Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Βιβλιοκριτική του Librofilo για Τα τυφλά ηλιοτρόπια του Αλμπέρτο Μέντεθ

4 ήττες
«Ξεπερνώ σημαίνει αποδέχομαι, όχι αλλάζω σελίδα και ξεχνώ». Η φράση αυτή του Κάρλος Πιέρα που προτάσσει στην αρχή του σπονδυλωτού μυθιστορήματος του, «ΤΑ ΤΥΦΛΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ», (Εκδ. Πάπυρος, (εξαιρετική) μετάφραση Κων/νος Παλαιολόγος, σελ. 200), ο πρόωρα χαμένος Ισπανός συγγραφέας Alberto Méndez (1941-2004) αποτελεί και το νόημα ουσιαστικά μιας εκπληκτικής ελεγείας για τους νεκρούς του Εμφυλίου, μιας εποχής που ακόμα και τόσα χρόνια μετά (70 και...) στοιχειώνει το βαθύτερο είναι του ισπανικού λαού.
«Τα τυφλά ηλιοτρόπια (Los girasoles ciegos)» είναι ένα σπάνιο βιβλίο. Ένα από αυτά που δεν συναντάς συχνά. 4 ιστορίες ελαφρώς συνδεδεμένες μεταξύ τους, 4 επεισόδια που ξεκινάνε από τις τελευταίες ημέρες του Εμφυλίου, το 1939 (η πρώτη ιστορία) για να καταλήξουν το 1942 (στην τελευταία ιστορία). 4 ήττες, 4 (και όχι μόνο) θάνατοι απλών καθημερινών ανθρώπων, 4 (και όχι μόνο) δράματα που εκτυλίσσονται χαμηλόφωνα, χωρίς εντάσεις, διηγήσεις γραμμένες απλά και λυρικά και που όλες κουβαλάνε πόνο βαθύ.
Από τους τίτλους και μόνο των 4 ιστοριών νιώθεις ότι κάτι γίνεται εδώ. Τους παραθέτω:
-Πρώτη ήττα: 1939 ή Εάν η καρδιά σκεφτόταν, θα έπαυε να χτυπά
-Δεύτερη ήττα: 1940 ή Το χειρόγραφο που βρέθηκε στη λησμονιά
-Τρίτη ήττα: 1941 ή Η γλώσσα των νεκρών
-Τέταρτη ήττα: 1942 ή Τα τυφλά ηλιοτρόπια
Και οι 4 ιστορίες με καθηλωτικές εισαγωγικές προτάσεις που βάζουν τον αναγνώστη κατευθείαν στην καρδιά της αφήγησης, δείγμα των μεγάλων ικανοτήτων του συγγραφέα. Στην πρώτη που εκτυλίσσεται τις τελευταίες ημέρες του εμφυλίου και καθώς «πέφτει» μετά από πολύχρονη και αιματηρή πολιορκία η Μαδρίτη στα χέρια των πραξικοπηματιών, ο λοχαγός Αλεγκρία που ήταν υπεύθυνος στην διαχείριση εφοδίων για τρία χρόνια, όσο δηλαδή κρατούσε η πολιορκία της πρωτεύουσας, αποφασίζει να παραδοθεί στους Δημοκρατικούς που ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν ηττημένοι την πόλη. Επιλέγει την ήττα, και τον θάνατο, λιποτάκτης για τους νικητές, εχθρός και προδότης για τους ηττημένους.
«Γνωρίζουμε πλέον ότι ο λοχαγός Αλεγκρία επέλεξε το θάνατό του δίχως να το πολυσκεφτεί, δίχως να κοιτάξει το οργισμένο πρόσωπο του μέλλοντος που προσμένει τις χαραγμένες ανάποδα ζωές. Επέλεξε να αργοσβήσει δίχως πάθη και κινήσεις εντυπωσιασμού, δίχως να υψώσει τη φωνή του εκτός από τη στιγμή που διέσχισε το πεδίο της μάχης, με τα χέρια υψωμένα όσο χρειαζόταν για να μη φανεί ότι εκλιπαρεί και, μπροστά σ’ έναν αποσβολωμένο εχθρό, κραύγασε ξανά και ξανά: “Είμαι ένας παραδομένος”».

