Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Dos poemas de Jorge Cadavid, μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Lapsus

¿En dónde estamos?
En las palabras.
¿Perdidos en todas las palabras?
En todas las palabras y en ninguna
Uno se pierde a cada instante.

Lapsus

Πού βρισκόμαστε;
Στις λέξεις.
Χαμένοι σε όλες τις λέξεις;
Σε όλες τις λέξεις και σε καμία
Χάνεται κανείς διαρκώς.


Sufí

Cada día será el primer día
Cada noche la primera noche
No despertarás al despertar
No soñarás al soñar
Acertarás diciendo sí
Y acertarás diciendo no.


Σούφι

Κάθε μέρα θα είναι η πρώτη μέρα
Κάθε νύχτα η πρώτη νύχτα
Δεν θα ξυπνήσεις σαν ξυπνήσεις
Δεν θα ονειρευτείς σαν ονειρευτείς
Δίκιο θα 'χεις λέγοντας ναι
Και δίκιο θα 'χεις λέγοντας όχι.

Ο Χόρχε Καδαβίδ (1962) είναι κολομβιανός ποιητής.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Taller de traducción literaria con la presencia del autor, Francisco Hinojosa

Imágenes integradas 1


Πρόσκληση συμμετοχής στο
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ
με την παρουσία του μεξικανού συγγραφέα
FRANCISCO HINOJOSA

Την Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016, από 17:30 έως 19:30, το Μεταφραστικό Τμήμα του Abanico διοργανώνει εργαστήριο μετάφρασης του παραμυθιού "La peor señora del mundo" με την παρουσία του συγγραφέα του, Φρανσίσκο Ινοχόσα.
Όσοι ενδιαφέρονται να λάβουν μέρος στο εργαστήριο, παρακαλούνται να το δηλώσουν άμεσα με mail στο info@abanico.gr.
Το εργαστήριο θα το παρακολουθήσουν 10 άτομα και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας στην εκδήλωση ενδιαφέροντος.
Συντονιστές:
Νίκος Πρατσίνης - Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
Θα συμμετάσχει η μεξικανοαμερικανή συγγραφέας Tanya Huntington.

Francisco Hinojosa nació en la ciudad de México en 1954. Estudió Lengua y Literaturas Hispánicas en la UNAM. Antes de dedicarse a la escritura, fue editor de varias publicaciones periódicas. Ha publicado más de cincuenta libros de poesía, cuento, crónica de viaje, periodismo, ensayo, literatura infantil, libro de texto y antologías. Algunos de sus títulos son: Robinson perseguido, La peor señora del mundo, La fórmula del doctor Funes, Una semana en Lugano, Ana, ¿verdad?, Informe negro, Un tipo de cuidado, Migraña en racimos, Mexican Chicago, La nota negra, Cuéntame, Poesía eras tú, El tiempo apremia y Emma. Algunas de sus obras han sido traducidas al inglés, coreano, portugués, italiano, polaco, lituano y estonio. Ha sido autor y colaborador de libros de texto para primaria, secundaria y preparatoria, así como compilador de antologías de lecturas para esos grados. Ha obtenido varios premios y reconocimientos, como el Premio Nacional de Cuento San Luis Potosí (1993) y el apoyo del Sistema Nacional de Creadores de Arte (1993-2013). Fue nombrado embajador de la Feria Internacional del Libro Infantil y Juvenil durante el 2015.

Tanya Huntington (EUA, 1969). Artista y escritora binacional, es Directora Editorial de la revista bilingüe Literal: Voces latinoamericanas y autora de los libros Martín Luis Guzmán: Entre el águila y la serpiente (Tusquets, 2015), A Dozen Sonnets for Different Lovers / Docena de sonetos para amantes distintos (Ediciones Acapulco, 2015) y Return / El regreso (Motín Poeta, 2009). Doctora en letras latinoamericanas, imparte diversos cursos en la Universidad del Claustro de Sor Juana. Además, ha colaborado en programas de televisión y radio públicas sobre la cultura y el arte, tales como El Letrero en el Canal 22 o Lo Sonado en Radio Horizonte, una estación del IMER. Ha ganado primer lugar en la Bienal Internacional de Radio en dos ocasiones. Su obra plástica ha sido exhibida tanto en EUA como en México, y seleccionada por foros de prestigio tales como la Bienal de FEMSA. Recibió en 2011 una beca del FONCA para apoyar su proyecto interdisciplinario actual, Solastalgia, que explora la naturaleza mexicana. Está en Twitter como @TanyaHuntington

