Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Συνέντευξη του Αντρές Νέουμαν στον Γρηγόρη Μπέκο

Αντρές Νέουμαν: «Ο ξένος είναι πάντοτε ένας καλός παρατηρητής»

Ο συγγραφέας επισκέπτεται την Ελλάδα και μιλάει στο Βήμα για τον Ταξιδιώτη του αιών




«Μετά από άλλον έναν περίπατο πάνω στον παγετό, ο Χανς είχε την παράλογη εντύπωση ότι το σχεδιάγραμμα της πόλης άλλαζε όταν όλοι κοιμόνταν. Πώς ήταν δυνατόν να χάνεται τόσο εύκολα; Δεν μπορούσε να το εξηγήσει: η ταβέρνα στην οποία είχε γευματίσει την προηγουμένη, βρισκόταν στην απέναντι γωνία. Το σιδηρουργείο που έπρεπε να το βρει στρίβοντας στη γωνία δεξιά, τον ξάφνιασε με τους κρότους του που του 'ρχονταν απ' τ' αριστερά. Μια κατηφόρα που είχε πάρει, τώρα ανηφόριζε απότομα. Μια στοά που θυμόταν ότι την είχε περάσει κι ότι έβγαζε σε μια λεωφόρο, τώρα ήταν αδιέξοδο»…

Πολύ προχωρημένο δεν ακούγεται; Κι όμως. Βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνα, στη Γερμανία και πιο συγκεκριμένα στο Βανδερβούργο. Εντάξει, το «συγκεκριμένα» είναι κάτι σχετικό, δεδομένου ότι το Βανδερβούργο εκτός από πόλη φανταστική είναι και πόλη «κινητή», με απροσδιόριστες συντεταγμένες, κάπου μεταξύ Σαξονίας και Πρωσίας, μια πόλη που μετακινείται συνεχώς. Σε μια τέτοια ρευστή επικράτεια διαδραματίζεται το μυθιστόρημα ιδεών του Αντρές Νέουμαν υπό τον τίτλο Ο ταξιδιώτης του αιώνα (El viajero del siglo) το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Opera σε υποδειγματική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη (και λέμε υποδειγματική γιατί αν διαβάσετε λ.χ. την αγγλική δεν θα πείτε το ίδιο). Είναι το τρίτο του βιβλίο στα ελληνικά μετά τα Κατά μόνας (2012) και Βαρβαρισμοί (2014).

Ο Αντρές Νέουμαν (1977, Μπουένος Άιρες) συγκαταλέγεται στα νέα μεγάλα ονόματα της ισπανόφωνης λογοτεχνίας (διεθνώς) και τούτες τις ημέρες βρίσκεται στην Αθήνα στο πλαίσιο του 8ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία Εν Αθήναις), της ελληνο-ιβηροαμερικανικής γιορτής του Λόγου, ένας θεσμού (πλέον) που εξελίσσεται και κερδίζει όλο και περισσότερους υποστηρικτές. Ο συγγραφέας, που σήμερα ζει και εργάζεται στην Ισπανία, κάνει καλά τα πάντα (γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, ποιήματα) και γι' αυτό μας είχε προειδοποιήσει εγκαίρως ο αλησμόνητος Χιλιανός Ρομπέρτο Μπολάνιο: «Η λογοτεχνία του 21ουου αιώνα θα ανήκει στον Νέουμαν και σε μερικούς ομόαιμους αδελφούς του»… Ο ίδιος, λίγο προτού παρουσιάσει τα βιβλία του στο Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας, συνομίλησε (για μια ακόμη φορά) με Το Βήμα.

Κύριε Νέουμαν, έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο σας Ο ταξιδιώτης του αιώνα είναι ξεχωριστό επειδή κατά κάποιον τρόπο φλερτάρει με το να είναι (χωρίς ωστόσο να είναι) «παλιομοδίτικο». Εδώ, στην ουσία, πρωταγωνιστούν οι ιδέες. Και στη σύγχρονη (μας) πεζογραφία δεν είναι αυτή η κυρίαρχη τάση (μάλλον). Καταλαβαίνετε τι εννοώ: η πλοκή και οι χαρακτήρες μπαίνουν σε πρώτο πλάνο. Ίσως και στη λογική των πολύ επιτυχημένων τηλεοπτικών σειρών εσχάτως… Πολλές από αυτές είναι, ομολογουμένως, καλοφτιαγμένες… Με τη λογοτεχνία τι ισχύει; Αρκεί να είναι καλοφτιαγμένη;

«Ασφαλώς και οι συγγραφείς, δεδομένου ότι βασικώς είναι αφηγητές, πρέπει να λένε καλά μια ιστορία. Είναι όμως κάτι παραπάνω από προφανές ότι λ.χ. τόσο ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες όσο και ο Πάουλο Κοέλο, τόσο η Βιρτζίνια Γουλφ όσο και η Ιζαμπέλ Αγέντε, δεν μοιράζονται την ίδια ιδέα για το τι σημαίνει να πεις μια ιστορία. Στην πραγματικότητα, το να πεις μια ιστορία δεν πρέπει να είναι ο στόχος αλλά μονάχα το σημείο εκκίνησης ενός μυθιστορήματος. Έτσι το βλέπω εγώ: η απόλαυση της γλώσσας και η ένταση του ύφους, συνιστούν μέρος της πλοκής, μορφοποιούν και μεταβάλλουν την ιστορία ενός βιβλίου. Το να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα σαν να επρόκειτο για το σενάριο μιας τηλεοπτικής σειράς είναι κάτι περιττό. Γιατί έχουμε τηλεοπτικές σειρές και είναι εξαιρετικές! Ωστόσο, αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον σ' αυτές που παρακολουθούμε σήμερα είναι ότι, ουσιαστικά, οφείλουν πάρα πολλά στα κλασικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Αυτή η παράδοση είναι η βασική πηγή των δικών τους αφηγήσεων. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό το ελκυστικό παράδοξο με οδήγησε να γράψω τον Ταξιδιώτη του αιώνα, ένα βιβλίο που μοιάζει με ένα πείραμα μεταξύ των κλασικότροπων αφηγήσεων και της οπτικοακουστικής μας ευαισθησίας: τοποθετώ την ιστορία μου στον 19ο αιώνα, αλλά όλα τα εργαλεία που χρησιμοποίησα είναι παρμένα από πρωτοπόρους λογοτέχνες του 20ου αιώνα αλλά και τα μέσα επικοινωνίας του 21ου αιώνα. Μπορεί δηλαδή οι χαρακτήρες να συζητούν για ποίηση ή πολιτική λ.χ. σε κάποιο λογοτεχνικό σαλόνι, αλλά οι διάλογοί τους θα μπορούσαν άνετα να ακούγονται σε μια ραδιοφωνική εκπομπή ή σ' ένα τηλεοπτικό πλατό».