Ο λοχαγός Αλεγκρία ηττημένος μέσα στους ηττημένους, προσεχής νεκρός μέσα στους μελλοθάνατους, θα ζήσει μια απίστευτη περιπέτεια γιατί σ’ αυτόν τον παράλογο πόλεμο (λες και υπάρχει «λογικός» πόλεμος) ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου δεν μπορείς.
Στην δεύτερη ιστορία, η αρχή της, τα λέει όλα:
«Αυτό το κείμενο βρέθηκε το 1940 σ’ ένα λιβάδι στο οροπέδιο του Σομιέδο, εκεί όπου συναντιέται η Αστούριας με τη Λεόν. Βρέθηκε ο σκελετός ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού σε ηλικία θηλασμού που είχε διατηρηθεί κατά τρόπο θαυμαστό πάνω σε κάτι σακιά από χοντρή λινάτσα που ήταν απλωμένα σ’ ένα ράντζο · ήταν σκεπασμένοι με το δέρμα ενός λύκου και μαλλί από αγριοκάτσικο, τρίχες από αγριογούρουνο και ξερά κλαδιά φτέρης. Τα δύο σώματα βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο και ήταν τυλιγμένα μ’ ένα λευκό κάλυμμα κρεβατιού («σαν να σχημάτιζαν φωλιά», σημειώνεται στην επίσημη αναφορά),η καθαριότητα του οποίου ερχόταν σε αντίθεση με το υπόλοιπο κατάλυμα που ήταν βρόμικο, δυσώδες και μίζερο».
Ένα ζευγάρι παίρνει τα βουνά μόλις ο Φράνκο αναλαμβάνει την εξουσία. Είναι και οι δύο πολύ νέοι, ο άντρας είναι ποιητής, δεκαοχτάχρονος, ουσιαστικά ένα παιδί. Η κοπέλα, η Ελένα ήδη έγκυος πεθαίνει στη γέννα και ο άντρας βρίσκεται με το νεογέννητο χωρίς να ξέρει τι να κάνει κάπου στην ερημιά μέσα στον χειμώνα. Κρατάει ημερολόγιο όπου εξιστορεί την πορεία προς τον θάνατο. Τον καθημερινό αγώνα να κρατηθούν στη ζωή, το παιδί που έγινε άντρας και το μωρό που δεν θα γίνει ποτέ παιδί. Η απελπισία και η μυρωδιά του θανάτου διαπερνάει τις σελίδες του ημερολογίου.
Η τρίτη ιστορία αρχίζει σαν φάρσα όταν ο αγωνιστής‒νοσοκόμος του Δημοκρατικού στρατού συλληφθείς μετά την παράδοση της Μαδρίτης, στο δικαστήριο χωρίς να το συνειδητοποιήσει παίρνει «παράταση ζωής» λέγοντας στον Δικαστή ότι γνώρισε τον γιό του λίγο προτού εκτελεστεί ως αιχμάλωτος. Ο Χουάν Σένρα, καθηγητής τσέλου όντως γνώρισε τον γιό του Συνταγματάρχη Εϊμάρ, αλλά εκείνος ήταν ένας απατεώνας, ένας χυδαίος τύπος που εκτελέστηκε για εμπόριο μαύρης αγοράς και για κλοπή, όχι για τις ιδέες του. Ξέρει όμως ότι εάν τον παρουσιάσει ως ήρωα στα μάτια του βαρυπενθούντα πατέρα, ενδέχεται να του χαριστεί η ζωή. Επιλέγει να παίξει το παιχνίδι αλλά μέσα του το ξέρει καλά ότι δεν θα αντέξει στο ψέμα. Βλέπει τους φίλους και συμπολεμιστές του να παίρνουν τον δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα και σιχαίνεται τον εαυτό του καθημερινά για το θέατρο που παίζει μέσα στην «φυλακή των ηττημένων» συγκλονίζεται δε, όταν τον πλησιάζει ο λοχαγός Αλεγκρία (ήρωας της πρώτης ιστορίας) και του ψιθυρίζει στο αυτί: «Εσύ κι εγώ ζούμε δανεική ζωή. Πρέπει να κάνουμε κάτι για να μη χρωστάμε τίποτα σε κανέναν».
Ο Χουάν ζει την ήττα καθημερινά, και όταν βλέπει να παίρνουν τον κολλητό του για εκτέλεση σπάει και αποφασίζει να σταματήσει το παιχνίδι, να πει την αλήθεια, να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Λίγα λόγια σε ένα γράμμα στον αδελφό του για αντίο... «Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών. Να με θυμάσαι πάντα και προσπάθησε να είσαι ευτυχής. Με αγάπη, ο αδελφός σου, Χουάν».
Η τέταρτη ιστορία, που δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα, είναι η μεγαλύτερη σε έκταση αλλά και η πιο συγκλονιστική από τις τέσσερις. Είναι η ιστορία ενός παράξενου κουαρτέτου. Ενός παπά, του αδελφού Σαλβαδόρ, δάσκαλου σε ένα σχολείο, του μαθητή του Λορένθο και των δύο γονιών του μαθητή, του Ρικάρντο και της Ελένας. Η ιστορία μοιράζεται μεταξύ των αφηγήσεων του μικρού Λορένθο και του παπά, δυο αφηγήσεις διαφορετικές μεταξύ τους σε γλώσσα και ύφος αλλά και σε περιεχόμενο.
Ο παπάς έβλεπε τον μικρό να συνοδεύεται στο σχολείο από την όμορφη μητέρα του. Στις επίμονες ερωτήσεις του, ο μικρός απαντούσε μονολεκτικά, «ο πατέρας μου έχει πεθάνει». Ο παπάς ερωτεύθηκε την Ελένα και ήταν ικανός να διαπράξει την μεγαλύτερη τρέλα για να την κατακτήσει. Ο Λορένθο προσπαθούσε να διαφυλάξει το μεγάλο μυστικό: «Τώρα μπορώ πλέον να μιλήσω για όλα αυτά, αν και μου είναι δύσκολο να τα θυμάμαι, όχι γιατί ατόνησε η μνήμη μου, αλλά εξαιτίας της ναυτίας που μου προκαλεί η παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια σαν μια απεραντοσύνη που έζησα μέσα σ’ έναν καθρέφτη, σαν κάτι που είχα την ατυχία ταυτόχρονα να ζω και να παρατηρώ. Από τη μια πλευρά του καθρέφτη βρισκόταν η υποκρισία, το προσποιητό. Από την άλλη, αυτά που πράγματι συνέβαιναν. Σήμερα αυτά που θυμάμαι από τότε που ήμουν παιδί εξακολουθούν να με τρομάζουν, γιατί όσο περνούν τα χρόνια επικρατεί η πεποίθηση ότι, αν δεν είχα υπάρξει παιδί, δεν θα είχε συμβεί τίποτα απ’ όσα συνέβησαν.
Υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος που λεγόταν οδός Αλκαλά 177, τρίτος όροφος, τρίτη πόρτα αριστερά· ήταν ο τόπος μου. Ο εν λόγω πλανήτης ανήκε σ’ ένα απέραντο σύμπαν που μας παραμόνευε, δηλαδή στο οικοδομικό τρίγωνο μεταξύ των οδών Αλκαλά, Μοντέσα και Αγιάλα. Ζούσαμε σ’ ένα οικοδομικό «τετράγωνο» που δεν είχε καν τέσσερις πλευρές, όπως τα υπόλοιπα· ακόμα κι έτσι όμως αυτός ήταν ο κόσμος μου! Πιο πέρα υπήρχαν και άλλοι γαλαξίες: οι οδοί Τορίχος και Γκόγια, από τη μια πλευρά, και από την άλλη, ο ζοφερός κόσμος της Φουέντε δελ Μπέρο και της πλατείας Μανουέλ Μπεθέρα, όπου κατοικούσαν παιδιά πιο φτωχά από εμάς και με τα οποία μας έδενε αμοιβαίο και ανεξήγητο μίσος, μίσος που μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή τα πάντα ανήκαν σε κάποια φατρία: τα πεζοδρόμια, η μπάλα, η σβούρα, η γόμα και οι φίλοι. Θυμάμαι, επίσης, ότι υπήρχε ένα ανήλιαγο στενάκι που έκοβες δρόμο και σ’ έβγαζε στο σχολείο της Αγίας Οικογένειας, ένα παλατάκι που βρισκόταν στη γωνία των οδών Ναρβάεθ και Ο’ Ντόνελ. Ένα τέταρτο της ώρας δρόμος που τον έκανα, με παρέα ή μόνος μου, χιλιάδες φορές, αλλά που μου ήταν τόσο ξένος, ώστε δεν καταφέρνω ν’ αναπλάσω τελείως στη μνήμη μου την εικόνα του. Η αλήθεια είναι ότι μόνο όταν επέστρεφα στο τριγωνικό μου «τετράγωνο» ξαναβρισκόμουν, στο δικό μου σύμπαν.
Από όλες τις αναμνήσεις όμως αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχα έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα».
Ο Ρικάρντο κρύβεται, η Ελένα τραβάει όλο το λούκι, έχει και τον παπά στα πόδια της να την παρενοχλεί συνεχώς. Ένα δράμα που την «κάθαρση» του θα δώσει το απονενοημένο διάβημα του σαλεμένου από τον έρωτα αδελφού Σαλβαδόρ. Η (στα όρια του γκροτέσκου) φιγούρα του παπά αναπαριστά όλη την σκοτεινή ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ισπανίας, του χαφιεδισμού και της παπαδοκρατίας, αυτών των σκοτεινών χρόνων που καμία άλλη χώρα στην Ευρώπη δεν βίωσε τόσο έντονα.
Το βιβλίο του Μέντεθ είναι ένα αριστούργημα. Από τις σελίδες του περνάει το ανθρώπινο δράμα σε όλες του τις εκφάνσεις. Ο συγγραφέας δεν παίρνει θέση υπέρ ή κατά της μιας ή της άλλης πλευράς. Εξάλλου έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ο λοχαγός Αλεγκρία της πρώτης ιστορίας που δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό με ποια πλευρά να πολεμήσει το 1936, πήγε εκεί που η τάξη του και η ιστορία της οικογένειάς του το απαιτούσε, έπρεπε να υπερασπιστεί «αυτά που ήταν πάντοτε δικά του». Άσχετα αν κατέληξε να φυλακιστεί από τους πριν από ελάχιστο διάστημα δικούς του ανθρώπους ήταν ένας συνειδητοποιημένος «συντηρητικός δεξιός» που είναι το ίδιο συμπαθής ως λογοτεχνικός χαρακτήρας με τον Ρικάρντο Μάθο, τον αριστερό διανοούμενο καθηγητή Λογοτεχνίας της τελευταίας ιστορίας, τον φίλο του Ιλία Έρενμπουργκ και του Αντρέ Μαλρό που κρύβεται μέσα σε μία ντουλάπα για να γλυτώσει την ζωή του. Όλοι οι χαρακτήρες των ιστοριών πρωταγωνιστικοί ή όχι, όλοι αυτοί οι «ηττημένοι» υποφέρουν από έναν παραλογισμό, από μια μαζική παράκρουση που κυρίεψε μια χώρα για σχεδόν 40 χρόνια.
Τα κατάμαυρα και καταθλιπτικά πρώτα χρόνια, αυτά της «εκδίκησης», της στυγνής δικτατορίας του «Χενεραλίσιμο» Φράνκο περιγράφονται υπαινικτικά στις σελίδες του ανεπανάληπτου αυτού μυθιστορήματος. Οι συνταγματάρχες που κάνουν ότι γουστάρουν, οι παπάδες που έχουν αναλάβει να «εκπαιδεύσουν και να διαπαιδαγωγήσουν» τον λαό. Μια μακριά περίοδος σκοταδισμού που δεν έχει λογοτεχνικά αξιοποιηθεί ιδιαίτερα. Ο συγγραφέας με ένα λιτό και περιεκτικό βιβλίο μόλις 200 σελίδων μιλάει για την απελπισία, τον μαρασμό, την θλίψη, την περιφρόνηση, την ισοπέδωση των ηττημένων με ένα τρόπο που σου μένει βαθιά στην ψυχή. Όπως λέει και ο Λορένθο ενθυμούμενος τον καιρό που ο πατέρας του κρυβότανε μέσα στο ντουλάπι: «Τα πάντα ήταν πραγματικά, αλλά τίποτα δεν ήταν αληθινό».
Μάλλον το καλύτερο βιβλίο που διάβασα μέσα στη χρονιά που φεύγει.

