Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

3 μεταφραστές για τη Θεία Τούλα

H Αντιγόνη σύμφωνα με τον Ουναμούνο

[απόσπασμα από τον πρόλογο του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο για τη "νιβόλα" του Η θεία Τούλα]

Πρωτότυπο


Cuando en la tragedia sofocleana Creonte le acusa a su sobrina Antígona de haber faltado a la ley, al mandato regio, rindiendo servicio fúnebre a su hermano, el fratricida, hay entre aquéllos este duelo de palabras:

A.––No es nada feo honrar a los de la misma entraña.
Cr.––¿No era de tu sangre también el que murió contra él?
A.––De la misma, por madre y padre...
Cr.––¿Y cómo rindes a este un honor impío?
A.––No diría eso el muerto...
Cr.––Pero es que le honras igual que al impío...
A.––No murió su siervo, sino su hermano.
Cr.––Asolando esta tierra, y el otro defendiéndola...
A.––El otro mundo, sin embargo gusta de igualdad ante la ley.
Cr.––¿Cómo ha de ser igual para el vil que para el noble?
A.––Quién sabe si estas máximas son santas allí abajo...»
(Antígona, versos 511-521)

¿Es que acaso lo que a Antígona le permitió descubrir esa ley eterna, apareciendo a los ojos de los ciudadanos de Tebas y de Creonte, su tío, como una anarquista, no fue el que era, por terrible decreto del Hado, hermana carnal de su propio padre, Edipo? Con el que había ejercido oficio de sororidad también.
El acto sororio de Antígona dando tierra al cadáver insepulto de su hermano y librándolo así del furor regio de su tío Creonte, parecióle a este un acto de anarquista. «¡No hay mal mayor que el de la anarquía!», declaraba el tirano. (Antígona, verso 672) ¿Anarquía? ¿Civilización?
Antígona, la anarquista según su tío, el tirano Creonte, modelo de virilidad, pero no de humanidad; Antígona, hermana de su padre Edipo y, por lo tanto, tía de su hermano Polinices, representa acaso la domesticidad religiosa, la religión doméstica, la del hogar, frente a la civilidad política y tiránica, a la tiranía civil, y acaso también la domesticación frente a la civilización. Aunque ¿es posible civilizarse sin haberse domesticado antes? ¿Caben civilidad y civilización donde no tienen como cimientos domesticidad y domesticación?


Εκδοχή Μαρίας Μπεζαντάκου

Όταν στην σοφόκλεια τραγωδία ο Κρέων κατηγορεί την ανιψιά του Αντιγόνη για παραβίαση του νόμου, της βασιλικής διαταγής, κάνοντας επικήδεια τελετή για τον αδελφό της, τον αδελφοκτόνο, λογομαχούν οι δυο τους ως εξής (στ. 511-522):

Α. Δεν είναι ντροπή να τιμά κανείς όσους βγήκαν από την ίδια μήτρα.
Κ. Δεν είχε το ίδιο αίμα κι αυτός που πέθανε στην μάχη εναντίον του;
A. Το ίδιο αίμα, απ’ την ίδια μητέρα και τον ίδιο πατέρα.
Κ. Πώς, λοιπόν, τιμάς εκείνον κι έτσι δείχνεις ασέβεια στον άλλον;
Α. Δεν θα συμφωνήσει μ’ αυτά ο νεκρός.
Κ. Αν τον τιμάς εξίσου με τον ασεβή…
Α. Δεν χάθη κάποιος δούλος, αλλά ο αδελφός μου.
Κ. Καταστρέφοντας αυτόν τον τόπο· ενώ ο άλλος τον προστάτεψε.
Α. Ο Άδης όμως θέλει οι νόμοι να είναι ίδιοι για όλους.
Κ. Μα ο καλός δεν μπορεί να έχει την ίδια μοίρα με τον κακό.
Α. Ποιος ξέρει αν στον Κάτω Κόσμο τα σέβονται αυτά.

Αυτό που επέτρεψε στην Αντιγόνη να ανακαλύψει εκείνον τον αιώνιο νόμο, ενώ στα μάτια των πολιτών της Θήβας και του Κρέοντα, του θείου της, έμοιαζε αναρχική, δεν ήταν μήπως το γεγονός ότι, μετά από φρικτή προσταγή του πεπρωμένου, ήταν αδελφή του ίδιου της του πατέρα, του Οιδίποδα; Και γι’ αυτόν επίσης είχε εξασκήσει την τέχνη της θηλυκής αδελφικότητας.
          Η θηλυκά αδελφική πράξη της Αντιγόνης να δώσει ένα κομμάτι γης στο άταφο σώμα του αδελφού της και να το ελευθερώσει έτσι από τη βασιλική οργή του θείου του Κρέοντα, φάνηκε σ’ αυτόν σαν πράξη αναρχική. «Δεν υπάρχει χειρότερο κακό απ’ αυτό της αναρχίας!» − δήλωνε ο τύραννος (Αντιγόνη, στ. 672). Αναρχία; Εκπολιτισμός;
      Η Αντιγόνη είναι αναρχική σύμφωνα με τον θείο της, τον τύραννο Κρέοντα, που είναι παράδειγμα ανδρισμού, μα όχι ανθρωπιάς· η Αντιγόνη, αδελφή του πατέρα της Οιδίποδα και, συνεπώς, θεία του αδελφού της Πολυνείκη, αντιπροσωπεύει ίσως τη θρησκευτική οικογενειακή ζωή, την οικογενειακή θρησκευτικότητα, αυτή του σπιτιού, απέναντι στη ζωή της πολιτείας, την πολιτική και τυραννική, την τυραννία της πολιτείας, και ίσως επίσης την εκπαίδευση του οίκου απέναντι στην εκπαίδευση της πολιτείας. Είναι όμως δυνατόν να εκπολιτιστεί κανείς χωρίς πριν να έχει εξημερωθεί στο σπίτι; Υπάρχει πολιτεία και εκπολιτισμός που δεν τα θεμελιώνουν ο οίκος και η οικιακή εξημέρωση;