Δηλαδή;

«Οι οπτικοακουστικές τέχνες μπορούν να μας δείξουν τα πάντα μέσω των εικόνων που δημιουργούν, εκτός από κάτι που είναι όμως πολύ κρίσιμο: την λειτουργία του μυαλού μας, την εξέλιξη των ιδεών μας. Μόνο η γραφή, η λογοτεχνία αν θέλετε, μπορεί να το κάνει αυτό με έναν φυσικό τρόπο, ας πούμε. Και εξαιτίας αυτού οι ιδέες, για εμένα τουλάχιστον, είναι όχι μόνο θεμιτό να ενσωματώνονται στη λογοτεχνία αλλά και απολύτως καλοδεχούμενες εν γένει. Προσωπικά λατρεύω τους χαρακτήρες και τους "χτίζω" με πολύ μεγάλη προσοχή. Αλλά δεν με ενδιαφέρει να ξέρω μονάχα τι κάνουν, αλλά και τι σκέφτονται, πώς νιώθουν, αλλά και πώς σκέφτονται γι' αυτά που νιώθουν. Θέλω οι αναγνώστες μου να εισχωρούν στο σώμα και το πνεύμα τους. Στον Ταξιδιώτη του αιώνα, αυτό διερευνώ λίγο-πολύ. Είναι ένα μυθιστόρημα για τη σεξουαλική επιθυμία και τις ιδέες, για την αγάπη και την πολιτική, τη φιλοσοφία και τη σάρκα. Το βιβλίο αφηγείται την ερωτική ιστορία μεταξύ δύο μεταφραστών, όπου ο έρωτας είναι ένα είδος μετάφρασης, κάτι που μπορείτε να το δούμε και αντιστρόφως. Σε κάποιο σημείο η Ζοφί, η συμπρωταγωνίστρια στο πλευρό του Χανς, έχει γείρει στο κρεβάτι και σκέφτεται συγχρόνως τον Καντ και την (γυναικεία) περίοδο! "Για όχι;" διερωτάται εκείνη και αυτό θα ήταν, νομίζω, μια πολύ καλή περίληψη του βιβλίου!»

Στην Αθήνα κληθήκατε να συζητήσετε ζητήματα της λογοτεχνικής παράδοσης (για τον Θερβάντες και τον Δον Κιχώτη) αλλά και για τον αν η γλώσσα μπορεί ή όχι να σταθεί ικανή να δημιουργήσει το συναίσθημα ότι ανήκει κανείς σε μια πατρίδα. Παίζει εντέλει κάποιο ρόλο αυτό που λέμε «πατρίδα» στην καλλιτεχνική δημιουργία, στη λογοτεχνία;

«Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, δεν είμαι και τόσο βέβαιος πως υπάρχει μία και μοναδική πατρίδα. Κάποιοι λένε ότι η πραγματική μας πατρίδα είναι η χώρα όπου γεννηθήκαμε. Αλλά κοιτάξτε τι γίνεται στον κόσμο μας, με την εκτεταμένη μετανάστευση, τις εξορίες, τους πρόσφυγες αλλά και την οικογενειακή κινητικότητα, όλα αυτά που ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας. Είμαστε πολλοί εμείς που νιώθουμε ότι ανήκουμε σε περισσότερες από μία χώρες, σε περισσότερες από μία πατρίδες. Ορισμένοι λένε επίσης ότι η πραγματική πατρίδα είναι η μητρική γλώσσα. Αλλά τι συνέβαινε και τι συμβαίνει με τον Ναμπόκοφ, τον Μπέκετ, τον Κόνραντ, τον Σιοράν, τον Κούντερα, όλους τους συγγραφείς και τους διανοητές που άλλαξαν τη γλώσσα με την οποία εκφράζονταν; Έχω την αίσθηση ότι η ταυτότητά τους δεν συνδέεται με την αίσθηση του ανήκειν αλλά με τη συνείδηση της ξενότητάς τους. Το ίδιο ισχύει και για τα αναρίθμητα παιδιά που έμαθαν να μιλάνε μια γλώσσα στο πλαίσιο μιας οικογένειας που μετανάστευσε, αλλά μεγάλωσαν μιλώντας μια άλλη, διαφορετική γλώσσα στην χώρα που τα υποδέχθηκε. Είναι μια σύγκρουση όλο αυτό και, συγχρόνως, μια πολύτιμη επίγνωση. Ο ξένος είναι πάντοτε ένας καλός παρατηρητής».

Αναρωτιέμαι για τις διαδικασίες τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης, ως εμπειριών. Νομίζω ότι ένα τεράστιο ζήτημα στην «ταχύτατη» εποχή μας είναι η ικανότητα μας να συγκεντρωνόμαστε, να προσηλωνόμαστε κάπου (ακόμη και σε ένα βιβλίο). Άραγε ισχύει για τον αναγνώστη ό,τι και για τον συγγραφέα; Μοιράζονται λ.χ. αυτή τη δυσκολία; Πώς το βλέπετε εσείς;

«Θεωρώ αυτή την προσήλωση, αυτή την απορρόφηση, αυτή την υπέροχη συνθήκη που μοιάζει με υπνωτισμό, μια πολύ χρήσιμη εμπειρία. Ακριβώς επειδή επικρατεί ο περισπασμός, μια διάσπαση της προσοχής μας, οι διαδικασίες της ανάγνωσης και της γραφής καθίστανται όλο και πιο σημαντικές σε σχέση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν. Και είναι αλήθεια ότι, στις ημέρες μας, τείνουμε ή αναγκαζόμαστε να στρέφουμε την προσοχή μας σε πάρα πολλά πράγματα την ίδια ώρα. Για εμένα όμως η καλή λογοτεχνία - αναφέρομαι τόσο σε αυτούς που την γράφουν όσο και σε αυτούς που την διαβάζουν - δεν σχετίζεται τόσο με κάποια δυσκολία αλλά με κάποια ένταση, με κάποια εμμονή ίσως. Θέλω να πω δηλαδή ότι, όποτε βιώνουμε την απόλαυση, δεν είναι και τόσο δύσκολο για εμάς να συγκεντρωθούμε. Όταν κάνουμε έρωτα, για παράδειγμα, εξακολουθούμε σε κάθε περίπτωση να είμαστε και απολύτως προσηλωμένοι σε αυτό που κάνουμε εκείνη τη στιγμή. Έτσι δεν είναι; Ε, για εμένα η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να ερωτεύομαι τις λέξεις. Πιστεύω ότι τα βιβλία είναι δυο φορές αληθινά. Ότι συμβαίνουν σε δύο κεφάλια την ίδια στιγμή».

Η τέχνη μπορεί να είναι μόνο μια αισθητική στάση ή μόνο μια πολιτική θέση και να έχει κάποια αξία; Τι λέτε;

«Το να υποστηρίζει κανείς ότι η τέχνη έχει να κάνει αποκλειστικά με την αισθητική είναι, στην ουσία, μια ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση (και εξόχως συντηρητική, κατά τη γνώμη μου). Από την άλλη μεριά, το να περιορίζει κανείς την τέχνη σε σκοπούς ακραιφνώς πολιτικούς συνιστά, επίσης, μια αισθητική στάση (αρκούντως φτωχή, κατά τη γνώμη μου). Νομίζω ότι, για τον κάθε καλλιτέχνη, ο προβληματισμός για τη φόρμα (του έργου του) και ο προβληματισμός του για την κοινωνία (και τα ζητήματά της) αποτελούν κομμάτια της ίδιας πρόκλησης. Στην περίπτωση του λογοτέχνη: να προσπαθήσει να κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο μέσω της γλώσσας που θα χρησιμοποιήσει. Προσωπικά με ενδιαφέρει πάρα πολύ η πολιτική. Με ενδιαφέρουν όμως περισσότερο οι αντιφάσεις που αναδύονται μεταξύ των πολιτικών μας θέσεων και των όσων πράττουμε (ή γράφουμε) στην πραγματική ζωή. Αυτό είναι που λέμε "ιδεολογία", κάτι που είναι ενίοτε ένα συναρπαστικά αθέλητο πράγμα. Όπως ακριβώς η ποίηση».