Υ.Γ. Η τελευταία ιστορία από Τα τυφλά ηλιοτρόπια γυρίστηκε ταινία το 2008, με τον ίδιο τίτλο και γνώρισε τεράστια εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία στην Ισπανία παρά τις μάλλον ανάμικτες κριτικές.


Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009, posted by Librofilo 

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Σαν περάσουν πέντε χρόνια - ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ



Σαν περάσουν πέντε χρόνια

του Federico García Lorca
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος,
Άννυ Ανεστοπούλου, Έφη Γεωργοπούλου, 
Θεοδοσία Κοφινά
Εκδόσεις Κάπα | Ιούλιος 2016 | 112 σελ.
ISBN: 9786185191290
Πρώτη Έκδοση: Ιούλιος 2016
Δέσιμο: Μαλακό
Διαστάσεις:17x21


Κι αν τ’ Όνειρο δήθεν υψώνει τείχη στην κοιλάδα του Χρόνου,
ο Χρόνος το κάνει να πιστέψει πως γέννημα είναι του πόνου.

Lorca_01

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

(Μυθ)ιστορώντας ένα τραύμα

(Μυθ)ιστορώντας ένα τραύμα
Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος στη σύγχρονή ισπανική πεζογραφία

Πριν από ογδόντα χρόνια, στις 17 Ιουλίου 1936, ξεκινούσε από τη Μελίγια και τη Θέουτα, τις δύο ισπανικές πόλεις στα μεσογειακά παράλια του Μαρόκου, ο εμφύλιος πόλεμος που για μία τριετία θα κατάτρωγε τις σάρκες της Ισπανίας. Ένας πόλεμος που έμελλε να αναγορευτεί σε παγκόσμιο σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα, ενώ, ταυτόχρονα, απετέλεσε πηγή έμπνευσης για αμέτρητα έργα τέχνης. Το πιο διάσημο από αυτά είναι, ίσως, η Γκερνίκα: στις αρχές του 1937, στο Παρίσι, αντιπροσωπεία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας επισκέπτεται τον Πάμπλο Ρουίθ Πικάσο για να του αναθέσει μια τοιχογραφία για το ισπανικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού.
  Από αυτή τη συνάντηση, θα προκύψει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους πίνακες της παγκόσμιας ζωγραφικής, αλλά κυρίως θα γεννηθεί ένας θρύλος: η πρώτη «ιστορία» του ισπανικού εμφύλιου πολέμου που απαθανατίστηκε μέσω της τέχνης.
  Έκτοτε, ο πόλεμος αυτός και τα πρώτα, δύσκολα, μεταπολεμικά χρόνια στάθηκαν έμπνευση και αφορμή για αναρίθμητους πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, φωτογραφίες, κινηματογραφικές ταινίες, ποιήματα, τραγούδια, μυθιστορήματα… Είναι χιλιάδες οι ιστορίες από τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο που έχουν νικήσει το χρόνο μέσω της τέχνης. Τις περισσότερες από αυτές τις «οφείλουμε» στην πεζογραφία, κυρίως στην πεζογραφία που γράφτηκε από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: το τέλος του εμφυλίου, τον Απρίλιο του 1939, σήμανε την ανάληψη της εξουσίας από τους φασιστές, υπό την ηγεσία του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, και τον ανηλεή διωγμό των ισπανών διανοουμένων οι οποίοι, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, πρόσκεινταν στην αποκαλούμενη «δημοκρατική παράταξη». Η νέα κατάσταση πραγμάτων είχε ως συνέπεια, αφενός, τη φυγή πολλών συγγραφέων στο εξωτερικό (Θερνούδα, Αλμπέρτι, Άουμπ, Σεντέρ κ.ά.) και, αφετέρου, την εγκαθίδρυση στη χώρα ενός αυστηρού μηχανισμού λογοκρισίας που, παρά την όποια χαλάρωση στη λειτουργία του από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα, έμεινε ενεργός μέχρι το θάνατο του δικτάτορα, το 1975. 
Η λογοκρισία αυτή είχε ως φυσικό επόμενο να «αργήσουν» να γραφτούν στην Ισπανία μυθιστορήματα με αφορμή τον αδελφοκτόνο πόλεμο (κάτι που δεν συνέβη φυσικά με τους εξόριστους ισπανούς συγγραφείς). Όταν αυτό επιτέλους γίνεται, από συγγραφείς που αρχίζουν να γράφουν υπό καθεστώς ελευθερίας στη μεταφρανκική Ισπανία, παρατηρείται το εξής φαινόμενο: οι ιστορίες των ισπανών πεζογράφων της εποχής είναι βασισμένες στις διηγήσεις των «ηττημένων», πρόκειται δηλαδή για μια «μυθιστοριογραφία της μνήμης» που ακουμπά στον προφορικό λόγο των ανθρώπων εκείνων που είχαν χάσει τον πόλεμο. Έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το 2004 για να γραφτεί ένα μυθιστόρημα (Τα τυφλά ηλιοτρόπια) που βάζει στην εξίσωση του δράματος, ως όντα τραγικά και πολυδιάστατα και όχι απλώς ως δυνάστες, και τους «νικητές». Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο σύγχρονο ισπανικό λογοτεχνικό κανόνα απαντάμε μόνο ένα μυθιστόρημα, την Οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε του Καμίλο Χοσέ Θέλα, που σύμφωνα με πολλούς μελετητές πρόσκειται ιδεολογικά στο φρανκικό καθεστώς.     
Ας δούμε όμως, επιγραμματικά και κατά (αντίστροφη) χρονολογική σειρά της έκδοσής τους στη χώρα μας, κάποια πολύ σημαντικά ισπανικά μυθιστορήματα που καταπιάνονται με τον εμφύλιο και τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Κατά τη γνώμη μας τα δέκα πιο σημαντικά είναι: Ο αντάρτης του Αρτούρο Μπαρέα (μετ. Δέσποινα Μάρκου, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2010), επική τριλογία γραμμένη από τον εξόριστο συγγραφέα στην Αγγλία μεταξύ 1940 και 1945, Μέρες και νύχτες του Αντρές Τραπιέγιο (μετ. Κυριάκος Φιλιππίδης, Πόλις, 2009), Τα τυφλά ηλιοτρόπια του Αλμπέρτο Μέντεθ (μετ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πάπυρος, 2008), γραμμένο το 2004, είναι, όπως προείπαμε, το πρώτο μυθιστόρημα που καταφέρνει να αποδώσει με ένταση και συγκίνηση τον πόνο και την αγωνία «νικητών» και «ηττημένων», Οι φωνές του ποταμού Παμάνο του Ζάουμε Καμπρέ (μετ. Ευρυβιάδης Σοφός, Πάπυρος, 2008),  ο εμφύλιος από «καταλανική» οπτική γωνία, τα Δεκατρία ρόδα του Χεσούς Φερέρο (μετ. Βασίλης Λαλιώτης, Λαγουδέρα, 2006), η Καλλιγραφία του Ραφαέλ Τσίρμπες (μετ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004), οι Στρατιώτες της Σαλαμίνας του Χαβιέρ Θέρκας (μετ. Ελισώ Λογοθέτη, Εκδόσεις Πατάκη, 2002), ένα μυθιστόρημα που έχει ως πρωταγωνιστή τον Ραφαέλ Σάντσεθ Μάθας, έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της φασιστικής παράταξης, το Θα λέω πάντα το όνομά σου του Αντόνιο Σολέρ (μετ. Χάρης Παπαγεωργίου, Εκδόσεις Bell, 2001), Το φεγγάρι των λύκων του Χούλιο Γιαμαθάρες (μετ. Μαρία Χατζηγιάννη, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1991), γραμμένο το 1985 ήταν το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημα της μεταπολίτευσης που ασχολήθηκε με τη μοίρα των ηττημένων του εμφυλίου, και Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε (μετ. Ισμήνη Κανσή, Καστανιώτης, 1989), γραμμένο το 1942 από τον σημαντικότερο ισπανό μυθιστοριογράφο του 20ού αιώνα, διακρίνεται για την ωμότητα των περιγραφών του και την αρκετά «θολή» ιδεολογική προσέγγιση στην ακόμα πρόσφατη, εκείνη την εποχή, αδελφοκτόνο σύρραξη.
Στην Ισπανία, αντιμετωπίζεται ακόμα με μελαγχολία και πόνο το θέμα του εμφυλίου πολέμου και των συνεπειών του. Μόλις τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να διαφαίνεται μια πιο ψύχραιμη ανάλυση των γεγονότων εκ μέρους των Ισπανών που προσπαθούν πλέον να αποτινάξουν, όταν προσεγγίζουν αυτή την τραυματική ιστορία, το βάρος των προσωπικών, οικογενειακών ή πολιτικών τους πεποιθήσεων.
  Καλλιτέχνες σαν τον Πικάσο ή συγγραφείς σαν τον Μπαρέα και τον Θέλα ήρθαν «αντιμέτωποι» με αυτή την περίπλοκη και τραυματική ιστορία και προσπάθησαν μέσα από την τέχνη τους να αποτυπώσουν το «δράμα» και να πείσουν τους αποδέκτες των έργων τους για το αυτονόητο: δεν ξεπερνά κανείς μια κρίση αλλάζοντας απλώς σελίδα ή ξεχνώντας· για να ξεπεραστεί μια κρίση το πρώτο βήμα είναι η αποδοχή της.


Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

To παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών το Σάββατο 16 Ιουλίου 2016


Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Νικηττημένοι: ογδόντα χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου

του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ο στρατηγός Φρανθίσκο Φράνκο (1892-1975) είχε δώσει «δείγματα γραφής» αρκετά νωρίτερα: το φθινόπωρο του 1934 είχε καταπνίξει την κοινωνική επανάσταση στην Αστούριας, μια περιοχή με έντονη βιομηχανική δραστηριότητα και, φυσικά, κοινωνικές αντιθέσεις. Όταν, λοιπόν, το Φεβρουάριο του 1936, το Λαϊκό Μέτωπο (ο συνασπισμός των κυριότερων αριστερών κομμάτων της Ισπανίας) κερδίζει τις εκλογές, φροντίζει να τον απομακρύνει από την ιβηρική χερσόνησο, στέλνοντάς τον στα Κανάρια νησιά. Πέντε μήνες αργότερα, όμως, τον Ιούλιο του 1936, ο Φράνκο επανέρχεται: μαζί με τους στρατηγούς Χοσέ Σανχούρχο και Εμίλιο Μόλα, τίθεται επικεφαλής του στρατιωτικού πραξικοπήματος που ξεκίνησε στο Μαρόκο (περιοχές του οποίου αποτελούσαν ισπανικό προτεκτοράτο εκείνη την εποχή) και σάρωσε κατά την επόμενη τριετία τις τύχες και τις ζωές ενός έθνους.
          Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από την έναρξη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου που διαίρεσε επί δεκαετίες τη χώρα και άφησε πάνω από μισό εκατομμύριο νεκρούς. Η πλειονότητα των σύγχρονων Ισπανών, φυσικά και δεν τον έζησε, βίωσε όμως τις συνέπειες του φρανκικού καθεστώτος που εξέπνευσε, μαζί με τον κύριο εκφραστή του, το Νοέμβριο του 1975. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα άρχισε (και θα κρατήσει για πολύ ακόμα) μια προσπάθεια, άλλοτε ψύχραιμη και ιδεολογικά ουδέτερη, άλλοτε, τις περισσότερες φορές, θερμόαιμη και ιδεολογικά φορτισμένη, ανάλυσης και εξήγησης του αδελφοκτόνου πολέμου από μελετητές όλου του κόσμου (ας θυμηθούμε το βιβλίο του Δημήτρη Παλαιολογόπουλου, Έλληνες αντιφασίστες εθελοντές στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο που εξέδωσαν οι εκδόσεις Φιλιππότη το 1986). Η προσπάθεια αυτή, όπως είναι φυσικό, έχει λάβει διαστάσεις εκδοτικής χιονοστιβάδας στην Ισπανία κατά τα τελευταία χρόνια: οι Ισπανοί, όλο και πιο απελευθερωμένοι από το μακροχρόνιο πένθος, αναλύουν αυτή την τραυματική εμπειρία από κάθε πλευρά και υπό κάθε ιδεολογικό πρίσμα. Υπάρχουν μελετητές που επιδιώκουν να απενοχοποιήσουν τον Φράνκο (παρουσιάζοντάς τον ως αυταρχικό αλλά όχι απολυταρχικό) και να καταδείξουν την αναγκαιότητα του πραξικοπήματός του, όπως, για παράδειγμα, ο πρώην κομμουνιστής και νυν ένθερμος υποστηρικτής των ενεργειών του Φράνκο, Πίο Μόα. Τα πιο σημαντικά έργα του είναι τα Los mitos de la Guerra Civil [Οι μύθοι του Εμφυλίου Πολέμου] του 2003 και Crímenes de la Guerra Civil [Εγκλήματα του Εμφυλίου Πολέμου] του 2004, βιβλίο στο οποίο προσπαθεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν η αδελφοκτόνος σύρραξη προέκυψε λόγω της φασιστικής απειλής ή λόγω του κινδύνου των επαναστατών, αριστερών και αναρχικών. Βιβλία σαν τα προαναφερθέντα προκάλεσαν, το 2013, την απάντηση δεκάδων σημαντικών ιστορικών από όλο τον κόσμο (Los mitos del 18 de julio [Οι μύθοι της 18ης Ιουλίου], επιμέλεια Άνχελ Βίνιας), οι οποίοι κατήγγειλαν ότι στις μέρες μας «οι παλιοί μύθοι περί του φρανκικού καθεστώτος έχουν αντικατασταθεί από ένα δεξιό ρεβιζιονισμό που δυσφημεί τη República και νομιμοποιεί το στρατιωτικό πραξικόπημα».
          Δεν έχουν λείψει, από την άλλη, αντιθέτως τα τελευταία χρόνια όλο και πολλαπλασιάζονται, ψύχραιμες φωνές χωρίς παραταξιακά κλισέ και εύκολες ετικέτες. Ξεχωρίζουμε το βιβλίο του ιστορικού Ενρίκε Μοραδιέγιος 1936. Los mitos de la Guerra Civil [1936. Οι μύθοι του εμφυλίου πολέμου], ένα από τα πρώτα βιβλία, εκδόθηκε το 2004, που αντιμετωπίζει τον εν λόγω πόλεμο ως «ένα βαθύ σχίσμα ακραίας βίας στη συμβίωση μιας κοινωνίας που τη διαπερνούσαν πολλαπλές γραμμές εσωτερικής διάσπασης» και, κατά δεύτερο λόγο, το πιο πρόσφατο La Guerra Civil contada a los jóvenes [Η αφήγηση του εμφυλίου πολέμου στους νέους], μόλις του 2015, του γνωστότατου μυθιστοριογράφου Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε ο οποίος αποτολμά να αφηγηθεί τον πόλεμο σε ανθρώπους που δεν έζησαν καν τη δικτατορία «ώστε να μην επαναληφθεί η τραγωδία ποτέ ξανά».    
          Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη αναδρομή σε βιβλία τα οποία αναφέρονται στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο με ένα μυθιστόρημα (που μπορεί να είναι και συλλογή διηγημάτων): το 2004 ένας κάποιος Αλμπέρτο Μέντεθ, υπάλληλος σε εκδοτικό οίκο, ετών 63, έγραψε μια συλλογή τεσσάρων διηγημάτων με εσωτερική σύνδεση (εξ ου και τα περί μυθιστορήματος) υπό τον τίτλο Los girasoles ciegos [ελληνική έκδοση: Τα τυφλά ηλιοτρόπια, Πάπυρος, 2008]. Ήταν μόλις το πρώτο του βιβλίο (και το τελευταίο, αφού πέθανε έξι μήνες μετά την έκδοσή του). Το μυθιστόρημα αφηγείται, με λόγο συγκινητικό, τέσσερις ιστορίες «ήττας» και απώλειας με πρωταγωνιστές τόσο εκείνους που θεωρήθηκαν ιστορικά ηττημένοι όσο και εκείνους που θεωρήθηκαν νικητές, και δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι, σε μια χώρα στην οποία έχουν γραφτεί, μόνο μεταξύ 1989 και 2011, 181 μυθιστορήματα περί του εμφυλίου, το έργο αυτό άλλαξε για πάντα τις ετικέτες που συνόδευαν, ήδη από το 1939,τα δύο μέρη της ρήξης.