Εκδοχή Τάσου Ψάρρη

Όταν στην τραγωδία του Σοφοκλή ο Κρέοντας κατηγορεί την ανιψιά του Αντιγόνη ότι παραβίασε το νόμο, τη βασιλική εντολή, αποδίδοντας νεκρικές τιμές στον αδελφό της, τον αδελφοκτόνο, ανάμεσά τους διαμείβεται η εξής λογομαχία:

Αντιγόνη: Δεν ντρέπομαι να τιμώ αυτούς που είναι απ’ το ίδιο σπλάχνο.
Κρέοντας: Και από το ίδιο σπλάχνο δεν ήταν κι εκείνος που έπεσε πολεμώντας μπροστά στον άλλον;
Αντιγόνη: Απ’ το ίδιο, από μια μάνα κι απ’ τον ίδιο πατέρα.
Κρέοντας Πώς λοιπόν πρόσφερες τιμές που είναι ασέβεια για εκείνον;
Αντιγόνη: Δεν θα συμφωνούσε με αυτά ο σκοτωμένος.
Κρέοντας: [και βέβαια θα συμφωνούσε] αν εσύ τιμάς το ίδιο αυτόν με τον ασεβή;
Αντιγόνη: Γιατί καθόλου δεν χάθηκε ένας σκλάβος, αλλά ο αδελφός μου.
Κρέοντας: Προσπαθώντας να κουρσέψει τη χώρα του, ενώ εκείνος χάθηκε υπερασπίζοντάς την.
Αντιγόνη: Όμως ο Άδης επιθυμεί τους νόμους ίσους για όλους.
Κρέοντας: Μα ο κακός δεν βρίσκεται στην ίδια μοίρα με τον καλό, ώστε να λάβει την ίδια τιμή.
Α. Ποιος ξέρει αν αυτά έχουν πέραση στον κάτω κόσμο;[1]

(Αντιγόνη, στίχοι 511-521)

Άραγε αυτό που επέτρεψε στην Αντιγόνη να ανακαλύψει αυτόν τον αιώνιο νόμο, κάνοντάς τη να φαίνεται στα μάτια των πολιτών της Θήβας και του Κρέοντα, του θείου της, σαν αναρχική, δεν ήταν το γεγονός ότι ήταν, χάρη στο τρομερό διάταγμα της Μοίρας, αμφιθαλής αδελφή του ίδιου της του πατέρα, του Οιδίποδα; Με τον οποίο είχε επίσης εκτελέσει μια λειτουργία sororidad, δηλαδή αδελφικότητας με την έννοια της αδελφής.
          Η αδελφική (με την έννοια της αδελφής) πράξη της Αντιγόνης να κηδέψει το άταφο πτώμα του αδελφού της και να τον λυτρώσει έτσι από τη βασιλική οργή του θείου της Κρέοντα, φάνηκε στον τελευταίο ως μια αναρχική πράξη. «Δεν υπάρχει λοιπόν άλλο κακό από την αναρχία»[2], διακήρυττε ο τύραννος (Αντιγόνη, στίχος 672). Αναρχία; Πολιτισμός;
      Η Αντιγόνη, η αναρχική κατά τον θείο της, τον τύραννο Κρέοντα, πρότυπο ανδρισμού αλλά όχι ανθρωπισμού· η Αντιγόνη, αδελφή του πατέρα της Οιδίποδα και επομένως θεία του αδελφού της Πολυνείκη, θα μπορούσε κάλλιστα να αντιπροσωπεύει την θρησκευτική οικιακότητα, την οικιακή θρησκεία, εκείνη της οικογενειακής εστίας, σε αντιδιαστολή με τον πολιτικό και τυραννικό πολιτισμό, την αστική τυραννία, καθώς επίσης και τον εξανθρωπισμό σε αντιδιαστολή με τον πολιτισμό. Είναι όμως δυνατόν να εκπολιτιστεί κανείς χωρίς να έχει πρώτα εξανθρωπιστεί; Υπάρχει περιθώριο για κοσμιότητα και πολιτισμό όταν αυτά δεν βασίζονται στην οικιακότητα και τον εξανθρωπισμό;