Με ποιες σκέψεις ήλθατε στην Ελλάδα, τούτη την περίοδο, κύριε Νέουμαν;

«Η αλήθεια είναι ότι, πριν έλθω,  με απασχόλησε το δισυπόστατον του πράγματος: από τη μια η ιδεώδης αρχαία Ελλάδα και από την άλλη η σύγχρονη χώρα που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Μου φαίνεται ότι η ίδια η Ευρώπη, με τον τρόπο που έχει συμπεριφερθεί στην Ελλάδα, διαπράττει ένα είδος παράδοξης αυτοκτονίας εις βάρος της. Η κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού και της δημοκρατίας, να σκοτώνεται αργά και βασανιστικά από τους υποτιθέμενους θεματοφύλακες των αξιών της δυτικής δημοκρατίας! Πιστεύω ότι οι χώρες του Νότου (όπως και η Γαλλία που επίσης περνάει μια δύσκολη φάση) πρέπει να βάλουν τα δυνατά τους και να συνεργαστούν περισσότερο ώστε να αναμορφώσουν την ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Καμία χώρα (ούτε και η Ελλάδα) δεν μπορεί να το κάνει μόνη της αυτό. Και ψυχανεμίζομαι ότι ο γερμανός φιλόσοφος Ιμμάνουελ Καντ, ο οποίος εδώ που τα λέμε είναι ο πατέρας της Ενωμένης Ευρώπης από μια πολιτική σκοπιά, θα ντρεπόταν πραγματικά βλέποντας πώς συμπεριφέρεται η Γερμανία σήμερα. Προσπάθησα να θίξω τέτοια ζητήματα και στον Ταξιδιώτη του αιώνα, πώς συντελέστηκε αυτή η πολιτική μεταμόρφωση της Ευρώπης, που βρίσκονται οι ρίζες αυτού του εφιάλτη. Αν πρέπει όμως να περιοριστώ στα σημερινά, θα σας έλεγα το δικό μας πολιτικό παιχνίδι το συμπυκνώνουν πολύ καλά αυτοί οι ανόητοι χούλιγκαν στο οι οποίοι με τα κοντάρια, απ' όπου κρέμονται οι εθνικές τους σημαίες, χτυπάνε τα κεφάλια των αντιπάλων τους στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου 2016!»


* Την Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016, στο Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας, ο συγγραφέας παρουσίασε τα βιβλία του με τους Αχιλλέα Κυριακίδη, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και Αριστοτέλη Σαΐνη.


Μπέκος Γρηγόρης, Το Βήμα, 22/06/2016  

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Dos minicuentos de Jorge F. Hernández / Δύο μικροδιηγήματα του Χόρχε Φ. Ερνάντες

1.

Tienes un departamento amueblado con austeridad y un cuerpo soñado. Tienes una voz que destila tu sensualidad y el sillón más cómodo del mundo en el rincón de tu sala. Cerca de la ventana estará siempre esa jarra –que alguna vez sirvió vino– habitada casi todos los días por esas flores moradas que no sé cómo se llaman.
    Tienes las piernas con las que sueño al caminar todos los días a la oficina y he intentado recrear tu cintura con el juego que acostumbro jugar con mis almohadas. Tienes un rostro perfecto que podría tomar vida propia en la fotografía que tienes enmarcada en el pasillo, justo al lado de la puerta del baño.
    Tienes todo lo que siempre había deseado encontrar en una mujer. Tenemos toda la vida por delante. Tienes entonces, una cita, aunque yo solamente tenga la posibilidad de inventarte.

>.<>.<>.<

Έχεις ένα διαμέρισμα λιτά επιπλωμένο και ένα ονειρεμένο κορμί. Έχεις μια φωνή που στάζει αισθησιασμό και την πιο άνετη πολυθρόνα του κόσμου στη γωνιά του σαλονιού σου. Κοντά στο παράθυρο θα βρίσκεται πάντα εκείνη η κανάτα –που κάποτε κέρασε κρασί– όπου κατοικούν, σχεδόν καθημερινά, αυτά τα μοβ λουλούδια που δεν ξέρω πώς τα λένε.
Έχεις τα πόδια που ονειρεύομαι κάθε μέρα περπατώντας προς το γραφείο κι έχω προσπαθήσει να πλάσω ξανά τη μέση σου με το παιχνίδι που συνηθίζω να παίζω με τα μαξιλάρια μου. Έχεις ένα τέλειο πρόσωπο που θα μπορούσε να ζωντανέψει στη φωτογραφία που έχεις κορνιζαρισμένη στο διάδρομο, ακριβώς δίπλα στην πόρτα του μπάνιου.
Έχεις όλα όσα είχα πάντα επιθυμήσει να βρω σε μια γυναίκα. Έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας. Έχεις, λοιπόν, ένα ραντεβού, παρόλο που εγώ μονάχα έχω τη δυνατότητα να σε επινοήσω.

2.

La fatiga

para Augusto Monterroso

Luego de doce horas en vuelo, el viejo cerró su libro y se bajó de la hamaca.

>.<>.<>.<

Η κόπωση
                                                για τον Αουγούστο Μοντερόσο

Μετά από δώδεκα ώρες πτήσης, ο γέρος έκλεισε το βιβλίο του και κατέβηκε από την αιώρα. 



Η συλλογική μετάφραση των μικροδιηγημάτων του Jorge F. Hernández είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που έλαβε χώρα στο πλαίσιο του 8ου Festival LEA, στο Abanico, στις 21 Ιουνίου 2016. Το εργαστήριο συντόνισαν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης και συμμετείχαν οι Αναστασία Αργυράκη, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Χριστίνα Καζανά, Εύη Κύρλεση, Σπύρος Λαζάρου, Νατάσα Λάμπρου, Μαρία Μαυρογεώργη, Δήμητρα Μπακατσιά, Σταυρούλα Ντίντα, Σοφία Σίμου, Στέλλα Σουφλέρη.



Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Βιβλιοκριτική της Αρχοντής Κόρκα για το Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου; του Sergi Pamies