Σας περιμένουμε.
Νίκος Πρατσίνης – Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Καθημερινότητα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

«Τόπο στα νιάτα», αναφώνησε με τσαχπινιά, σηκώνοντας το δείκτη του αριστερού του χεριού, ο ογδονταδυάχρονος κύριος Νώντας, καθώς προσπαθούσε να διασχίσει την Κατεχάκη μέσα από τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα, δέκατα του δευτερολέπτου πριν τον παρασύρει ένα (δίτροχο) παπάκι. «Η νεολαία έχει χάσει κάθε αίσθηση του χιούμ…», ήταν το μόνο που πρόλαβε να σκεφτεί ο ογδονταδυάχρονος κύριος Νώντας πριν πέσει αιμόφυρτος πάνω σε ένα λευκό Smart με το δείκτη του αριστερού του χεριού να σημαδεύει πλέον τα πεύκα στο απέναντι πεζοδρόμιο.


Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

12+1 μικροδιηγήματα εμπνευσμένα από το μυθιστόρημα του Θερβάντες και μία εισαγωγή

Το 1615, ο Μιγκέλ ντε Θερ­βάν­τες Σααβέδρα κυ­κλο­φορού­σε το El ingenioso caballero don Quijote de la Mancha, το δεύ­τε­ρο μέρος, δη­λα­δή, ε­νός α­πό τα ση­μαν­τι­κό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δυ­τι­κού Κό­σμου. Ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1616, ο Ισπανός άφηνε την τελευταία του πνοή· την ίδια μέρα, σύμφωνα με τον (ψευδή) θρύλο, κατά την οποία απεβίωσε και ο άλλος κορυφαίος συγγραφέας του λογοτεχνικού κανόνα, ο Γουίλιαμ Σέξπιρ. Τι σημασία έχει αν ο πρώτος πέθανε στις 22 Απριλίου και ο δεύτερος, μάλλον, στις 3 Μαΐου, η ισπανική εκδοτική βιομηχανία έχει καθιερώσει την 23η Απριλίου, υποτιθέμενη ημέρα θανάτου και των δύο, ως Ημέρα του Βιβλίου και δημόσιας ανάγνωσης ολόκληρου του Δον Κιχώτη σε διάφορες πόλεις (και εκτός Ισπανίας) από εθελοντές αναγνώστες. Είναι και αυτός ένας τρόπος να έρχεται κάθε χρόνο στο προσκήνιο ένας συγγραφέας που, ωστόσο, δεν έχει ξεχαστεί ποτέ γιατί ακόμα και σήμερα το δίδυμο που έπλασε –Δον Κιχότε και Σάντσο Πάνθα (Σάντσο ο Κοιλαράς)– παραμένει παγκόσμιο σημείο αναφοράς (για αναγνώστες και μη) τόσο λόγω της λογοτεχνικής του αξίας, όσο γιατί τα δύο μέλη του υπήρξαν οι πρώτοι «ήρωες» που, στη ροή της μυθιστορηματικής πλοκής, εξελίσσονται (συνδιαλεγόμενοι) ως χαρακτήρες και αλλάζουν ιδέες και κοσμοθεωρία.
          Έκλεισαν και κλείνουν, λοιπόν, 400 χρόνια από δύο σημαντικές επετείους και, όπως είναι αναμενόμενο λαμβάνουν χώρα σε όλον τον κόσμο εκδηλώσεις για να τιμήσουν το έργο και τον συγγραφέα του, με προεξάρχουσα την Ισπανία και το συνεπώνυμο με τον δημιουργό τού Δον Κιχότε ινστιτούτο διάδοσης της ισπανικής γλώσσας (Instituto Cervantes) το οποίο διοργάνωσε δύο πρωτότυπες εκθέσεις. Η πρώτη, που έγινε τον Απρίλιο του 2015, ήταν μια έκθεση η οποία απέτιε φόρο τιμής στους μεταφραστές του Δον Κιχώτη με την παρουσίαση 185 εκδόσεων σε 56 γλώσσες. Την έκθεση την εγκαινίασε ο συγγραφέας Χουάν Γκοϊτισόλο, βραβευμένος το 2014 με το πιο