Εκδοχή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

ταν στν τραγωδία το Σοφοκλ Κρέοντας κατηγορε τν νιψιά του ντιγόνη τι δν πάκουσε στ νόμο, στ βασιλικ διαταγή, νταφιάζοντας τν δελφό της, τν δελφοκτόνο, παρακολουθομε ατ τ λεκτικ ντιπαράθεση:

ΑΝΤΙΓΟΝΗ. Οδν γρ ασχρν τος μοσπλγχνους σβειν.
ΚΡΕΟΝΤΑΣ. Οκουν μαιμος χ καταντον θανν;
ΑΝ. μαιμος κ μις τε κα τατο πατρς.
ΚΡ. Πς δτ’ κεν δυσσεβ τιμς χριν;
ΑΝ. Ο μαρτυρσει ταθ’ κατθανν νκυς.
ΚΡ. Ε το σφε τιμς ξ σου τ δυσσεβε.
ΑΝ. Ο γρ τί δολος. λλ’ δελφς λετο.
ΚΡ. Πορθν δ τνδε γν· δ’ ντιστς περ.
ΑΝ. μως γ’ ιδης τος νμους σους ποθε.
ΚΡ. λλ’ οχ χρηστς τ κακ λαχεν σος.
ΑΝ. Τς οδεν ε κτωθεν εαγ τδε;[3]
(ντιγόνη, στίχοι 511-521)

ραγε μήπως ατ πο πέτρεψε στν ντιγόνη ν νακαλύψει τν αώνιο νόμο, κα τν κάνει ν φαίνεται στ μάτια τν πολιτν τς Θήβας κα το Κρέοντα, το θείου της, ς μι ναρχική, ταν τ γεγονς τι, κατ φρικτ πιταγ τς μοίρας, κείνη ταν ατάδελφη το διου της το πατέρα, το Οδίποδα;[4] Μ τν ποο τν δεναν συνεπς (καί) δεσμο δερφαδοσύνης.
πράξη δελφικς γάπης τς ντιγόνης ποία νταφιάζει τ ταφο πτμα το δελφο της, παλλάσσοντάς το κατ’ ατν τν τρόπο π τ βασιλικ ργ το θείου της το Κρέοντα, μοιάζει στ μάτια το τελευταίου ς πράξη ναρχίας: «ναρχίας δ μεζον οκ στιν κακόν» δήλωνε τύραννος (ντιγόνη, στίχος 672). ναρχία; Πολιτισμός;
ντιγόνη, ναρχικ σύμφωνα μ τν θεο της, τν τύραννο Κρέοντα, πο εναι πρότυπο νδρισμο, λλ χι νθρωπις· ντιγόνη, δελφ το πατέρα της Οδίποδα καί, ς κ τούτου, θεία το δελφο της Πολυνείκη, ντιπροσωπεύει μλλον μι θρησκευτικ οκιακότητα, τν οκιακ θρησκεία, τ θρησκεία τς στίας, πέναντι στν πολιτικ κα τυραννικ πολιτοφροσύνη, τν τυραννία τς πολιτείας, σως πίσης τν ξοικείωση μ τν λλο πέναντι στν πολιτισμό. ν καί, εναι δυνατόν, ραγε, ν κπολιτιστε κανες δίχως προηγουμένως ν χει ξοικειωθε μ τν λλο; πάρχει χρος γι πολιτοφροσύνη κα πολιτισμ κε που δν χουν μπε τ θεμέλια τς οκιακότητας κα τς ξοικείωσης μ τν λλο;


Η θεία Τούλα του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο εκδόθηκε το 1921. Για πάνω από ενενήντα χρόνια παρέμεινε αμετάφραστη στα ελληνικά. Αίφνης, κατά τα τελευταία χρόνια, εμφανίστηκαν τρεις εκδοχές του εν λόγω έργου, κατά σειρά: 1) 2013, Εκδόσεις Καλλιγράφος, σε μετάφραση Μαρίας Μπεζαντάκου, 2) 2014, Εκδόσεις Vakxikon, σε μετάφραση Τάσου Ψάρρη, 3) 2017, Εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.




[1] Μετάφραση Νίκος Νικολίτσης.
[2] Ό.π.
[3] Α.: Δὲν εἶναι ντροπὴ νὰ τιμᾶ κανεὶς τὰ ἴδια του τὰ σπλάχνα.
Κ.: Δὲν ἦταν αμα σου καὶ ὁ ἄλλος ποὺ σκοτώθηκε σὲ πάλη μαζί του;
Α.: Αμα μου, ἀπὸ τὴν ἴδια μάνα καὶ τὸν ἴδιο πατέρα.
Κ.: Πῶς τὸν προσβάλλεις, λοιπόν, τιμώντας τὸν ἄλλον;
Α.: Δὲν θὰ ἔλεγε κάτι τέτοιο ὁ νεκρός.
Κ.: Ἀφοῦ τὸν τιμς τὸ ἴδιο μὲ τὸν ἀσεβή!
Α.: Δὲν χάθηκε ἕνας δολος, παρά ὁ ἀδελφός μου.
Κ.: Ποὺ ρήμαξε τὴ χώρα, ἐνῶ ὁ ἄλλος τὴν ὑπερασπίστηκε.
Α.: Ὁ Ἅδης τος θέλει ὅλους ἴσους μπροστά στὸ νόμο.
Κ.: Ὄχι ὅμως νὰ εἶναι ὁ καλς ἴσα μὲ τὸν κακό.
Α.: Ποιός ξέρει ἂν σχύουν αὐτὰ στὸν κάτω κόσμο;
[4] [Σ.τ.Μ.] Ὁ Οἰδίποδας ἀπέκτησε τὴν Ἀντιγόνη μὲ τὴν Ἰοκάστη, τὴ μητέρα του.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Vengador, de Galini Saulidu