Το λεμόνι μπορεί να μας κάνει να ξινίσουμε τα μούτρα μας αλλά μπορεί και να μας δροσίσει. Σημασία έχει ίσως η σωστή δόση αλλά και η περίσταση. 
Ο Σέρζι Πάμιες, γεννήθηκε στο Παρίσι από Ισπανούς πολιτικούς πρόσφυγες. Σε ηλικία 11 ετών, η οικογένεια γύρισε στη Βαρκελώνη, όπου και έμαθε καταλανικά “για να μιλάει στα κορίτσια”. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1986, με την πρώτη του συλλογή διηγημάτων. Παρόλο που έχει γράψει και μυθιστορήματα, η μικρή φόρμα είναι η πρώτη του αγάπη.
Με τη συλλογή αυτή, έχουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε όχι μόνο έναν σημαντικό συγγραφέα της καταλανικής γλώσσας αλλά και έναν δεξιοτέχνη του διηγήματος. Ο Πάμιες ανήκει σε αυτούς τους λίγους που ξέρουν πραγματικά να διαχειρίζονται άψογα τον χώρο που τους διαθέτει το είδος αυτό. Όλα ξεκινούν με εκείνη την πρώτη πρόταση, την πρώτη γραμμή – και σε αυτό ο συγγραφέας έχει πραγματικό ταλέντο. “Ξυπνάω έχοντας έντονη επιθυμία να κλάψω αλλά, επειδή σήμερα με περιμένει πολλή δουλειά, αποφασίζω να κλάψω αργότερα”.
Οι χαρακτήρες του Πάμιες είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, σχεδόν άχρωμοι: χωρισμένα ζευγάρια, μοναχικοί άντρες, καθημερινά προβλήματα και άγχη. Από την πρώτη γραμμή και μετά όμως, όλα ξετυλίγονται με ένα περίεργο συνδυασμό εμφανούς παραλόγου και ξεκάθαρης λογικής, λογικής για τον κόσμο των ηρώων του. Ο άντρας που ακολουθεί κάθε μέρα την ίδια ρουτίνα, με στρατιωτική πειθαρχία, αποφασίζει να κάνει μικρές αλλαγές για να δοκιμάσει τους γύρω του. Ο άντρας που βρίσκει σε ένα συρτάρι της γυναίκας του ένα δονητή και διαπιστώνει για τον εαυτό του πράγματα που δεν ήξερε ότι σκέφτεται. Γονείς που αποφασίζουν να χωρίσουν γιατί το παιδί τους νιώθει άσχημα που είναι ακόμα παντρεμένοι ενώ όλοι οι γονείς των συμμαθητών της είναι χωρισμένοι. Κανονικότητες που μετατρέπονται σε ανωμαλίες και το ανάποδο, με τρόπο ομαλό, σχεδόν αναμενόμενο. Μοναξιά που δεν είναι επαπειλούμενη, αλλά πάντα παρούσα και μάλιστα, χωρίς να ποινικοποιείται.
Οι ήρωες των ιστοριών ζουν μια μεγάλη παρεξήγηση - σαν να έχεις ξυπνήσει σε λάθος μέρα, να νομίζεις ότι είναι Κυριακή ενώ είναι Δευτέρα. Από αυτή την παρεξήγηση, γεννιέται το χιούμορ του Πάμιες: ένα χιούμορ διαβρωτικό, έξυπνο, με παρατηρητικότητα αλλά την ίδια στιγμή, με μεγάλη ανθρωπιά. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το διήγημα Το Μοιραίο, όπου ο ήρωας ζει τις τελευταίες ώρες του πατέρα του. Η περιγραφή είναι ανθρώπινη και δημιουργεί αβίαστη συγκίνηση. Παρόμοια γλυκύτητα διακρίνουμε και στο Παιχνίδι, όπου ο Άγιος Πέτρος αποφασίζει να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε έναν γονιό.
Στο Αίμα από το Αίμα μας και στην Εκδρομή, ο Πάμιες δίνει το δικό του σχόλιο για τις σημερινές οικογένειες και τα παιδιά. Το Χάσμα Γενεών γίνεται αξιοθέατο (σαν το Γκραν Κάνυον ίσως;) που μπορεί κανείς να πάει βόλτα – η ύπαρξή του και μόνο φέρνει δυσθυμία στο παιδί που αισθάνεται θαρρείς υποχρεωμένο από δω και πέρα να αλλάξει συμπεριφορά. Στην Άλλη Ζωή, το εναρκτήριο διήγημα, ο πατέρας διαπιστώνει πως υπήρχε τρόπος να κάνει ευτυχισμένη την οικογένειά του – ο θάνατός του.
Δείγματα εξαιρετικής τεχνικής είναι τα Μια Φωτογραφία, Παραλήπτες, Το πηγάδι. Εδώ ο Πάμιες απομακρύνεται ακόμα και από τη συνήθη φόρμα του διηγήματος - το κάθε ένα από τα προαναφερθέντα δεν πιάνει παραπάνω από μία σελίδα. Σε αυτή τη σελίδα, όμως, έχουμε συμπύκνωση και ουσία, μια αφήγηση από την οποία δεν περισσεύει τίποτα αλλά και δεν λείπει τίποτα. Ο Πάμιες δεν δημιουργεί ένα σύμπαν – τον ενδιαφέρει περισσότερο η παρατήρηση και αυτό που προσφέρει είναι ένα άλλο βλέμμα, μια άλλη προοπτική στις ζωές των ανθρώπων. Ένα βλέμμα που μας ανοίγει έναν άλλο κόσμο, πίσω από την καθημερινότητα, τη ρουτίνα, τη συνήθεια μιας “άχρωμης” ζωής.
Ο Πάμιες μου θύμισε το οξύ βλέμμα του Έτγκαρ Κέρετ, ομότεχνού του στο διήγημα, αλλά και την εξαιρετική ικανότητα εισβολής του παραλόγου σε μια φαινομενικά ομαλή πραγματικότητα, ενός δικού μας, του Πάνου Τσίρου (Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, Eκδόσεις Γαβριηλίδη). Την έκδοση συμπληρώνει ο πρόλογος του γνωστού Ισπανού συγγραφέα, Ενρίκε Βίλα-Μάτας, αλλά και ένα ιδιαίτερα χρήσιμο επίμετρο των μεταφραστών, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Ευριβιάδη Σοφού, οι οποίοι με τη δουλειά τους συνεισφέρουν τα μέγιστα στη γνωριμία μας με τον Πάμιες.

Sergi Pamies
Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;
Πάπυρος - Letras
Πρόλογος: Ενρίκε Βίλα-Μάτας
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος - Ευριβιάδης Σοφός

Αρχοντή Κόρκα

www.critique.gr, 7.6.2009

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Υπερβραχεία εισαγωγή στην ισπανόγραφη υπερβραχεία αφήγηση και μία ανθολογία