σημαντικό βραβείο των ισπανικών γραμμάτων που φέρει και εκείνο το επίθετο του Θερβάντες (Premio Cervantes). Η δεύτερη έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 2015 και περιλάμβανε φωτογραφίες του Νάβια και κείμενα του πεζογράφου Χούλιο Γιαμαθάρες με αφορμή ένα κοινό τους οδοιπορικό «στους δρόμους της μυθοπλασίας», στους δρόμους, δηλαδή, της Καστίλλης που διατρέχουν στα τρία ταξίδια τους οι ήρωες του Θερβάντες.
Αναγνώστες, συγγραφείς, μεταφραστές, φωτογράφοι… τιμούν τον Θερβάντες συνδιαλεγόμενοι, ο καθένας με το δικό του τρόπο, με το έργο του. Tο ι­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον–Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι και οι συνεργάτες του, με τη συνδρομή του Books’ Journal, ορμώμενοι από την ιδέα ό­τι έ­νας επιπλέον τρό­πος να τι­μή­σεις την ε­πέ­τει­ο έκ­δο­σης ε­νός τό­σο ση­μαν­τι­κού έρ­γου εί­ναι, το δί­χως άλ­λο, να το (ξα­να)δι­α­βά­σεις αλ­λά και να δη­μι­ουρ­γή­σεις, εμ­πνε­ό­με­νος α­πό αυ­τό, κάλεσε τους αναγνώστες να στεί­λουν έ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα μέ­χρι 150 λέ­ξεις (α­νώ­τα­το ό­ριο, του τί­τλου, που ήταν υ­πο­χρε­ω­τι­κός, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) έχοντας ως έμ­πνευ­ση κά­ποι­ο κε­φά­λαι­ο, πε­ρι­στα­τι­κό ή ι­δέ­α –επιμέρους ή γενική– του εν λό­γω μυθιστορήματος. Στό­χος του ιστολογίου ήταν να δη­μι­ουρ­γη­θεί έ­νας πραγ­μα­τι­κός δι­ά­λο­γος των συγ­γρα­φέ­ων των ι­στο­ρι­ών μπον­ζά­ι με το έρ­γο του Θερ­βάν­τες και, μέ­σω αυ­τού, να πα­ρα­χθούν κεί­με­να μι­κρής έ­κτα­σης αλ­λά α­ξι­ό­λο­γης δη­μι­ουρ­γι­κής πνο­ής.        
Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ως λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, εί­ναι έ­να ο­λό­κλη­ρο σύμ­παν που φι­λο­δο­ξεί να συμ­πε­ρι­λά­βει και να εκφράσει τα πάν­τα, από το τοπίο και το πέρασμα του χρόνου μέχρι την ιδεολογία και τις μύχιες σκέψεις των χαρακτήρων του. Έ­τσι α­κρι­βώς ο Θερ­βάν­τες, στα δύ­ο μέρη του μνη­μει­ώ­δους έρ­γου του, μέσα α­πό τις πε­ρι­πέ­τει­ες των δύ­ο αν­τι­η­ρώ­ων του, αλλά και πα­ρεμ­βάλ­λοντας ι­στο­ρί­ες ξέ­νες προς την κύ­ρια πλο­κή, συν­θέ­τει το πορ­τρέ­το μιας ο­λό­κλη­ρης ε­πο­χής. Στο αν­τί­θε­το ά­κρο της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής «πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τας» α­παν­τά­με την α­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα της υ­περ­βρα­χεί­ας α­φή­γη­σης, των μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ή, αλ­λι­ώς, ι­στο­ρι­ών μπον­ζά­ι που στην ι­δα­νι­κή μορ­φή τους δί­νουν χώ­ρο μό­νο στα α­πο­λύ­τως α­πα­ραί­τη­τα για την α­φή­γη­ση της ι­στο­ρί­ας τους και α­φή­νουν τα υ­πό­λοι­πα στη δη­μι­ουρ­γι­κή φαν­τα­σί­α του α­να­γνώ­στη: «Ξύπνησα φρεσκοξυρισμένος», γράφει ο Αντρές Νέουμαν σε ένα από τα πιο διάσημα ισπανόγραφα μικροδιηγήματα που τιτλοφορείται «Μυθιστόρημα τρόμου» και με μόλις τέσσερις λέξεις (του τίτλου συμπεριλαμβανομένου) δημιουργεί κλίμα έντασης που θα ζήλευαν μυθιστορήματα εκατοντάδων σελίδων. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του λιλ­ι­πού­τει­ου λο­γο­τε­χνι­κού εί­δους είναι η συντο­μί­α, η α­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα, η ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα, η δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα και η α­να­τρο­πή: ό,τι πρέπει, δηλαδή, για μια «αιρετική αναμέτρηση» με τον Δον Κιχώτη.
Ορμώμενοι, λοιπόν, από την ανάγνωση του πρωτοτύπου ή των μεταφράσεων του μυθιστορήματος στα Ελληνικά (θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Δον Κι­χώ­της υ­πάρ­χει δι­α­θέ­σι­μος στο εμ­πό­ριο στις με­τα­φρά­σεις Κ. Καρ­θαί­ου και Α. Δημητρούκα [εκδ. Πα­τά­κης, Α´ και Β´ μέρος], Η­λί­α Ματ­θαί­ου [εκδ. 4π Ει­δι­κές Εκ­δό­σεις Α.Ε., Α´ και Β´ μέρος] και Με­λί­νας Πα­να­γι­ω­τί­δου [εκδ. Βι­βλι­ο­πω­λεί­ον της Ε­στί­ας, Α´ μέρος]) οι συγγραφείς έπρεπε να συγγράψουν και να αποστείλουν επώνυμα τα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους μεταξύ 15 Σεπτεμβρίου και 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2015 στην η­λε­κτρο­νι­κή δι­εύ­θυν­ση του ιστολογίου. Τα κείμενα έπρεπε υ­πο­χρε­ω­τι­κά να συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό α­να­φο­ρά στο συγ­κε­κρι­μέ­νο α­πό­σπα­σμα ή ι­δέ­α του βι­βλί­ου που α­πε­τέ­λε­σε α­φορ­μή για τη συγ­γρα­φή της υ­περ­βρα­χεί­ας ι­στο­ρί­ας. Κά­θε συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­τρε­πό­ταν να λάβει μέρος στο εγχείρημα με έ­να μό­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.
Λάβαμε συνολικά 129 ιστορίες μπονζάι, με έκταση από 13 έως 150 λέξεις. Η κριτική επιτροπή, που α­πο­τε­λεί­το α­πό τον διηγηματογράφο και με­τα­φρα­στή Γιά­ννη Πα­λα­βό, τον κα­θη­γη­τή μεταφρασεολογίας και ισπανι­κής λο­γο­τε­χνί­ας του ΑΠΘ και με­τα­φρα­στή Κων­σταν­τί­νο Πα­λαι­ο­λό­γο και τον ποι­η­τή και εκ­δό­τη Γιά­ννη Πα­τί­λη, θεωρεί την ανταπόκριση πολύ υψηλή, αφού το πιο αισιόδοξο μέλος της δεν ανέμενε περισσότερες από 100 συμμετοχές (για τους απαισιόδοξους ας μη μιλήσουμε…), και είναι ιδιαίτερα συγκινημένη από τα μικροδιηγήματα που ελήφθησαν από μαθητές λυκείων της χώρας: το Α´ Πειραματικό Λύκειο Αθηνών (σχολείο στο οποίο είχε φοιτήσει μέλος της επιτροπής), το Β´ Γενικό Λύκειο Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Ευόσμου και το ΣΤ´ Γενικό Λύκειο Ζωγράφου. Η συμμετοχή τους αποτέλεσε ένεση αισιοδοξίας. Ευχαριστούμε, λοιπόν, από καρδιάς τους έφηβους συγγραφείς και τους καθηγητές τους, όπως ευχαριστούμε και τους δεκάδες φίλους, αρκετοί από αυτούς καταξιωμένοι συγγραφείς, που μας συνόδευσαν σε τούτο το εγχείρημα και μας τίμησαν με τη συμμετοχή τους.   