Escuchas primero los cascos del caballo en el asfalto, miras por la ventana, increíble, don Quijote, el héroe de tu infancia, parado ahí, en la acera, esperando que le abras. Te secas rápidamente las lágrimas, bajas en zapatillas, llegaste en el momento más oportuno, valiente caballero, no aguanto más, mi jefe me trata todos los días como una basura, lo sé todo noble dama, no perdamos tiempo. Ya estamos en su despacho, ¿quién es usted?, los carnavales aún no han llegado, las palabras sobran en tu caso, maldito sinvergüenza, la espada del caballero baja con fuerza, papeles flotan y se esparcen por el suelo, el director cae ensangrentado de la silla, pagó con creces su horrible comportamiento, abrazas llena de gratitud al caballero, subís los dos al Rocinante, no galopa, vuela, sus patas apenas rozan las antenas de los edificios, en vano te preocupabas, al final la solución era tan simple.

Fuente: Revista The book´s Journal, núm. 63, febrero de 2016.

Galini Saulidu: Nació en Atenas en 1962. Estudió Pedagogía y Filología Griega. Trabajó como maestra durante 30 años. Empezó a escribir tras su jubilación.

Traducción grupal (XXIV Jornadas de Didáctica de ASPE, Atenas, junio de 2016)

Revisión: Konstantinos Paleologos

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Ο «αφαιρετικός» κύριος Μπόρχες, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ειλικρινά δεν θυμάμαι αν εκείνο το βράδυ αυτοκτονήσαμε
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ, Διάλογος πάνω σε ένα διάλογο