του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Στα ελληνικά το λογοτεχνικό είδος της υπερβραχείας αφήγησης ονομάζεται συνήθως μικροδιήγημα, αλλά και υπέρμικρο διήγημα, υπερβραχύ διήγημα, σύντομη φόρμα, ιστορία μπονζάι κ.λπ. Στα ισπανικά, αντίστοιχα, οι προτεινόμενες ονομασίες είναι και σε αυτή την περίπτωση πολλές: minicuento, minirrelato, minificción, microrrelato, microficción, nanocuento, relato mínimo κ.λπ. Όλοι αυτοί οι όροι προσπαθούν να ορίσουν όχι τόσο τη μυθοπλασία του σύντομου (με βάση τον αριθμό των λέξεων) και του φευγαλέου (με αφορμή την αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου), όσο την πεζογραφία της αφαίρεσης, την πεζογραφία, δηλαδή, που ζητά, σχεδόν απαιτεί, από τον αναγνώστη την ενεργή συμμετοχή του, ώστε ουσιαστικά να είναι εκείνος που θα πλάσει ένα ολόκληρο αφήγημα παίρνοντας ως αφορμή τη στοιχειώδη ιστορία που του προσφέρει το μικροδιήγημα.
  Το μικροδιήγημα μπορεί να είναι ένα σχετικά νέο λογοτεχνικό είδος, η μικρή σε έκταση αφήγηση, όμως, έρχεται από το παρελθόν, δεν αποτελεί φρούτο της εποχής μας. Με μυθοπλαστικό αλλά κυρίως διδακτικό χαρακτήρα μάς είναι γνωστή από την εποχή του Αισώπου, για να περάσουμε στη συνέχεια, στον Απολλόδωρο, τα παραμύθια της Ανατολής, τους αρχαίους παραδοξογράφους, τους λατίνους συγγραφείς (Κικέρωνα, Πετρώνιο κ.ά.), τον Πλούταρχο, τον Βοκάκιο, τα με­σαι­ω­νι­κά α­σκη­τι­κά και α­γι­ο­λο­γι­κά κεί­με­να κ.λπ. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά ακόμα πιο έντονα από τις αρχές του 20ού, συναντούμε δείγματα υπερσύντομης λογοτεχνίας στη λογοτεχνική παραγωγή πολλών χωρών (κυρίως ισπανόφωνων και αγγλόφωνων) με κυριότερους εκπροσώπους τους Έντγκαρ Άλαν Πόε, Χάουαρντ Λάβκραφτ, Ρουμπέν Νταρίο, Βισέντε Ουϊδόμπρο,  Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ κ.ά.
Προϊόντος του 20ού αιώνα, η σύντομη αφήγηση εμπλουτίζεται με τη συνεισφορά μεγάλων ονομάτων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής ηπείρου: αναφερόμαστε σε εξέχοντες συγγραφείς όπως ο Άντον Τσέχοφ, ο Φραντς Κάφκα, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Άμπροουζ Μπιρς, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Τζον Απντάικ, ο Χοσέ Αρεόλα ή ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Όσον αφορά συγκεκριμένα το ισπανόγραφο μικροδιήγημα με λογοτεχνικές φιλοδοξίες, αυτό εμφανίζεται περί τα τέλη του 19ου αιώνα και, ακόμα πιο δυναμικά, στις αρχές του 20ού, συμπίπτοντας με το απόγειο του ισπανοαμερικάνικου Συμβολισμού (Modernismo hispanoamericano). Ανάμεσα στους πολύ σημαντικούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το είδος ξεχωρίζουμε τον Ρουμπέν Νταρίο από τη Νικαράγουα (το 1888 εκδίδει το Azul, το πρώτο βιβλίο στην ισπανική γλώσσα που περιλαμβάνει μικροδιηγήματα) και τον Χιλιανό Βισέντε Ουϊδόμπρο, και οι δύο συγγραφείς πρώτης γραμμής. Στην εξέλιξη του 20ού αιώνα, όπως σημειώσαμε και προηγουμένως, το ισπανόφωνο μικροδιήγημα γνωρίζει εκπληκτική άνθιση, κυρίως στην Ισπανία, την Αργεντινή και το Μεξικό: Λεοπόλδο Λουγόνες, Αλφόνσο Ρέγες, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1956), Χούλιο Τόρι, Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα, Αουγούστο Μοντερόσο, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Χούλιο Κορτάσαρ, Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Εδουάρδο Γκαλεάνο καθώς και πολλοί άλλοι δίνουν στο είδος τέτοια ώθηση, ώστε μπορούμε να ισχυριστούμε βάσιμα ότι άλλαξαν την ιστορία της σύντομης αφήγησης παγκοσμίως.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά η παραγωγή και η δημοτικότητα του σύντομου αφηγήματος εκτοξεύθηκε, παγκοσμίως, σε επίπεδα που κανείς δεν φανταζόταν μέχρι τότε. Φυσικά, στην εκπληκτική άνθιση του μικροδιηγήματος έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και οι νέες τεχνολογίες οι οποίες, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο διάχυσης, εξασφαλίζουν ταχεία διάδοση και ευρεία αναγνωσιμότητα. Είναι εκατοντάδες οι διαδικτυακές τοποθεσίες που ασχολούνται με το μικροδιήγημα και δίνουν βήμα τόσο σε νέους και άγνωστους συγγραφείς (στην πλειονότητα των περιπτώσεων) όσο και σε καταξιωμένους πεζογράφους, εξασφαλίζοντάς τους ταυτόχρονα ευρεία αναγνωσιμότητα. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που η διάχυση αυτού του είδους λογοτεχνίας γίνεται μέσω twitter ή SMS, ενώ ένα πολύ σημαντικό μέρος αυτής της παραγωγής δεν εκδίδεται τελικά σε καμία από τις παραδοσιακές έντυπες μορφές έκδοσης (βιβλίο, περιοδικό, εφημερίδα κ.λπ.).
Ποια είναι όμως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικροδιηγήματος; Η συντομία είναι, αναμφίβολα, το πρώτο από αυτά. Βέβαια δεν υπάρχει συμφωνία για τον αριθμό των λέξεων: Εκατό; Διακόσιες; Πεντακόσιες; Μια σελίδα; Δύο; Μερικές γραμμές μόνο; Τα όρια είναι συζητήσιμα, άλλωστε το σημαντικό σε ένα μικροδιήγημα δεν είναι τόσο το να γράψει κανείς λίγες λέξεις, όσο το να μην γράψει επιπλέον λέξεις. 
  Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι η αφηγηματικότητα, δηλαδή, όσο μικρή και αν είναι η έκτασή του είναι προορισμένο να αφηγηθεί μια ιστορία και πρέπει να την αφηγηθεί με ένταση, αφού (αντίθετα με τα μυθιστορήματα) στη σύντομη αφήγηση δεν υπάρχει χώρος για «κενά διαστήματα». Συνεπώς έχει πλοκή (αλλά όχι περίπλοκη), συγκεκριμένο χώρο στον οποίο εξελίσσεται η αφήγηση (αλλά με ελάχιστες ή και καθόλου περιγραφές) και χαρακτήρες (αλλά με μηδαμινή αναφορά στα φυσικά ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους).
  Το σπουδαιότερο όμως χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι, καθώς προείπαμε, η αφαίρεση (ή, αλλιώς, η έλλειψη, η βραχυλογία), άλλωστε, όπως υποστηρίζει o σημαντικός ισπανός διηγηματογράφος Χουάν Πέδρο Απαρίθιο: «αυτό που δεν εμφανίζεται στο κείμενο έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτό που εμφανίζεται. Με άλλα λόγια, το μικροδιήγημα δεν υφίσταται δίχως την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να «εφεύρει» αυτό που δεν είναι εμφανές: από τα χαρακτηριστικά των ηρώων ή του τοπίου εντός του οποίου εκτυλίσσεται η δράση μέχρι το ίδιο το τέλος (το οποίο στα περισσότερα μικροδιηγήματα παραμένει εντελώς ανοικτό).
Το μικροδιήγημα έχει συγκριθεί, παρομοιασθεί ή και ταυτιστεί, τόσο από πλευράς κριτικών όσο και αναγνωστικού κοινού, με άλλες μορφές σύντομης έκφρασης τόσο από το χώρο της λογοτεχνίας: σύντομες ποιητικές συνθέσεις (π.χ. χαϊκού, ποίηση σε πεζό λόγο κ.λπ.), αφορισμούς, παραβολές κ.ά. όσο και εκτός λογοτεχνίας: γκράφιτι, διαφημιστικά σποτ, άρθρα στον περιοδικό τύπο κ.ά. Σε αυτήν τη «σύγχυση» συνέτειναν, σκοπίμως ή άθελά τους, συγγραφείς όπως ο Μπόρχες με τους πειραματισμούς του ή η συμπατριώτισσά του, Κλάρα Ομπλιγάδο, η οποία τονίζει κατά τρόπο εμφατικό την πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτηρίζει αυτό το λογοτεχνικό είδος, την ευχέρεια, δηλαδή, με την οποία οικειοποιείται χαρακτηριστικά από άλλα είδη κειμένων και τα προσαρμόζει στα μέτρα του: «[Τα μικροδιηγήματα] διατρέχουν όλα τα είδη, όλες τις τεχνικές: στηρίζονται σε άλλα κείμενα, υφαίνουν δεσμούς με άλλες μορφές κειμένων: είναι παιχνίδι, ποίημα, απόφθεγμα, παραμύθι με ζώα, ανέκδοτο, μυθιστόρημα, μύθος, μέχρι και μικρή αγγελία». Αντίθετα, ο περουβιανός συγγραφέας Φερνάντο Ιγουασάκι απορρίπτει καθέτως την οιανδήποτε σχέση του μικροδιηγήματος με όλα τα προαναφερθέντα είδη κειμένων: «Ένα μικροδιήγημα έχει ως στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία, ως εκ τούτου, μπορεί να έχει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες. Αυτά όμως που σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με το μικροδιήγημα είναι οι μακροσκελείς αφορισμοί, τα ποιήματα σε πεζό λόγο, τα εκτενή ανέκδοτα και οι αμπελοφιλοσοφίες».
Στις μέρες μας, όπως τονίσαμε προηγουμένως, το λογοτεχνικό είδος της βραχείας αφήγησης γνωρίζει εκπληκτική διάδοση: εκδίδονται ανθολογίες μικροδιηγημάτων, διοργανώνονται διεθνείς διαγωνισμοί (με πολυάριθμη συμμετοχή συγγραφέων), πραγματοποιούνται συνέδρια, θεσπίζονται βραβεία, γράφονται διδακτορικές διατριβές, έχει στηθεί εν ολίγοις μια ολόκληρη «βιομηχανία» γύρω από αυτό το είδος, μια «βιομηχανία» που δεν προάγει πάντα την ποιότητα, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις ενισχύει, κατά τρόπο παραπλανητικό, την άποψη ότι η συγγραφή ενός μικροδιηγήματος είναι έργο εύκολο, δίχως ιδιαίτερες απαιτήσεις, στο οποίο μπορεί να επιδοθεί ο καθένας. Την απατηλή αυτή αντίληψη περί απλοϊκότητας του είδους προσπαθεί να καταρρίψει μια από τις σημαντικές θεωρητικούς της σύγχρονης ισπανικής λογοτεχνίας, η Ιρένε Άντρες-Σουάρεθ, τονίζοντας ότι: «σε κάθε περίπτωση, το μικροδιήγημα είναι ένα λογοτεχνικό είδος ιδιαζόντως δύσκολο, τόσο εκλεπτυσμένο και απαιτητικό όσο και η ποίηση, αφού και τα δύο είδη χτίζονται με ακρίβεια χιλιοστού και φιλοδοξούν στο ακραίο ξεγύμνωμα και στην ουσιαστική χρήση της γλώσσας».  
Ενδεικτική των μαζικών διαστάσεων που έχει λάβει στην εποχή μας η συγγραφή μικροδιηγημάτων είναι η παρακάτω πληροφορία για την οποία περιττεύει ο οποιοσδήποτε σχολιασμός: το 2015, στο VI Διεθνή Διαγωνισμό Μικροδιηγήματος Museo de la Palabra που διοργάνωσε το ισπανικό Ίδρυμα César Egido Serrano συμμετείχαν 35.609 μικροδιηγήματα από 149 χώρες!  
Εμείς ολοκληρώνουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στη βραχεία αφήγηση με μια μικρή ανθολογία αυτού του λογοτεχνικού είδους, παρουσιάζοντας, μεταφρασμένα στα ελληνικά, 11 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 6 χώρες. Καλή ανάγνωση!