Ακολουθούν τα δεκατρία (καθότι δίσεκτο το 2016…) κα­λύ­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα έτσι όπως τα αποτίμησε η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Τα διακρίνουν χιούμορ, πρωτότυπες οπτικές γωνίες στην αφήγηση, ανατροπές στην πλοκή και απρόβλεπτη έκβαση, κάποτε και το σπουδαιότερο: στοχαστικός σύγχρονος με την εποχή μας προβληματισμός πάνω στη γενική ιδέα του έργου. Δεδομένου ότι η πρό(σ)κληση του Πλα­νό­διον–Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι και του Books’ Journal δεν ήταν ένας (ακόμη) λογοτεχνικός διαγωνισμός –έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει άλλο «βραβείο» πέρα από τη δημοσίευση των μικροδιηγημάτων που, σύμφωνα με την κριτική επιτροπή, ξεχώρισαν– οι ιστορίες μπονζάι που ακολουθούν δημοσιεύονται κατά την αλφαβητική σειρά των επιθέτων των συγγραφέων τους.

των: Γιάννη Παλαβού,
Κωνσταντίνου Παλαιολόγου,
Γιάννη Πατίλη


12+1 μικροδιηγήματα εμπνευσμένα από τον Δον Κιχώτη


Ο δον Κιχότε δέσμιος· όχι μόνον από έρωτα

του Κώστα Ακρίβου

Ολονυχτίς ακίνητος, φιγούρα ψιλόλιγνη στο φεγγαρόφως. Τον εξεγέλασε η Μαριτόρνες· πως τάχα η κυρά της στέργει να φιλήσει το γενναίο του μπράτσο. Ανέβη ορθός στη σέλα μου, το ’χωσε στο φεγγίτη. Να δει πόσο δυνατοί οι μύες, πώς φουσκώνουν οι φλέβες. Το παλιογύναιο έδεσε τη χείρα του με το καπίστρι από το μάνταλο της θύρας· τον αφήκε να νομίζει πως μάγια του ’χουν κάνει. Ήταν να κουνηθώ ρούπι; Ξημερωθήκαμε έτσι. Θα άντεχα κι άλλες ώρες το μαρτύριο εγώ το άλογό του ο Ροθινάντε, αν δεν με πλησίαζε φοράδα βαρβατωμένη. Κουνήθηκα να τη μυρίσω, να χαϊδευτούμε. Και τότες εκρεμάστη μια πιθαμή από το έδαφος, μούγκριζε ο καημένος. Σωριάστη καταγής σαν του ’κοψε τα δεσμά η υπηρέτρα. Μα τα δεσμά του μυαλού για μάγια και ιπποσύνες ποιος θα του τα κόψει; Ή μήπως όχι; Καλύτερα έτσι, φευγάτος από τα ψέματα του κόσμου του αχρείου;