Εν αρχή ην η Historia universal de la infamia, μια συλλογή από σύντομες σπονδυλωτές πραγματικές ιστορίες, «πειραγμένες» από την πένα του Μπόρχες, τις οποίες ο Αργεντινός δημοσίευε σε συνέχειες στην εφημερίδα Diario Crítica από το 1933 έως το 1934 και συγκέντρωσε σε βιβλίο το 1935 (το εν λόγω βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1982 από της εκδόσεις Ύψιλον, με τον τίτλο Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη). Είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα, το 1953, οι Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Αδόλφο Μπιόι Κασάρες εκδίδουν ένα ιστορικό βιβλίο, την ανθολογία Cuentos breves y extraordinarios (κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1988, από της εκδόσεις Ύψιλον, με τον τίτλο Σύντομες και παράξενες ιστορίες σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη και Αχιλλέα Κυριακίδη)· επρόκειτο ουσιαστικά για ένα πείραμα: οι δύο αργεντινοί πεζογράφοι έπαιρναν αποσπάσματα από ευρύτερα κείμενα (μυθιστορήματα, δοκίμια, μύθους, χρονικά κ.λπ.) για να τα «διαβάσουν» ως αυτόνομες σύντομες αφηγήσεις. Ενδιάμεσα, βέβαια, είχαν παρεμβληθεί βιβλία σταθμοί της παγκόσμιας διηγηματογραφίας όπως το Ficciones (1944) και το Aleph (1949). Αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους λόγους που ο πολυγραφότατος Μπόρχες έχει ταυτιστεί, όσο ελάχιστοι συγγραφείς του βεληνεκούς του, με τη σύντομη αφήγηση.
            Η ενασχόληση, λοιπόν, του Μπόρχες με τη σύντομη (διήγημα) και την υπερσύντομη (μικροδιήγημα) πεζογραφία ξεκίνησε από τα πρώτα κιόλας έργα του, και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, με βιβλία όπως το La cifra του 1981 ή το Los conjurados του 1985. Όσον αφορά συγκεκριμένα την υπερσύντομη αφήγηση, έδινε στον Μπόρχες, σύμφωνα με τον αργεντινό θεωρητικό και διηγηματογράφο David Lagmanovich (2006: 201), τη δυνατότητα να μεταδώσει με τρόπο εξαιρετικά συμπυκνωμένο και ευθύβολο τα νοήματα και τα σύμβολα που χαρακτηρίζουν άπασα τη λογοτεχνική παραγωγή του: τα αινίγματα της ανθρώπινης προσωπικότητας, τους λαβυρίνθους του, την αίσθηση του χρόνου ως κάτι φευγαλέο και ταυτόχρονα αιώνιο, τα μυστήρια του σύμπαντος. Καθόσον δε, όπως δήλωνε μετ’ επιφάσεως ο ίδιος, δεν πίστευε στον τεχνητό (και τεχνικό) διαχωρισμό των λογοτεχνικών ειδών, τον οποίο τόσο δημιουργικά υπονόμευε, η σύντομη αφήγηση προσέφερε στον Μπόρχες μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να πειραματιστεί με διάφορα είδη λόγου (μύθους, παραβολές, αφορισμούς, ακόμα και ειδήσεις) και ταυτόχρονα να αναζητήσει το ουσιώδες της αφήγησης το οποίο βρίσκεται «σε αυτές τις αστραπιαίες ιστορίες· όλα τα υπόλοιπα είναι διασαφηνιστικά επεισόδια, ψυχολογικές αναλύσεις, πετυχημένα ή ατυχή λεκτικά στολίδια» έγραφε, μαζί με τον Μπιόι Κασάρες, στον πρόλογο των Σύντομων και παράξενων ιστοριών.   
Στο τέλος του παρόντος κειμένου θα παρουσιάσουμε μια ελάχιστη ανθολογία μικροδιηγημάτων του Μπόρχες, προηγουμένως, όμως, κρίνουμε σκόπιμη μια μικρή εισαγωγή στην ιστορία και τα κυριότερα χαρακτηριστικά της υπερβραχείας αφήγησης, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη θέση που κατέχει το έργο του δημιουργού του Άλεφ εντός του κανόνα του εν λόγω λογοτεχνικού είδους.
Στα ελληνικά το λογοτεχνικό είδος της (υπερ)βραχείας αφήγησης ονομάζεται συνήθως μικροδιήγημα, αλλά και υπέρμικρο διήγημα, υπερβραχύ διήγημα, σύντομη φόρμα, ιστορία μπονζάι κ.λπ. (στα ισπανικά, αντίστοιχα, οι προτεινόμενες ονομασίες είναι και εκεί πολλές: minicuento, minirrelato, minificción, microrrelato, microficción, nanocuento, relato mínimo κ.λπ.). Όλοι αυτοί οι όροι προσπαθούν να ορίσουν όχι τόσο τη μυθοπλασία του σύντομου (με βάση τον αριθμό των λέξεων) και του φευγαλέου (με αφορμή την αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου), όσο την πεζογραφία της αφαίρεσης, την πεζογραφία, δηλαδή, που ζητά, σχεδόν απαιτεί από τον αναγνώστη την ενεργή συμμετοχή του, ώστε ουσιαστικά να είναι εκείνος που θα πλάσει ένα ολόκληρο έργο παίρνοντας ως αφορμή την αφαιρετική/στοιχειώδη ιστορία που του προσφέρει το μικροδιήγημα.
            Το μικροδιήγημα μπορεί να είναι, όπως τονίζει ο Fernando Valls, «ένα νέο λογοτεχνικό είδος» (2009: 12), αλλά η μικρή σε έκταση αφήγηση έρχεται από το παρελθόν, δεν αποτελεί φρούτο της εποχής μας. Με μυθοπλαστικό αλλά κυρίως διδακτικό χαρακτήρα μάς είναι γνωστή από την εποχή του Αισώπου, για να περάσουμε στη συνέχεια, στον Απολλόδωρο, τα ανατολίτικα παραμύθια, τους αρχαίους παραδοξογράφους, τους λατίνους συγγραφείς (Κικέρωνα, Πετρώνιο κ.ά.), τον Πλούταρχο, τον Βοκάκιο, τα με­σαι­ω­νι­κά α­σκη­τι­κά και α­γι­ο­λο­γι­κά κεί­με­να κ.λπ. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά ακόμα πιο έντονα από τις αρχές του 20ού, συναντούμε δείγματα υπερσύντομης λογοτεχνίας στη λογοτεχνική παραγωγή πολλών χωρών (κυρίως ισπανόφωνων και αγγλόφωνων) με κυριότερους εκπροσώπους τους Έντγκαρ Άλαν Πόε, Χάουαρντ Λάβκραφτ, Ρουμπέν Νταρίο, Βισέντε Ουϊδόμπρο,  Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ κ.ά.
Καθώς προχωρά ο 20ός αιώνας, η σύντομη αφήγηση εμπλουτίζεται με τη συνεισφορά μεγάλων ονομάτων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής ηπείρου: αναφερόμαστε σε εξέχοντες συγγραφείς όπως ο Άντον Τσέχοφ, ο Φραντς Κάφκα, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Άμπροουζ Μπιρς, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Τζον Απντάικ, ο Χοσέ Αρεόλα και φυσικά ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ο οποίος ήταν από τους πρώτους συγγραφείς που «εξερεύνησαν τα όρια του είδους» (Lagmanovich, 2005: 9).
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά η παραγωγή και η δημοτικότητα του σύντομου αφηγήματος εκτοξεύθηκε, παγκοσμίως, σε επίπεδα που κανείς δεν φανταζόταν μέχρι τότε. Φυσικά, στην εκπληκτική άνθιση του μικροδιηγήματος έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και οι νέες τεχνολογίες οι οποίες, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο διάχυσης, εξασφαλίζουν ταχεία διάδοση και ευρεία αναγνωσιμότητα.