Argumentum ornithologicum, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Αργεντινή)

Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιών. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, μπορεί και λιγότερο· δεν ξέρω πόσα πουλιά είδα. Ήταν καθορισμένος ή ακαθόριστος ο αριθμός τους; Το πρόβλημα εμπεριέχει το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού. Εάν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι καθορισμένος, γιατί ο Θεός γνωρίζει πόσα πουλιά είδα. Εάν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ακαθόριστος, γιατί κανείς δεν μπόρεσε να τον υπολογίσει. Σε αυτήν την περίπτωση, είδα λιγότερα από δέκα πουλιά (ας πούμε), αλλά δεν είδα εννέα, οκτώ, επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο. Είδα έναν αριθμό ανάμεσα στο δέκα και το ένα, που δεν είναι το εννέα, το οκτώ, το επτά, το έξι, το πέντε κ.λπ. Αυτός ο ακέραιος αριθμός είναι ασύλληπτος· άρα, ο Θεός υπάρχει.  

Το δέντρο της φωτιάς, του Ιπόλιτο Ναβάρο (Ισπανία)

Είναι το πρώτο παιδί στην τάξη, παράξενο παιδί του άριστα και των επαίνων. Τα απογεύματα ξεχειλίζει στην ύπαρξή του και στο πάρκο περιφρονεί την ευκολία των κερασιών και των σφενδάμνων και σκαρφαλώνει, με δυσκολία, στην κορυφή ενός δέντρου της φωτιάς.
          Κάτω, διαισθανόμενο την πτώση που κάποια μέρα σίγουρα θα έρθει, περιμένει, δίχως να βιάζεται, ένα άλλο παιδί, πιο διακριτικό ετούτο, πίσω από τα γυαλιά του: αυτό που αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του στην τάξη, στο τελευταίο θρανίο, κάτω από το χάρτη, εκεί όπου δεν φτάνουν ποτέ τα βραβεία του δασκάλου.

Ακολουθία, της Καρολίνα Φερνάντες (Αργεντινή)

Έκαναν αχαλίνωτο σεξ. Φιλήθηκαν και βγήκαν για δείπνο. Κρατήθηκαν από το χέρι στο σινεμά και περπάτησαν κάτω από την έναστρη νύχτα. Ήπιαν μαζί έναν καφέ εκείνο το βροχερό απόγευμα, γέλασαν αμήχανα, κάτι στον άλλο τους τράβηξε, θέλησε να μάθει το όνομα πριν ρωτήσει την ώρα. Απομακρύνθηκαν και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. 

Επιβεβαιωμένη λήθη, του Φερνάντο Αΐνσα (Ουρουγουάη)

Σε περίπτωση αμφιβολίας, να θυμάσαι: όλοι οι αθάνατοι συγγραφείς έχουν πεθάνει.

Παιχνίδι μεταμορφώσεων, της Σεσίλια Μπεατρίς Εσκομπάρ (Ελ Σαλβαδόρ)

Έτσι συμφωνήσανε. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα μετατρεπόταν σε εκείνον και εκείνος σε εκείνη. Φτιαγμένοι καθώς ήταν από το ίδιο υλικό, δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου. Στο κάτω κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέται κανείς να είναι συνεχώς το ίδιο πράγμα.

Συνωμοσία, του Κάρλος Βιτάλε (Αργεντινή)

Ένα βράδυ, όλα τα τηλέφωνα του κτηρίου άρχισαν να χτυπάνε εναλλάξ. Μόλις σταματούσε ένα, άρχιζε άλλο, και μετά άλλο. Η απροθυμία ορισμένων ενοίκων να αποσυνδέσουν τις συσκευές τους (περίμεναν πολύ σημαντικά τηλεφωνήματα: μία ολονυχτία, μία παρτίδα πόκερ, ένα ταξίδι, ένα ερωτικό ραντεβού), εμπόδιζε στο να δοθεί οριστικό τέλος σε αυτή την τηλεφωνική συνωμοσία. Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών, από την πλευρά του, αποποιήθηκε των ευθυνών του, διαβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο για εσωτερικό ζήτημα του κτηρίου. Ωστόσο, στις δύο τα ξημερώματα, τα τηλέφωνα, αφού χτύπησαν όλα ταυτόχρονα, σιώπησαν ξαφνικά. Γεγονός που κάποιοι εξέλαβαν ως ανεξήγητη τεχνική βλάβη και άλλοι ως προειδοποίηση, τη σημασία της οποίας δεν κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν.

Γόνδολα, του Όσκαρ Σιπάν (Ισπανία)

Απορροφημένος στις σκέψεις του ο βενετσιάνος γονδολιέρης αντίκρισε τις ακτές της Ταϊτής.