          Οι Ισπανοί τα τελευταία χρόνια προσπαθούν με θάρρος να καταλάβουν και να αποδεχτούν τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού τους που τους οδήγησε στην αλληλοεξόντωση, και το κάνουν με τρόπο πλουραλιστικό και αξιοθαύμαστο: αναθεωρώντας ετικέτες, μύθους, ιστορικά ψεύδη. 80 χρόνια μετά.  

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε τη 15η Ιουλίου 2016 στη στήλη "Ιδέες και Απόψεις" του ΑΠΕ-Μπε (http://www.amna.gr/article-featured.php?id=119490). 

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Εργαστήριο λογοτεχνικής μετάφρασης: Prueba de amor του Roberto Arlt


        abanico  DEPARTAMENTO DE TRADUCCIÓN


Imágenes integradas 1

Εργαστήριο λογοτεχνικής μετάφρασης:

Prueba de amor
του
Roberto Arlt
(1900-1942)

Διοργάνωση – Συντονισμός: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Στα οκτώ του πούλησε το πρώτο του διήγημα σε κάποιο γείτονά του. Το 1926 δημοσιεύει το μυθιστόρημα El juguete rabioso  έργο με το οποίο εισέρχεται εντυπωσιακά στο χώρο της αργεντινής πρωτοπορίας των αρχών του 20ού αιώνα. Μέχρι το 1932 εκδίδει άλλα τρία μυθιστορήματα, για να στραφεί στη συνέχεια στη δραματουργία.
        Στο εργαστήριο θα «αναμετρηθούμε» με ένα από τα θεατρικά έργα του, το Prueba de amor, του 1932, και φιλοδοξούμε, στο εγγύς μέλλον, να τo δούμε να ανεβαίνει σε κάποια αθηναϊκή σκηνή…

Ημέρα και ώρα: Τρίτη, 11:00 με 13:00
Έναρξη: 18 Οκτωβρίου 2016
Λήξη: 20 Δεκεμβρίου 2016 (10 συναντήσεις)

Κολοκοτρώνη 12, 1ος όροφος, Σύνταγμα. Τηλ. 210.32.51.214 & 210.32.51.215

mail: info@abanico.gr  www.abanico.gr

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Texto de Jorge F. Hernández en el diario Milenio a raíz de su viaje a Grecia

Oráculo en Atenas

Debo a la Octava edición del Festival Heleno-Iberoamericano de Literatura en Atenas, al Instituto Cervantes y a la Embajada de México en Grecia la anhelada oportunidad de visitar la tierra de tantas lecturas fundamentales. En un acto de rara solidaridad con el pueblo griego tuve el irracional atrevimiento de pedir prestada una sabana del hotel y cruzar encuerado la mítica Plaza Syntagma –con cierto alivio ante el calor—a paso lento pero decidido hacia la Akrópolis. A pesar de que no pocos vecinos me confundieron con Demis Roussos, hice caso omiso de los chiflidos y logré llegar a las faldas del inmenso monolito, sin considerar que el calor no sólo subía de intensidad, sino que aumentaba en la medida en que los rayos del Sol rebotan del mármol. El mareo me impide recordar a partir de qué momento empecé a balbucear frases sueltas (quizá memorizadas desde la lejana infancia, cuando Anthony Queen me hizo creer que yo también podría ser como Zorba) y ya al pie del Partenón, me hallaba hablando solo esa rara mezcla de impostado arameo con etimologías que se quedaron congeladas desde los años de preparatoria.
          Agradezco al grupo de amables turistas canadienses y norteamericanos que me bañaron el cráneo con agua helada de sus botellitas turísticas, aunque aprovecho para aclararles que no soy el Oráculo de Delfos ni poseo poderes de adivinación (a pesar de haberlo asegurado con la mano en alto) y agradezco que me hayan confundido con John Belushi en su versión de Animal House durante la improvisada sesión fotográfica en la que me retrataron al pie de la grúa de Petroclo, estacionada en la esquina del inmenso templo, casi enfrente de las Cariátides (que por cierto, se parecen mucho a unas primas que me esperan siempre con afecto y hospitalidad en Moroleón, Guanajuato). Fue un periplo paripatético (más patético que periplo) donde pude evocar algunos versos de Hesíodo y datos sueltos de la cultura clásica para sorpresa de una parvada de turistas japoneses y asombro de un infante oligofrénico de nacionalidad incierta que no dejaba de jalarme la toga y acosarme con pequeñas piedritas que terminaron por lastimarme un codo. Sobra decir que no se me permitió el acceso al majestuoso Museo de la Acrópolis y, menos aún, cuando argumenté (presa del delirio) que con la decidida salida del Reino Unido de la llamada Unión Europea deberíamos --¡todos a una!—exigir la inmediata devolución de todas las piezas de mármol milenario que se robó hace siglos Lord Elgin para abono de las salas del British Museum de Londres.
          De igual manera, fracasé en mi intento por clonar los pasos milimétricos de los guardias helénicos que custodian el Parlamento, a pesar de haber cronometrado mis movimientos como si fuera yo el equipo olímpico de nado sincronizado de México y haberme calzado por encima de las rodillas mis ya clásicas mallas blancas (que facilitan la libre circulación sanguínea) y caminar media Atenas con mis pantuflas con borlas.
          Lo cierto, es que no fracasé en verificar que así como queda intacta la grandeza milenaria de esta ciudad donde Adriano evocaba al hermoso Antinoo, a la sombra de unas columnas perfectas, misma ciudad que seduce a todo obeso con el milagro de su comida indescriptible, así también se percibe como el arruinado escenario de la debacle económica, la basura apilada en las esquinas y charcos de sangre al pie de los cajeros automáticos. Es la ciudad de una nación entrañable que no merece sufrir todas las penurias del desahucio, quedando impunes los políticos corruptos y los abusivos empresarios que la echaron a la mar sin piedad. Es un pueblo con alfabeto y conciencia propia, raíces de una rara melancolía efervescente en sus melodías pegajosas y en la miel de oliva y luna llena. Es el lugar donde he confirmado amistades a primera vista, con la impagable labor que han realizado en el taller de traducción que conducen Nikos Pratsinis y Konstantinos Paleologos, donde casi una veintena de musas han vertido a la lengua que cantan algunos de mis cuentos, donde queda ya congelada la sombra de un cetáceo en toga, apoyado en una columna que parece que se tambalea bajo el techo inalcanzable de las estrellas interminables, y se escucha que viene del mar un grito a voz en cuello, que repite como coro de tragedia: “¡Grecia antigua, ven a mí!”.