            Ποια είναι όμως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικροδιηγήματος; Η συντομία είναι, αναμφίβολα, το πρώτο από αυτά. Βέβαια δεν υπάρχει συμφωνία για τον αριθμό των λέξεων: Εκατό; Διακόσιες; Πεντακόσιες; Μια σελίδα; Δύο; Μερικές γραμμές μόνο; Τα όρια είναι συζητήσιμα, άλλωστε το σημαντικό σε ένα μικροδιήγημα, όπως σημείωνε εμφατικά ο Lagmanovich: «δεν είναι τόσο το να γράψει κανείς λίγες λέξεις, όσο το να μην γράψει επιπλέον λέξεις» (2006: 41). 
            Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι η αφηγηματικότητα, δηλαδή, όσο μικρή και αν είναι η έκτασή του είναι προορισμένο να αφηγηθεί μια ιστορία και πρέπει να την αφηγηθεί με ένταση, αφού (αντίθετα με τα μυθιστορήματα) στη σύντομη αφήγηση δεν υπάρχει χώρος για «κενά διαστήματα». Συνεπώς έχει πλοκή (αλλά όχι περίπλοκη), συγκεκριμένο χώρο στον οποίο εξελίσσεται η αφήγηση (αλλά με ελάχιστες ή και καθόλου περιγραφές) και χαρακτήρες (αλλά με μηδαμινή αναφορά στα φυσικά ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους).
            Το σπουδαιότερο όμως χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι, καθώς προείπαμε, η αφαίρεση (ή, αλλιώς, η έλλειψη, η βραχυλογία), άλλωστε, όπως υποστηρίζει o σημαντικός ισπανός διηγηματογράφος Juan Pedro Aparicio: «αυτό που δεν εμφανίζεται στο κείμενο έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτό που εμφανίζεται» (2008: 493). Με άλλα λόγια, το μικροδιήγημα δεν υφίσταται δίχως την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να «εφεύρει» αυτό που δεν είναι εμφανές: από τα χαρακτηριστικά των ηρώων ή του τοπίου εντός του οποίου εκτυλίσσεται η δράση μέχρι το ίδιο το τέλος (το οποίο στα περισσότερα μικροδιηγήματα παραμένει εντελώς ανοικτό).
Το μικροδιήγημα έχει συγκριθεί, παρομοιασθεί ή και ταυτιστεί, τόσο από πλευράς κριτικών όσο και αναγνωστικού κοινού, με άλλες μορφές σύντομης έκφρασης τόσο από το χώρο της λογοτεχνίας: σύντομες ποιητικές συνθέσεις (π.χ. χαϊκού, ποίηση σε πεζό λόγο κ.λπ.), αφορισμούς, παραβολές κ.ά. όσο και εκτός λογοτεχνίας: γκράφιτι, διαφημιστικά σποτ, άρθρα στον περιοδικό τύπο κ.ά. Σε αυτήν τη «σύγχυση» συνέτειναν, σκοπίμως ή άθελά τους, συγγραφείς όπως ο Μπόρχες με τους πειραματισμούς του ή η συμπατριώτισσά του, Clara Obligado, η οποία τονίζει κατά τρόπο εμφατικό την πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτηρίζει αυτό το λογοτεχνικό είδος, την ευχέρεια, δηλαδή, με την οποία οικειοποιείται χαρακτηριστικά από άλλα είδη κειμένων και τα προσαρμόζει στα μέτρα του: «[Τα μικροδιηγήματα] διατρέχουν όλα τα είδη, όλες τις τεχνικές: στηρίζονται σε άλλα κείμενα, υφαίνουν δεσμούς με άλλες μορφές κειμένων: είναι παιχνίδι, ποίημα, απόφθεγμα, παραμύθι με ζώα, ανέκδοτο, μυθιστόρημα, μύθος, μέχρι και μικρή αγγελία» (2001: 9). Αντίθετα, ο περουβιανός συγγραφέας Fernando Iwasaki (2011) απορρίπτει καθέτως την οιανδήποτε σχέση του μικροδιηγήματος με όλα τα προαναφερθέντα είδη κειμένων: «Ένα μικροδιήγημα έχει ως στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία, ως εκ τούτου, μπορεί να έχει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες. Αυτά όμως που σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με το μικροδιήγημα είναι οι μακροσκελείς αφορισμοί, τα ποιήματα σε πεζό λόγο, τα εκτενή ανέκδοτα και οι αμπελοφιλοσοφίες».
Το ισπανόφωνο μικροδιήγημα, με λογοτεχνικές φιλοδοξίες, εμφανίζεται περί τα τέλη του 19ου αιώνα και, ακόμα πιο δυναμικά, στις αρχές του 20ού, συμπίπτοντας με το απόγειο του ισπανοαμερικάνικου Συμβολισμού (Modernismo hispanoamericano). Ανάμεσα στους πολύ σημαντικούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το είδος ξεχωρίζουμε τον Ρουμπέν Νταρίο από τη Νικαράγουα (το 1888 εκδίδει το Azul, το πρώτο βιβλίο στην ισπανική γλώσσα που περιλαμβάνει μικροδιηγήματα) και τον Χιλιανό Βισέντε Ουϊδόμπρο, και οι δύο συγγραφείς πρώτης γραμμής. Προϊόντος του 20ού αιώνα, όπως σημειώσαμε και προηγουμένως, το ισπανόφωνο μικροδιήγημα γνωρίζει εκπληκτική άνθιση, κυρίως στην Ισπανία, την Αργεντινή και το Μεξικό: Λεοπόλδο Λουγόνες, Αλφόνσο Ρέγες, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1956), Χούλιο Τόρι, Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα, Αουγούστο Μοντερόσο, Χούλιο Κορτάσαρ, Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Εδουάρδο Γκαλεάνο καθώς και πολλοί άλλοι δίνουν στο είδος τέτοια ώθηση, ώστε μπορούμε να ισχυριστούμε βάσιμα ότι άλλαξαν την ιστορία της σύντομης αφήγησης παγκοσμίως. Η συμβολή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες στην εξέλιξη και διάδοση του είδους (παρόλο που ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ ένα βιβλίο που να αποτελείται εξολοκλήρου από αυτό που σήμερα αποκαλούμε μικροδιηγήματα) είναι παραπάνω από καθοριστική ώστε να γνωρίσει το μικροδιήγημα την εντυπωσιακή ανάπτυξη και παρουσία που έχει σήμερα στις ισπανόφωνες χώρες: έκδοση σημαντικού αριθμού βιβλίων (από συγγραφείς που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές) και ανθολογιών, ειδικά βραβεία, συνέδρια και πανεπιστημιακά σεμινάρια αφιερωμένα σε αυτό, έντονη παρουσία του είδους στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.
            Όπως είχαμε υποσχεθεί στην αρχή αυτού του κειμένου, θα κλείσουμε αυτή την περιήγησή μας στο μικροδιήγημα ως λογοτεχνικό είδος και την αναφορά μας στον «αφαιρετικό» Μπόρχες, στον ευφυή, δηλαδή, και συνάμα εφευρετικό συγγραφέα υπερσύντομων αφηγήσεων, με ένα δείγμα της δουλειάς του. Τα πέντε μικροδιηγήματα που έχουμε επιλέξει δημοσιεύτηκαν σε πέντε διαφορετικά βιβλία: το πρώτο είναι μια παραλλαγή του μύθου των τριών Μοιρών όπως τον παρουσίασε, σε συνεργασία με τη φίλη του Ντέλια Ινχενιέρος, στο βιβλίο Antiguas literaturas germánicas, το 1951, και τον συμπεριέλαβε αργότερα στο Cuentos breves y extraordinarios. Το «Argumentum ornithologicum» (παιγνιώδης παράφραση του Argumentum ontologicum) είναι μια «σπαζοκεφαλιά» που περιλαμβάνεται στη συλλογή μικροδιηγημάτων και ποιημάτων El hacedor (1960). «Ο μάντης» περιλαμβάνεται στην ανθολογία του μεξικανού Edmundo Valadés El libro de la imaginación, ενώ το λαβυρινθώδες «Ένα όνειρο» (La cifra, 1981) και το αυτοβιογραφικό «Κατοχή του χθες» (Los conjurados, 1985) ανήκουν στην ώριμη περίοδο του Αργεντινού, ας τα απολαύσουμε:   