Το κοριτσάκι του δάσους, του Αρμάντο Κιντέρο (Μεξικό)

«Άκου –είπε ο Μεγάλος Λύκος στο Μικρό Λύκο– και δώσε μεγάλη προσοχή. Αν από αυτό το μονοπάτι περάσει μια μικρή μ’ ένα καλάθι κι ένα σκούφο σ’ αυτό το χρώμα –του έδειξε κάτι αγριοκέρασα– μην τυχόν και της μιλήσεις. Είναι επικίνδυνο πλάσμα! Αυτό το κοριτσάκι έχει μεγάλη σχέση με το θλιβερό τέλος του προπροπάππου σου».

Θεραπεία, Χοσέ Μαρία Μερίνο (Ισπανία)

«Ένα μικρό περιβόλι, να σκάβετε το χώμα, να ρίχνετε λίπασμα, να φυτεύετε, να ποτίζετε, να μαζεύετε τους καρπούς. Είναι κι αυτές δραστηριότητες που μπορεί να σας ωφελήσουν πολύ», τον συμβούλευσε ο γιατρός τη στιγμή που του παρέδιδε την αγωγή για το στρες.
  Την πρώτη χρονιά, έφαγε κάτι πεντανόστιμες ντομάτες. Τη δεύτερη χρονιά, όση ώρα ήταν στο Χρηματιστήριο σκεφτόταν τις κυριακάτικες ασχολίες του, τις φραουλιές, τα κολοκυθάκια με τα λουλούδια τους, τα κοκκινολάχανα, ανάλογα με την εποχή.
  Μια Κυριακή του Απριλίου, όμως, κοντοστάθηκε και ύστερα κάθισε ανάμεσα στα οργωμένα αυλάκια. Τη Δευτέρα είχε ήδη βγάλει ρίζες. Το αριστερό του χέρι παράγει πιπεριές και το δεξί του μελιτζάνες. Δεν χρειάζεται πολύ πότισμα.

Ο φιλόδοξος συλλέκτης, της Άνα Μαρία Σουά (Αργεντινή)

Ο φιλόδοξος άντρας βάζει σκοπό του να συλλέξει τα πάντα. Συγκεντρώνει στο σπίτι του, που έχει μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο, μια συλλογή από σπόρους, μια άλλη από αντικείμενα που έχει βρει στο δρόμο, μια τρίτη με νερό βρύσης (από διαφορετικές βρύσες, διαφορετικές ώρες της ημέρας). Συλλέγει πουλόβερ, διάσημες και κοινότοπες φράσεις, εισιτήρια λεωφορείου, σελίδες εφημερίδων διαλεγμένες αυστηρά στην τύχη. Συλλέγει οπές, ψωμιά, άδεια μπουκαλάκια αποσμητικών. Κάθε χρόνο είναι υποχρεωμένος να μετακομίζει σε μεγαλύτερο σπίτι· έπειτα, κάθε έξι μήνες. Στο τέλος αντιλαμβάνεται πως μόνο αν αποκηρύξει κάθε είδους ταξινόμηση θα μπορέσει να αποκτήσει την πιο πλήρη συλλογή, την απόλυτη συλλογή. Την επιδεικνύει σε όλο τον κόσμο.  

Ο   χιμπατζής, του Αλεχάντρο Ραμίρες (Κολομβία)

Ο χιμπατζής δραπέτευσε από το ζωολογικό κήπο και βρήκε καταφύγιο στο σπίτι μου.  Με το βλέμμα με παρακάλεσε να τον προστατέψω και να μην τον καταδώσω. Τον λυπήθηκα. Από εκείνη τη στιγμή, το ενοχλητικό ζώο έχει βαλθεί να μιμείται όλες μου τις κινήσεις. Έμαθε να συμπεριφέρεται σωστά στο τραπέζι, μαγειρεύει συμπαθητικά και οι συνήθειες υγιεινής του είναι αρκετά αξιοπρεπείς. Όμως χρειάστηκε να τον σταματήσω όταν προσπάθησε να πλαγιάσει με τη σύζυγό μου: θέλοντας να δείξει τη δυσαρέσκειά του, κάθισε και μας παρακολουθεί, καταγράφοντας τις εντυπώσεις του σε ένα σημειωματάριο.

To παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ροδίτικο λογοτεχνικό περιοδικό Νησίδες (τεύχος 14) τον Ιούνιο του 2016.


Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος συνομιλεί με τον Andrés Neuman

8ο Φεστιβάλ LΕΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τετάρτη 22.06.2016 / 19:00 - 21:00
Τόπος διεξαγωγής:  PUBLIC Τσιμισκή, Θεσσαλονίκη

Παρουσίαση του ισπανοαργεντινού συγγραφέα Αντρές Νέουμαν και των βιβλίων του Ο ταξιδιώτης του αιώνα, Βαρβαρισμοί και Κατά μόνας (Εκδόσεις Opera) από τον ίδιο τον συγγραφέα και τον μεταφραστή και Αναπληρωτή Καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.  


Υπό την αιγίδα των Πρεσβειών της Ισπανίας και της Αργεντινής
και την υποστήριξη των Εκδόσεων Opera, του Abanico και του PUBLIC.

Στα Ισπανικά με διαδοχική διερμηνεία στα Ελληνικά.

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Rubén Rojas Yedra και Mariasun Landa σε συλλογική μετάφραση

Paralelismos

de Rubén Rojas Yedra

Elena se detuvo junto a la mesa del salón, que había dispuesto con esmero para cuatro comensales. Las diez en punto. Guardó silencio y prestó atención a los pasos que llegaban del techo: un nuevo viaje a la cocina; hacían falta más vasos y seguramente… algún cubierto. A su vuelta, alguien iba al baño. Elena se precipitó por el pasillo —al fondo, a la derecha—, se sentó en el váter y meó sin ganas. Esperó para tirar de la cisterna al unísono.
Durante la cena, se oyeron risas dobladas, descorche de botella —pup y pup— y un par de brindis que Elena imitó a dos manos. Cenó poco, sólo lo suyo, y no repitió porque tenía el hambre cambiada. Dos parejas arriba y a continuación una sobremesa de conversaciones cómplices que Elena escuchó con los ojos turbios y mudos. Sobre la mesa se repartía un juego de café y té completo de segunda mano. Sobre la mesa limpia, las tazas vacías.
Finalmente, los invitados se marcharon y la pareja del piso de arriba se quedó a solas. Entonces empezaron los besos, los jadeos, los toqueteos urgentes que se intuían en dirección al dormitorio. Elena sólo pudo restregarse en las paredes del pasillo, arrancarse la ropa, masturbarse —maquinal y exageradamente—, imitando el escándalo del somier, y después llorar: dos lágrimas que hizo coincidir con un orgasmo fingido.