Jorge F. Hernández

Diario Milenio / 30 de junio de 2016

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Rubén Bareiro Saguier σε μετάφραση Σαπφούς Διαμάντη

Ojo por diente, de Rubén Bareiro Saguier

Todo esto es mentira, una patraña para desprestigiar al Juez de Paz; porque si lo trataran de ladrón o de prevaricador o hasta de violador -abusando de la leyenda difundida por aquella muchachita convocada en el despacho de Su Señoría para una deposición...-, pero acusarlo de esto, ¡y en qué forma! Ahí está, eso es cosa de la maldita oposición, deslenguada, envidiosa, amargada, incapaz de otra cosa que no sea difamación, bajeza. Además, ¡el procedimiento empleado! Ya el color de las gruesas letras con que un buen día amanecieron embadurnadas las paredes de algunas casas de la calle principal, podían hacer sospechar. Es cierto que luego los letreros se fueron pareciendo al arco iris del propio cielo, pero por puro disimulo; además ya se había producido el contraataque, de manera que nadie sabía más quién ni cómo había pintado. Ahora ya nadie entiende más nada en el pueblo. Ninguna investigación ha podido aclarar el misterio de los pintores nocturnos. Ni las multiplicadas rondas de los vigilantes; apenas los tabachís daban la vuelta a la manzana que cuando volvían, ya estaban las terribles acusaciones, goteando su infamia todavía fresca. Es cosa de brujería, son los poras, decían los soldaditos, y había que amenazarles con duros castigos, controlarles con la «brigada especial», comandada por el propio hijo del juez, para vencer el miedo y la resistencia a esas rondas endemoniadas. Las noches del pueblo se llenaron de «¡altos!», «carajos», «recontras» y ruidos de los cerrojos de los fusiles; de poras que pintaban leyendas contra el «Juez cuatrero». La acusación cayó como una bomba en el pueblo. No se trata de poner en duda o dar automáticamente por bien fundada la imputación. La cosa es que en este pueblo el ganado vale más que la mujer y carnear un animal ajeno es peor que matar a un hermano de padre y madre. Sí señor, esto viene de lejos y... es largo de explicar. Peor que liquidar a un pariente cercano; el delito es grave, gravísimo. Y además, ¡esa publicidad vergonzosa! Porque siempre hubo cuatrerismo en la región y hasta cuatreros famosos, como aquel Mate Cocido, que se decía «protector de los pobres», porque ayudaba a unos cuantos zaparrastrosos que le encubrían, y fue muerto como un perro, como el perro que mordió al hijo del Intendente, acribillado a balazos por la «junta de vecinos», fundada para perseguirlo y comandada por el propio señor Comisario. Sí señor, hubo cuatreros por aquí, a montones; y al fin de cuentas, el juez es un ser humano... tanto más que él maneja el registro de transferencia de ganados. Pero esto es cosa de la oposición, sin ninguna duda, como venganza, en primer lugar porque eran principalmente animales de los caudillos opositores los que desaparecían, y en segundo, porque estos infelices son unos malhablados de mierda, capaces de cualquier cosa. Hay que ver lo que hicieron cuando el juez dictó un bando atribuyendo la desaparición de ganados a la presencia de un jaguar en la zona. «Juez jaguar» fue lo único que se les ocurrió agregar a las otras inscripciones. Y sin embargo, cerca del lugar del delito, se encontraban siempre rastros de un animal sanguinario como el jaguar, pisadas en la tierra y sobre todo una marca profunda de garras en el sitio en que se había consumado el hecho.
¿Qué pájaro y qué cuervo, qué alma en pena, qué murciélago escribía las leyendas nocturnas, se preguntaban todos en el pueblo? Y así como no había tenido ningún efecto el bando, tampoco sirvió para nada la vaquillona que el mismo juez ofrendó a la Virgen del Rosario, y que valió algunos sermones en la misa principal de los domingos, en los que el cura Laya condenaba la maledicencia y prometía los peores tormentos del infierno para los que levantaban falso testimonio, el dizque embustero, el infundio, faltando así a las sagradas prescripciones del tercer mandamiento de la Ley Divina. «Pecado mortal; alma condenada al báratro de las tinieblas eternas, el sempiterno fuego del averno», gritaba el Padre desde el púlpito sostenido por unos angelotes gordos que soplaban las cometas del juicio final. Pero las feroces admoniciones sólo asustaban a algunas viejas beatas, que en medio de la sordera escuchaban fragmentos de las palabras terribles y veían los rayos lanzados por las manos y los ojos del sacerdote y los del espíritu santo de lata sobre su cabeza leonina.
Entonces vino el contraataque a fondo del juez. Como medida previa hizo apresar a todos los principales jefes opositores. Bien merecido; pero las inscripciones no sólo no cesaron, sino que por el contrario aumentaron. Cansado de hacer borronear las letrotas, mandó pintar sistemáticamente con su gente otras al lado de las que le acusaban. Comenzó con los caudillos adversos más conocidos. «Bartolo Jiménez, cuatrero», «Antonio Portillo cuatrero», «Domingo Asayé cuatrero», «Amancio Peralta cuatrero»... Aquello fue una carrera, un torbellino de pincelazos y letrones, de colores y de nombres. Porque, finalmente, el juez no se detuvo en los nombres de los opositores; como tenía la lista de los habitantes del pueblo, los fue denunciando a todos, por si las moscas... Hasta que tuvo que poner más atención en sus leyendas cuando vino el Comisario con un piquete de soldados a averiguar por qué había difamado a su suegro y Miembro de la Junta local del Partido.
Bueno, la cosa es que en este pueblo no hay demasiada gente para tanta pintura; pero, como es bien sabido aquí, el juez es letrado y hombre de recursos. Recomenzó la lista con los marcantes de la gente: «Lorito cuarto cuatrero», «Antonio karë cuatrero», «Vela de sebo cuatrero», «Burro lápiz cuatrero»... Pero eso sí, respetó las jerarquías y caballerescamente a las mujeres. El comisario, el cura, el intendente, el presidente del Partido, el maestro, el boticario, el Jefe de Impuestos Internos, el representante de la Corporación de Alcoholes y otros notables estaban fuera de toda sospecha, sobre todo teniendo en cuenta el incidente con el suegro del señor Comisario; además, no era el caso de sembrar la anarquía y soliviantar a la oposición. Y las mujeres, naturalmente, por caballerosidad y porque veía mal cómo podrían andar carneando de noche vacas ajenas, salvo doña María, la viuda del inglés. Una estanciera rica, más si es mujer-macho como ésta, puede hacer las peores cosas, hasta matar novillos o toros de cría.
Noche a noche, noche tras noche, noche y noche pinta que te pinta; ángeles o demonios, sombras o lechuzas, poras o cristianos mañeros escribiendo gruesas letras con la acusación vergonzosa contra la autoridad. Con el mismo entusiasmo, la gente del Juez replicando dale que dale, retribuyendo pincelazo por pincelazo, cuatrero por cuatrero. Las fachadas se llenaron de nombres, de marcantes y por sobre todo, la superior presencia del juez, gran señor de las paredes del pueblo. Cuando ya no hubo muros en dónde pintar, ni siquiera en los ranchos de los suburbios, aparecieron inscripciones en las barrigas de los burros, sobre las costillas de los perros y en los flancos de las vacas, especialmente en los de colores claros, aunque la pintura blanca solucionaba perfectamente el caso de los pelos oscuros; el problema se planteó con los overos, los pintados y los morunos, sobre los que era difícil distinguir las letras. Esta fase desagradó mucho a todo el mundo; una ola de protestas indignadas se levantó unánimemente. Para evitar la destrucción de las bellezas naturales, de esos adornos del pueblo -una vaca embadurnada es horrible, un perro pintado parece un pora, un burro manchado es indecente-, el Juez hizo colocar grandes paneles en la plazoleta que está entre la Iglesia y la Municipalidad. Fue un suspiro de alivio popular y hasta atrajo una decena de turistas, entre ellos un gringo fotógrafo que se incorporó a la vida del pueblo con el marcante de Duende de Lata. Pero la cosa es que también esos cartelones se están llenando...
Yo, Sinforiano Santacruz, Juez de Paz Letrado de este pueblo, preocupado por el a plazoleta del puerto. Cumplido con mi deber de magistrado, me pongo mi piel de jaguar, tomo mi gran garra de jaguar y me voy a realizar mi acostumbrada gira campestre...