Όντιν

Λέγεται ότι στην αυλή του Όλαφ Τρίγκβασον, που είχε ασπαστεί τη νέα θρησκεία, έφτασε μια νύχτα ένας γέροντας, τυλιγμένος σε μια σκουρόχρωμη κάπα και με το γείσο του καπέλου ίσα με τα μάτια. Ο βασιλιάς τον ρώτησε αν ήξερε να κάνει κάτι· ο ξένος απάντησε πως ήξερε να παίζει άρπα και να αφηγείται παραμύθια. Έπαιξε στην άρπα παλιούς σκοπούς, μίλησε για την Γκούντρουν και τον Γκούναρ και, στο τέλος, ανέφερε τη γέννηση του Όντιν. Είπε ότι ήρθαν οι τρεις Μοίρες, ότι οι δύο πρώτες του υποσχέθηκαν απέραντη ευτυχία και ότι η τρίτη είπε μαινόμενη: «Το παιδί δεν θα ζήσει περισσότερο από το κερί που καίει στο πλάι του». Τότε οι γονείς έσβησαν το κερί για να μην πεθάνει ο Όντιν. Ο Όλαφ Τρίγκβασον δεν πίστεψε την ιστορία· ο ξένος επέμεινε ότι ήταν αληθινή, έβγαλε το κερί και το άναψε. Καθώς το έβλεπαν να καίγεται, ο άντρας είπε πως ήταν αργά και πως έπρεπε να φύγει. Όταν έλιωσε όλο το κερί, τον αναζήτησαν. Σε μικρή απόσταση από το παλάτι, ο Όντιν είχε πεθάνει.

