπειες που υποδηλώνει ο όρος μπορούν να λειανθούν. Δίχως να είμαστε ποτέ εντελώς σίγουροι ότι δεν έχουμε χάσει μια υπεριώδη λάμψη, μια υπέρυθρη νύξη.
Ακόμα κι έτσι, η διαπραγμάτευση δεν είναι πάντα μια διαδικασία που διανέμει ισότιμα ήττες και νίκες στα εμπλεκόμενα μέρη. Μπορώ να θεωρήσω ικανοποιητική ακόμα και μια διαπραγμάτευση στην οποία έχω δώσει περισσότερα στην άλλη πλευρά από ότι εκείνη έχει δώσει σε εμένα, αλλά ακόμα και έτσι να με θεωρώ εξίσου ικανοποιημένο έχοντας υπόψη την αρχική μου πρόταση και γνωρίζοντας ότι βρισκόμουν εξαρχής σε θέση ξεκάθαρα μειονεκτική  (Eco 2008: 119).

Η θεωρία βοηθάει, και μάλιστα πολύ, στη μεταφρασεολογική πρακτική. Μας βοηθάει να αναλογιστούμε σχετικά με τα προβλήματα ενός κειμένου, να θέσουμε ερωτήσεις σχετικά με το ποιος μας έχει ζητήσει να μεταφράσουμε αυτό ακριβώς το κείμενο, σε ποιον απευθύνεται, γιατί επέλεξαν εμάς κ.λπ. Αλλά η θεωρία μπορεί επίσης να επηρεάσει τις επιλογές που κάνουμε συνεχώς, διότι η διαδικασία της διαπραγμάτευσης στην οποία αναφέρεται ο Eco επιτρέπει κάποια περιθώρια μη πιστότητας όσον αφορά έναν πυρήνα μιας υποτιθέμενης πιστότητας «η οποία εξαρτάται από τους στόχους που θέτει ο μεταφραστής» (Eco 2008: 23). Ο Eco είναι ένας από τους μεγαλύτερους υπέρμαχους της άποψης ότι σε όλη τη διαδικασία της μετάφρασης υπάρχει αυτό που ο ίδιος ονομάζει Πυρήνας Περιεχομένου (2008: 105επ.), όπου διαφαίνεται κάποια οικουμενικότητα, παρόλο που ο ίδιος αναγνωρίζει ότι δεν είναι προφανές τι είναι οικουμενικό ούτε με ποια κριτήρια καθορίζεται αυτό που πρέπει να είναι ομοιογενές. Ο Eco πιστεύει ότι υπήρξε υπερερμηνεία της επαγωγικής σημειωτικής του Peirce και αυτού που ο ίδιος ονόμασε στη δεκαετία του ’60 «ανοιχτό έργο»  (Eco 1992), και θεωρεί ότι πρέπει να σεβόμαστε αυτό τον πυρήνα νοήματος ο οποίος είναι κοινός για όλους τους μεταφραστές και τους αναγνώστες του κειμένου και που θα μας έκανε να καταλάβουμε το ίδιο, ακόμα και αν ερμηνεύουμε με διαφορετικές αποχρώσεις. Σύμφωνα με τον Eco, ο μεταφραστής είναι υποχρεωμένος από νομικής άποψης να σεβαστεί τα λεγόμενα των άλλων και σκέφτεται: «ακόμη και το να ορίσουμε τι αντιλαμβανόμαστε ως σεβασμό στα λεγόμενα των άλλων τη στιγμή που περνάμε από μια γλώσσα σε άλλη αποτελεί ένα ενδιαφέρον νομικό πρόβλημα» (Eco 2008: 27-28).
Αντίθετα, άλλες θεωρητικές απόψεις, μας προτρέπουν να πάμε αρκετά πιο μακριά, κάτι το οποίο επίσης θα ήταν αμφισβητήσιμο, ή που τουλάχιστον θέτει προβλήματα ηθικής φύσης, εάν ο μεταφραστής τελικά μετατρέπεται σε κέντρο εξουσίας, σε αυτόν τον Εαυτόν του Φουκό στον οποίο αρχικά επιθυμούσε να αντισταθεί. Η/Οι θεωρία/θεωρίες που θα υιοθετήσουμε ως αφετηρία για την πρακτική θα μας δώσει/δώσουν διαφορετικές απαντήσεις στα κείμενα που μεταφράζουμε, θα μας προσφέρει/προσφέρουν διαφορετικές πιθανότητες και επιλογές. Ωστόσο, αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό είναι να έχουμε συνείδηση, ως μεταφραστές του 21ου αιώνα, ότι οι εν λόγω επιλογές δεν αποτελούν ζήτημα ελάσσονος σημασίας, γιατί «οι επιλογές οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως απλώς γλωσσολογικές πάντα εμπεριέχουν και μοντέλα ηθικής φύσης, γεγονός το οποίο κάνει την ίδια τη δραστηριότητα της μετάφρασης όχημα αξιών τέτοιων όπως η ακεραιότητα, η υπευθυνότητα, η πιστότητα, η τόλμη και η ταπεινότητα» (Sontag 2007: 167).