tahachis = policías
poras = fantasmas  
karë = cojo

>.<>.<>.<

Οφθαλμόν αντί οδόντος, του Ρουμπέν Μπαρέιρο Σαγκιέρ


Όλ’ αυτά είναι ψευτιές, τερατολογίες για να διαβάλουν τον Ειρηνοδίκη. Γιατί, καλά να τον πούνε κλέφτη, ή παραβάτη, ή ακόμα και βιαστή -εκμεταλλευόμενοι το παραμύθι που διέδωσε εκείνη η κοπελίτσα που είχε κληθεί στο γραφείο της Εντιμότητός του για μια κατάθεση…-, αλλά να τον κατηγορήσουν γι’ αυτό, και με τέτοιον τρόπο! Ορίστε, αυτά είναι έργα της αναθεματισμένης της αντιπολίτευσης, που είναι κακόγλωσση, φθονερή, πικρόχολη, ανίκανη για οτιδήποτε άλλο από δυσφήμηση και ποταπότητα. Επιπλέον, τι μέθοδο χρησιμοποίησαν! Κατ’ αρχήν, το χρώμα που είχαν τα χοντρά γράμματα με τα οποία ξημερώθηκαν μια μέρα μουντζουρωμένοι οι τοίχοι κάποιων σπιτιών του κεντρικού δρόμου, μπορούσε να σε βάλει σε υποψίες. Βεβαίως, στη συνέχεια τα γραψίματα άρχισαν σιγά-σιγά να μοιάζουν ίδιο ουράνιο τόξο, αλλά αυτό ήταν ένα τέχνασμα και τίποτ’ άλλο. Επιπλέον, είχε ήδη γίνει η αντεπίθεση, κι έτσι κανείς δεν ήξερε πια ποιος είχε βάψει και πώς. Τώρα πια κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα στο χωριό. Καμία έρευνα δεν κατάφερε να φωτίσει το μυστήριο των νυχτερινών μπογιατζήδων. Ούτε οι πολλαπλασιασμένες περίπολοι των οργάνων της τάξης. Ίσα που έστριβαν οι tahachis, οι χωροφύλακες, στη γωνία, και με το που ξαναγύριζαν, να ‘τες οι τρομερές κατηγορίες, στάζοντας την ατιμία τους, φρέσκια ακόμα. Αυτά είναι πράματα μαγικά, είναι τα poras, τα φαντάσματα, έλεγαν οι χωροφύλακες, κι έπρεπε να τα απειλήσουν με τιμωρίες σκληρές, να βάλουν να τα κρατά υπό έλεγχο το «ειδικό σώμα», που το διοικούσε ο ίδιος ο γιος του Ειρηνοδίκη, για να νικήσουν το φόβο και την αντίσταση σε κείνα τα διαολεμένα καρακόλια. Οι νύχτες του χωριού γέμισαν «αλτ!», «γαμώτο!», «ρε παλιο…!» και ήχους από τα κλείστρα των τουφεκιών. Και φαντάσματα που έγραφαν συνθήματα εναντίον του «Ειρηνοδίκη ζωοκλέφτη». Η κατηγορία έπεσε στο χωριό σαν βόμβα. Δεν επρόκειτο για το να αμφισβητηθεί ή να θεωρηθεί αυτομάτως βάσιμη η μομφή. Το θέμα ήταν ότι σε αυτό το χωριό τα γελάδια αξίζουν πιο πολύ απ’ τις γυναίκες και το να σφάξεις ξένο ζωντανό είναι χειρότερο απ’ το να σκοτώσεις αδελφό αυτάδελφο. Μάλιστα κύριε, είναι μεγάλη ιστορία και… θέλει πολλές εξηγήσεις. Χειρότερο απ’ το να καθαρίσεις στενό συγγενή. Το αδίκημα είναι σοβαρό, σοβαρότατο. Κι επιπλέον, αυτό το αισχρό ξεμπρόστιασμα! Διότι ανέκαθεν υπήρχαν ζωοκλοπές στην περιφέρεια και μάλιστα κάποιοι διαβόητοι ζωοκλέφτες, όπως εκείνος ο Τσάης ο Βραστός, που αυτοαποκαλούνταν «προστάτης των φτωχών», γιατί βοηθούσε κάμποσους φουκαράδες που τον έκρυβαν, και πέθανε σαν το σκυλί, σαν το σκυλί που δάγκωσε τον γιο του Κοινοτάρχη, κόσκινο απ’ τις σφαίρες της «επιτροπής κατοίκων», που είχε συσταθεί για να τον καταδιώξει με επικεφαλής τον ίδιο τον κύριο Ενωμοτάρχη. Μάλιστα κύριε, υπήρχαν ζωοκλέφτες εδώ γύρω, καν και καν. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, ο Ειρηνοδίκης είναι άνθρωπος… πόσο μάλλον που αυτός διαχειρίζεται το μητρώο μεταβίβασης κοπαδιών. Αυτό όμως ήταν έργο της αντιπολίτευσης, χωρίς καμία αμφιβολία, για εκδίκηση, κατ’ αρχήν διότι ήταν κυρίως ζώα των αρχηγών της αντιπολίτευσης αυτά που εξαφανίζονταν, και κατά δεύτερον, διότι αυτοί οι κακομοίρηδες είναι σκατόγλωσσοι, ικανοί για οτιδήποτε. Φτάνει να δεις τι κάνανε όταν ο Ειρηνοδίκης έβγαλε φιρμάνι αποδίδοντας την εξαφάνιση των γελαδιών στην παρουσία ενός ιαγουάρου στην περιοχή. «Ειρηνοδίκης ιαγουάρος» ήταν το μόνο που τους κατέβηκε να προσθέσουν στις υπόλοιπες επιγραφές. Κι όμως, κοντά στον τόπο του εγκλήματος, ανακαλύπτονταν πάντοτε ίχνη ενός ζώου αιμοβόρου όπως ο ιαγουάρος, πατημασιές στο χώμα και προπαντός ένα βαθύ σημάδι από γαμψώνυχα στο σημείο όπου είχε συντελεστεί το συμβάν.
Ποιο πουλί, ποιο κοράκι, ποια κολασμένη ψυχή, ποια νυχτερίδα έγραφε τις νυχτερινές λεζάντες; Όλοι αναρωτιούνταν στο χωριό. Κι όπως το φιρμάνι δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, έτσι δεν χρησίμεψε σε τίποτα και το μοσχαράκι που ο ίδιος ο Ειρηνοδίκης έταξε στην Παναγιά του Ροδαρίου και έγινε αφορμή για μερικά κηρύγματα στη μεγάλη κυριακάτικη λειτουργία, στα οποία ο παπα-Λάγια καταδίκαζε τη συκοφαντία και υποσχόταν τα χειρότερα μαρτύρια της κόλασης σε όσους κατέθεταν ψευδομαρτυρίες, διέδιδαν ανυπόστατες φήμες, σπερμολογίες, παραβαίνοντας έτσι τις ιερές επιταγές της τρίτης εντολής του Θείου Νόμου. «Αμάρτημα θανάσιμον. Ψυχή καταδικασμένη εις τα βάραθρα του αιωνίου σκότους, εις το πυρ το εξώτερον εις τον αιώνα τον άπαντα», ξεφώνιζε ο παπάς από τον άμβωνα, τον οποίο συγκρατούσαν κάτι παχουλά αγγελάκια που ηχούσαν τις σάλπιγγες της Δευτέρας Παρουσίας. Αλλά οι άγριες προειδοποιήσεις φόβιζαν μόνο κάτι γριές θεούσες, που μες στην κουφαμάρα τους άκουγαν αποσπασματικά τα τρομερά λόγια κι έβλεπαν τα αστραπόβροντα που εξαπέλυαν τα χέρια και τα μάτια του ιερέα και το τσίγκινο Άγιο Πνεύμα πάνω απ’ το λιονταρίσιο κεφάλι του.