Argumentum ornithologicum

Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιών. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, μπορεί και λιγότερο· δεν ξέρω πόσα πουλιά είδα. Ήταν καθορισμένος ή ακαθόριστος ο αριθμός τους; Το πρόβλημα εμπεριέχει το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού. Εάν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι καθορισμένος, γιατί ο Θεός γνωρίζει πόσα πουλιά είδα. Εάν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ακαθόριστος, γιατί κανείς δεν μπόρεσε να τον υπολογίσει. Σε αυτήν την περίπτωση, είδα λιγότερα από δέκα πουλιά (ας πούμε), αλλά δεν είδα εννέα, οκτώ, επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο. Είδα έναν αριθμό ανάμεσα στο δέκα και το ένα, που δεν είναι το εννέα, το οκτώ, το επτά, το έξι, το πέντε κ.λπ. Αυτός ο ακέραιος αριθμός είναι ασύλληπτος· άρα, ο Θεός υπάρχει.  

Ο μάντης

Στη Σουμάτρα, κάποιος θέλει να πάρει διδακτορικό στη μαντική. Ο μάγος εξεταστής τον ρωτάει αν θα απορριφθεί ή αν θα περάσει. Ο υποψήφιος απαντάει ότι θα απορριφθεί...  

Ένα όνειρο

Σε κάποιο έρημο μέρος του Ιράν υπάρχει ένας όχι και τόσο ψηλός πέτρινος πύργος, χωρίς πόρτα και παράθυρο. Στο μοναδικό δωμάτιο (που έχει χωμάτινο πάτωμα και σχήμα κυκλικό) υπάρχει ένα ξύλινο τραπέζι και ένας πάγκος. Σε αυτό το κυκλικό κελί, ένας άντρας που μου μοιάζει γράφει με χαρακτήρες που δεν καταλαβαίνω ένα μακροσκελές ποίημα για κάποιον άντρα που σε κάποιο άλλο κυκλικό κελί γράφει ένα ποίημα για κάποιον άντρα που σε κάποιο άλλο κυκλικό κελί… Η διαδικασία δεν έχει τέλος και κανείς δεν θα μπορέσει να διαβάσει αυτό που γράφουν οι φυλακισμένοι.

Κατοχή του χθες

Ξέρω ότι έχω χάσει τόσα πολλά πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα μετρήσω και αυτές οι απώλειες, τώρα, είναι ό,τι έχω. Ξέρω ότι έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο και σκέφτομαι αυτά τα ανέφικτα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει και βρίσκεται πάντα στο πλάι μου. Όταν θέλω να κάνω μετρική ανάλυση στίχων του Σουίνμπερν, το κάνω, μου λένε, με τη φωνή του. Μονάχα όποιος έχει πεθάνει είναι δικός μας, μονάχα είναι δικό μας ό,τι έχουμε χάσει. Η Τροία υπήρξε κάποτε, αλλά η Τροία διαιωνίζεται στο εξάμετρο που θρηνεί την απώλειά της. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Όλα τα ποιήματα, με τον καιρό, γίνονται ελεγείες. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας εγκατέλειψαν· απελευθερωμένοι πλέον από την προσμονή της στιγμής, από την αγωνία, τις ανησυχίες και τον τρόμο της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι παρά μόνο οι χαμένοι.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Aparicio, Juan Pedro: «Poética cuántica» στο Irene Andres-Suárez και Antonio Rinas (επιμελητές): La era de la brevedad. El microrrelato hispánico, Παλένθια, Μenoscuarto, 2008, σελίδες 491-495.
  • Borges, Jorge Luis: El hacedor, Μπουένος Άιρες, Emecé, 1960.
  • Borges, Jorge Luis: La cifra, Μπουένος Άιρες, Emecé, 1981.
  • Borges, Jorge Luis: Los conjurados, Μαδρίτη, Grupo Anaya, 1985.
  • Borges, Jorge Luis και Bioy Casares, Adolfo: Cuentos breves y extraordinarios, Μπουένος Άιρες, Raigal, 1955.
  • Iwasaki, Fernando: «Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο για το Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι», (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), Ηλεκτρονικό περιοδικό Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι, 14 Ιανουαρίου 2011.
  • Lagmanovich, David (επιμελητής): La otra mirada. Antología del microrrelato hispánico, Παλένθια, Menoscuarto, 2005.
  • Lagmanovich, David: El microrrelato. Teoría e historia, Παλένθια, Menoscuarto, 2006.
  • Obligado, Clara: «Prólogo bonsái» στο Por favor, sea breve. Antología de relatos hiperbreves (επιμέλεια της Clara Obligado), Μαδρίτη, Páginas de Espuma, 2001, σελ. 9-10.
  • Valadés, Edmundo (επιμέλεια): El libro de la imaginación, Πόλη του Μεξικού, Fondo de Cultura Económica, 1976.
  • Valls, Fernando: «Lo microfantástico en Ángel Olgoso» στο Ángel Olgoso, La máquina de languidecer, Μαδρίτη, Páginas de Espuma, 2009, σελ 11-17.


Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 47, τον
Ιανουάριο του 2014.