Παραλληλισμοί

του Ρουμπέν Ρόχας Γέδρα

Η Ελένα κοντοστάθηκε στο τραπέζι του σαλονιού που είχε στρώσει με φροντίδα για τέσσερις συνδαιτυμόνες. Δέκα η ώρα. Σιωπηλή αφουγκράστηκε τα βήματα που έρχονταν από τον πάνω όροφο: άλλο ένα πηγαινέλα στην κουζίνα· χρειάζονταν περισσότερα ποτήρια και ίσως... κανένα μαχαιροπήρουνο. Καθώς γύριζε, κάποιος πήγαινε στο μπάνιο. Η Ελένα έτρεξε στο διάδρομο –στο βάθος, δεξιά–, κάθισε στη λεκάνη και σφίχτηκε να κατουρήσει. Περίμενε να τραβήξει το καζανάκι συγχρονισμένα.
Κατά τη διάρκεια του δείπνου, ακούγονταν ψεύτικα γέλια, το άνοιγμα ενός μπουκαλιού –ποπ και ποπ– και  καναδυό τσουγκρίσματα που η Ελένα μιμήθηκε με τα δύο της χέρια. Έφαγε λίγο, μόνο το δικό της, και δεν συνέχισε γιατί της είχε κοπεί η όρεξη. Δύο ζευγάρια επάνω και στη συνέχεια πονηρές κουβεντούλες γύρω από το τραπέζι∙ η Ελένα άκουγε με μάτια θολά και βουβά. Στο τραπέζι ένα πλήρες σερβίτσιο καφέ και τσαγιού, μεταχειρισμένο. Πάνω στο καθαρό τραπέζι, τα φλιτζάνια άδεια.
Τελικά, οι καλεσμένοι έφυγαν και το ζευγάρι του πάνω ορόφου έμεινε μόνο του. Τότε άρχισαν τα φιλιά, οι κοφτές ανάσες, τα επιτακτικά χαϊδολογήματα που έμοιαζε να πηγαίνουν προς την κρεβατοκάμαρα. Η Ελένα πρόλαβε μόνο να τριφτεί στους τοίχους του διαδρόμου, να πετάξει τα ρούχα της, να αυνανιστεί –μηχανικά και υπερβολικά–, μιμούμενη το τρίξιμο του σομιέ και κατόπιν έκλαψε: δύο δάκρυα που φρόντισε να συμπέσουν μ’ έναν προσποιητό οργασμό.

Το παρόν μικροδιήγημα συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο La locura de los peces [Η τρέλα των ψαριών] (Alumbre, Κάδιθ, 2015). Ο Rubén Rojas Yedra ζει στην Μαδρίτη αλλά γεννήθηκε στο Χερέθ δε λα Φροντέρα το 1982. Έχει πτυχίο δημοσιογραφίας και μεταπτυχιακό στην ισπανική λογοτεχνία.

Diván

de Mariasun Landa

La hormiga neurótica del hormiguero acudió durante bastante tiempo al sicoanalista. Se quejó de su destino, culpó a sus progenitores de ser como era y a todos los dioses de la tierra por no haber sido una mariposa. Cuando el sicoanalista le dijo que la solución a su neurosis era aceptar la vida tal y como era, se sintió íntimamente estafada. Y con razón. El sicoanalista, de noche y a escondidas, seguía intentando volar como una libélula. Eso sí, sin sentimiento de culpabilidad.

Ντιβάνι

της Μαριάσουν Λάντα

Το νευρωτικό μυρμήγκι της μυρμηγκοφωλιάς επισκεπτόταν για πολύ καιρό τον ψυχαναλυτή του. Παραπονιόταν για τη μοίρα του, κατηγορούσε τους προγόνους του που ήταν όπως ήταν, κι όλους τους θεούς της γης, που δεν είχε γεννηθεί πεταλούδα. Όταν ο ψυχαναλυτής τού είπε πως η λύση για τη νεύρωσή του ήταν να αποδεχθεί τη ζωή έτσι όπως είναι, εκείνο ένιωσε εντελώς εξαπατημένο. Και με το δίκιο του. Ο ψυχαναλυτής, τη νύχτα και στα κρυφά, συνέχιζε την προσπάθεια να πετάξει σαν λιβελούλα, χωρίς κανένα αίσθημα ενοχής ωστόσο.

Το παρόν μικροδιήγημα συμπεριλαμβάνεται στο Diccionario de hormigas [Μυρμηγκολεξικό] (Pamiela, Παμπλόνα, 2014). Η Mariasun Landa γεννήθηκε στη Ρεντερία της Γκιπούθκουα το 1949. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Παρίσι και στη Βαλένθια. Γράφει παιδικά διηγήματα στη βασκική γλώσσα. Το 2003 πήρε το Εθνικό Βραβείο της παιδικής λογοτεχνίας της Ισπανίας με το Krokodiloa ohe azpian [Ένας κροκόδειλος κάτω από το κρεβάτι].


Η συλλογική μετάφραση είναι προϊόν του εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης από τα ισπανικά στα ελληνικά που διοργάνωσε ο Αναπληρωτής Καθηγητής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ σε συνεργασία με την Ισπανοελληνική Ένωση Γλώσσας και Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης από 11 Μαΐου έως 2 Ιουνίου 2016. Συμμετείχαν οι σπουδαστές Λίλιαν Δενδρινού, Pedro Díez, Ζαχαρούλα Καμπούρη, Ρένια Μητάτου, Αναστασία Παυλίδου, Ανθή Πιτσούδη, Έφη Τζαφέρη, Μαρία Τσαχουρίδου.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Guión piloto de cinta aislante, de Simeón Tsakiris

Érase una vez una playa verdaderamente solitaria. allí salieron a dar su primer paseo los recién nacidos de una familia costera de aves. a veces delante guiando, a veces atrás empujando, a veces flanqueando, el papá y la mamá de la familia iban cambiando el ritmo de su marcha. se habían alejado de su nido en la roca verde, cuando el coche aparcó en la cima del sendero que une el asfalto con la playa de arena. los humanos y su parafernalia empezaban ya a dejar sus primeras pisadas  en la arena, cuando la familia de las aves optó por asustarse y volver corriendo hacia su roca verde. pero hacia la misma roca verde y su sombra habían puesto rumbo también los pies de los humanos.
            los recién nacidos, reventados, no podían seguir el ritmo de papá y de mamá. el papá  leyó  el guión, no le gustó y lo cambió. dejó a mamá empujando a los pequeños, abrió de par en par una de sus alas, digamos la izquierda, fingió que cojeaba de la pata derecha y así se precipitó sobre los grandes pies que se acercaban. dio unas vueltas haciendo unas zalamerías, interpretó un poco de tragedia, sonsacó un poco de compasión e hizo otras cosas más, asegurándose de que hasta el último recién nacido había entrado  en su nido. entonces abrió la otra ala y los humanos se quedaron agilipollados. estos últimos, habiéndose recuperado rápidamente del espectáculo, se acomodaron y se tumbaron diciendo “¡ay!” y “¡qué tranquilidad tan agradable!” y “aquí, siento que voy a despojarme de toda la ciudad y la voy a enterrar muy, pero que muy profundamente” y cosas por el estilo.
          pero el especial de dos páginas de prensa gratuita sobre aquella playa verdaderamente solitaria lo habían leído otros. muchos.

Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 14 de junio de 2015

Simeón Tsakiris nació en Salónica en 1976. Licenciado en Periodismo y Comunicación por la Universidad Aristóteles de Salónica y en Arte Dramático por la Escuela de Teatro Estatal del Norte de Grecia, ha trabajado como periodista, actor y bailarín. Ha trabajado con Dimitris Papaioanu en las obras “Medea”, “2”, “Pouthena” (En ninguna parte) y “Mesa” (Dentro). Sus obras han sido publicadas en las revistas (De)kata y Endefktirio.  En el 2009 circuló su primer libro Ta Jartikidia (Τὰ χαρ­τοι­κί­δια)  de la editorial  Endefktirio.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria inversa del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Natividad Peramos Soler. Participaron las estu­di­antes: Anestopoulou Anna, Georgopoulou Efi, Golfinopoulou Alexandra, Dimitropoulou Katerina, Kampyli Aspasia, Karagiannidou Kiriaki, Kiose Konstantina, Lambrou Natasa, Malakata Maria, Bakatsia Dimitra, Papaioannou Eustratía.