Βιβλιογραφία

Appiah, Kwame Anthony, (2000 [1993]). «Thick Translation», apud The Translation Studies Reader, Lawrence Venuti (επιμέλεια) Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Routledge, σελ. 417-429.
Baκεr, Mona, (2006). Τranslation and Conflict, Λονδίνο: Routledge.
Bassnett, Susan & Lefevere, André, (1998). Constructing Cultures. Κλέβεντον: Multilingual Matters.
Bassnett, Susan, (2007). «Culture and Translation», στο Kuhiwczak Piort και Karin Littau (εκδότες), A Companion to Translation Studies, Κλίβεντον: Multilingual Matters.
Bauman, Zygmunt, (2002). La cultura como praxis (μτφρ. Albert Roca), Βαρκελώνη: Paidós.
Cronin, Michael, (2000). Across the Lines: Travel, Language, Translation, Κορκ: Cork University Press.
Cronin, Michael, (2003). Translation and Globalization, Λονδίνο: Routledge.
Cronin, Michael, (2006). Translation and Identity, Λονδίνο: Routledge.
Davis, Kathleen, (2001). Deconstruction and Translation, Μάντσεστερ: St. Jerome.
Duch, Lluis, (1998). Mito, interpretación y cultura, Βαρκελώνη: Herder.
Eco, Umberto, (1992). Interpretation and Overinterpretation, Kέιμπριτζ: Cambridge University Press.
Eco, Umberto, (2008 [2003]). Decir casi lo mismo. Experiencias de traducción (μτφρ. Helena Lozano), Βαρκελώνη: Lumen.
Fernández González, Vicente (ανθολόγος), (2008). La traducción de la A a la Z, Κόρδοβα: Berenice.
Foucalt, Michel, (1992 [1971]). «Verdad y poder». στο Foucault, Michel, Microfísica del poder (έκδοση και μτφρ. Julia Varela και Fernando Álvarez-Uría), Μαδρίτη: La Piqueta, σελ. 185-200.
Hardwick, Lorna, (2000). Translating Words, Translating Cultures, Λονδίνο: Duckworth.
Hermans, Theo, (1999). Translation in Systems, Μάντσεστερ: St. Jerome.
Newmark, Peter, (1992 [1987]). Manual de traducción (μτφρ. Virgilio Moya), Μαδρίτη: Cátedra.
Peretti, Cristina, (1995). «Introducción», στο Derrida, Jacques, El lenguaje y las instituciones filosóficas. Βαρκελώνη: Paidós, σελ. 281-394.
Ricoeur, Paul, (2005). Sobre la traducción (μτφρ. Patricia Willson), Βαρκελώνη: Paidós.
Sontag, Susan (εκδότρια), (2007). Al mismo tiempo. Ensayos y conferencias (μτφρ. Aurelio Major), Βαρκελώνη: Mondadori.
Tymoczko, Maria, (2007). Enlarging Translation, Empowering Translators, Μάντσεστερ: St. Jerome.
Venuti, Lawrence. (2000). «¿Será útil la teoría de la traducción para los traductores?» (μτφρ. Juan Gabriel López-Guix), Vasos Comunicantes, νούμερο 16, σελ. 26-35.



Η συλλογική μετάφραση και επιμέλεια του δοκιμίου της M. Carmen África Vidal Claramonte είναι προϊόν του μαθήματος «Μετάφραση από τα Ισπανικά στα Ελληνικά» που διδάσκει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ «Διερμηνεία και Μετάφραση», κατεύθυνση «Μετάφρασης». Συμμετείχαν οι σπουδάστριες, Ευρυδίκη Γαρούφα, Κωνσταντίνα Δασκαλοπούλου, Ιωάννα Μαρία Δεμηρτζίδου, Μαρίνα Ζβε, Μαρία Μελαδάκη.