Και τότε ήρθε η γενική αντεπίθεση του Ειρηνοδίκη. Ως προκαταρκτικό μέτρο, έβαλε να συλλάβουν όλους τους βασικούς επικεφαλής της αντιπολίτευσης. Καλά να πάθουνε. Αλλά τα γραψίματα όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά απεναντίας αυξήθηκαν. Απαυδισμένος να βάζει να σβήνουν τις πελώριες επιγραφές, έστειλε τους δικούς του να γράφουν συστηματικά άλλες πλάι σ’ εκείνες που τον κατηγορούσαν.
Ξεκίνησε με τους γνωστότερους αντιπάλους αρχηγούς, «Μπαρτόλο Χιμένες ζωοκλέφτης», «Αντόνιο Πορτίλιο ζωοκλέφτης», «Δομίνγκο Ασαγέ ζωοκλέφτης», «Αμάνσιο Περάλτα ζωοκλέφτης»… Ήταν ένας αγώνας δρόμου, ένας στρόβιλος από πινελιές και γράμματα, χρώματα κι ονόματα. Διότι, εντέλει, ο Ειρηνοδίκης δεν περιορίστηκε στα ονόματα των αντιπολιτευομένων. Καθώς είχε τη λίστα των κατοίκων του χωριού, τους κατήγγελλε σιγά-σιγά όλους, καλού κακού… Ώσπου χρειάστηκε να προσέξει περισσότερο τις λεζάντες του όταν κατέφτασε ο Ενωμοτάρχης με μια διμοιρία για να εξακριβώσει για ποιο λόγο είχε δυσφημίσει τον πεθερό του και Μέλος της Τοπικής Επιτροπής του Κόμματος.
Εντάξει, είναι γεγονός πως σε τούτο το χωριό δεν υπάρχουν και πάρα πολλοί άνθρωποι για τόσα βαψίματα. Όμως, όπως είναι πασίγνωστο εδώ, ο Ειρηνοδίκης και γραμματιζούμενος είναι και άνθρωπος επινοητικός. Ξανάπιασε τη λίστα με τα παρατσούκλια των ανθρώπων: «Παπαγαλάκης ο τέταρτος ζωοκλέφτης», «Αντόνιο ο κουτσός ζωοκλέφτης», «Σπαρματσέτος ζωοκλέφτης», «Γάιδαρος ξεσαμάρωτος ζωοκλέφτης»… Να πούμε όμως αυτό, ότι σεβάστηκε τους προεστούς και πολύ ιπποτικά τις γυναίκες. Ο ενωμοτάρχης, ο παπάς, ο κοινοτάρχης, ο Πρόεδρος του Κόμματος, ο δάσκαλος, ο σπετσέρης, ο φοροεισπράκτορας, ο αντιπρόσωπος της Συντεχνίας Οινοπνευματωδών και άλλοι προύχοντες ήταν υπεράνω πάσης υποψίας, λαμβάνοντας κυρίως υπ’ όψιν το επεισόδιο με τον πεθερό του κυρίου Ενωμοτάρχου. Επιπλέον, δεν ήταν ώρα να σπείρουν την αναρχία και να ξεσηκώσουν την αντιπολίτευση. Και τις γυναίκες, φυσικά, από ιπποτικότητα και γιατί δεν το χωρούσε το μυαλό του πως μπορούσαν να τριγυρνάνε νυχτιάτικα σφάζοντας ξένες αγελάδες. Εκτός απ’ τη δόνια Μαρία, τη χήρα του Εγγλέζου. Μια πλούσια ραντσέρισσα, αλλά μια αντρογυναίκα σαν κι ελόγου της, μπορούσε να κάνει τα χειρότερα πράγματα, μέχρι και να πετσοκόβει μοσχάρια και δαμάλια.
Νύχτα τη νύχτα, από νύχτα σε νύχτα, νύχτα έμπαινε νύχτα έβγαινε, γράψε με να σε γράψω. Άγγελοι ή δαίμονες, σκιές ή κουκουβάγιες, φαντάσματα ή χριστιανοί μπαμπέσηδες να γράφουν χοντρά γράμματα με την επονείδιστη κατηγορία κατά της εξουσίας. Με τον ίδιο ενθουσιασμό, οι άνθρωποι του Ειρηνοδίκη το πήραν σκοινί γαϊτάνι, και δώστου κι απαντούσαν ανταποδίδοντας πινελιά την πινελιά, ζωοκλέφτη τον ζωοκλέφτη. Οι προσόψεις γέμισαν ονόματα, παρατσούκλια και πάνω απ’ όλα, με την υπέρτατη παρουσία του Ειρηνοδίκη, μεγάλου άρχοντα των τοίχων του χωριού. Όταν πια δεν υπήρχαν τοίχοι για να βάψουν, ούτε καν στα χωριατόσπιτα των περιχώρων, εμφανίστηκαν επιγραφές στις κοιλιές των γαϊδάρων, στα παΐδια των σκύλων και στα πλευρά των αγελάδων, ειδικά των ανοιχτόχρωμων, αν και η άσπρη μπογιά έκανε τέλεια τη δουλειά στην περίπτωση των σκούρων τριχωμάτων. Το πρόβλημα προέκυψε με τα δίχρωμα, τα παρδαλά και τα πιτσιλωτά, γιατί ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τα γράμματα πάνω τους. Αυτή η φάση δυσαρέστησε πολύ όλον τον κόσμο. Ένα κύμα αγανακτισμένων διαμαρτυριών ξεσηκώθηκε ομόφωνα. Προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή των φυσικών καλλονών, αυτών των στολιδιών του χωριού -μια αγελάδα πασαλειμμένη μπογιές είναι φρίκη, ένας σκύλος βαμμένος μοιάζει με φάντασμα, ένας γάιδαρος μουντζουρωμένος είναι απρεπής- ο Ειρηνοδίκης έβαλε να τοποθετήσουν μεγάλες οθόνες στην πλατειούλα ανάμεσα στην Εκκλησία και το Κοινοτικό Γραφείο, που έδωσαν μιαν ανάσα λαϊκής ανακούφισης και μάλιστα προσέλκυσαν και καμιά δεκαριά τουρίστες, μεταξύ τους κι έναν Αμερικάνο φωτογράφο που ενσωματώθηκε στη ζωή του χωριού με το παρατσούκλι ο Τενεκεδένιος Καλικάντζαρος. Το θέμα όμως είναι ότι κι αυτοί οι τεράστιοι πίνακες γεμίζουν σιγά-σιγά…
Εγώ, ο Σινφοριάνο Σαντακρούς, τακτικός Ειρηνοδίκης του χωρίου τούτου, μεριμνών δια την ευημερίαν του πληθυσμού, διέταξον άρτι την τοποθέτησιν νέων οθονών εκ λευκού υφάσματος εις την πλατειούλαν του ποταμίου λιμένος. Εκτελέσας το καθήκον μου ως δικαστικός, ενδύομαι την ιαγουάρειον δοράν μου, δράττομαι των μεγάλων ιαγουαρείων γαμψωνύχων μου και μεταβαίνω προς πραγματοποίησιν της συνήθους γύρας μου εις τον κάμπον…

Μετάφραση: Σαπφώ Διαμάντη

RUBÉN BAREIRO SAGUIER (Villeta, 1930 - Asunción, 2014). Uno de los escritores  paraguayos más conocidos en el exterior: Poeta, cuentista, ensayista, periodista, docente, crítico literario, líder intelectual, fundador de Academias Literarias.