Για τη Δόνια Δουλτσινέα

της Ιωάννας Αμπατζή

Τους το είχε ψιθυρίσει ο άνεμος που τα μαρτυράει όλα κι από εκείνη τη μέρα δεν έβρισκαν ησυχία. Πρώτη φορά είχαν να αντιμετωπίσουν έναν τόσο φοβερό κίνδυνο, αλίμονο, η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη. Γιατί μπορεί να γνώριζαν χίλια δύο πράγματα, μπορεί να σήκωναν βουνά με τα χέρια τους, να έλιωναν πόλεις στο πάτημά τους, αλλά δεν είχαν μάθει ποτέ να αγαπούν. Ήταν γίγαντες. Δεν ήξεραν τα τερτίπια του έρωτα, δεν είχαν αισθανθεί ποτέ τις βουτιές του, τα ρίγη του, τα χτυποκάρδια του. Πώς να αντιμετωπίσεις κάτι που δεν γνωρίζεις; Στην αρχή ένιωσαν το ζεστό αέρα στο πρόσωπό τους, ύστερα μια λόγχη, ένα βέλος, μια αιχμή άρχισε να τους τρυπάει έναν έναν. Κουνούσαν με απελπισία τα χέρια τους καθώς έβλεπαν τα πόδια τους να ριζώνουν στη γη. Δυνατά τα ξόρκια. Άνιση μάχη. «Για τη Δόνια Δουλτσινέα!» ήταν οι τελευταίες λέξεις που άκουσαν πριν μεταμορφωθούν σε ανεμόμυλους.


Μια ευτυχία απλή

της Άννας Γρίβα

«Ο κόσμος γέμισε τρελούς. Άλλοι νομίζουν τους εαυτούς τους θεόσταλτους, άλλοι τραβούν προς νότο να κουρσέψουν τον κόσμο και μερικοί αναγγέλλουν τη Δευτέρα Παρουσία. Μια φορά, ένας από τους θεοπάλαβους που κυκλοφορούν στην ύπαιθρο ήρθε έξω απ’ το μύλο μου και χτυπούσε τα φτερά του, φωνάζοντας ότι σκοτώνει γίγαντες. Εγώ έμεινα μέσα, είχα σιτάρι να αλέσω. Αν όμως μου έκανε ζημιά, θα τον κυνηγούσα με το φτυάρι. Το σκεφτόμουν και γέλαγα.
Μα τώρα δεν μπορώ πια να γελάσω. Το κακό της τρέλας χτύπησε και το σπιτικό μου. Η μονάκριβη κόρη μου, η Χουάνα, άρχισε να βλέπει πνεύματα και νεκρούς που της λένε να κατέβει στην Αίγυπτο και να ζήσει σαν τον Άγιο Αντώνιο, μέσα σε τάφους και πηγάδια, παλεύοντας τους πειρασμούς. Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ. Στις μέρες μας, κανένας πλέον δεν ορέγεται μια ευτυχία απλή, όλοι θέλουν να γίνουν άγιοι, ήρωες και βασιλιάδες».


Σάντσο;

του Νίκου Δήμου

Σήμερα μου έφεραν έναν νέο τρόφιμο. «Δον Κιχώτης». Η καρτέλα του λέει: «Ήρεμος και αβλαβής».
(Όσο κι αν μοιάζει νούμερο παλαιάς επιθεώρησης, υπάρχουν στα νοσοκομεία μας και Ναπολέοντες και Μεγαλέξανδροι…)
Έμοιαζε με τον παραδοσιακό Δον Κιχώτη, όπως τον ζωγράφισε ο Ντορέ. Ψηλός, ξερακιανός, με μούσι τράγου.
«Ο αγώνας συνεχίζεται», μου είπε εμπιστευτικά. Τα μάτια του ήταν γαλανά, ξεπλυμένα.
«Είμαστε πολλοί – κι ας μη φαινόμαστε», συνέχισε. «Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο».
Σώπαινα. Τι να πω;
Μετά με έπιασε από τους ώμους και κοιτώντας με στα μάτια, μου εξήγησε το πρόβλημά του. «Για να πετύχουμε, όμως, χρειαζόμαστε πιστούς υπηρέτες. Πάντα εμείς οι ιππότες βασιζόμασταν στους υπηρέτες μας. Ο Σάντσο Πάντσα τάιζε και ξύστριζε τον Ροσινάντε, ετοίμαζε και το δικό μου φαγητό. Χωρίς αυτόν είμαι άχρηστος. Έχετε μήπως κανέναν εδώ;»
Τι να του πω; Ότι τριάντα χρόνια ψυχίατρος είχα δει αρκετούς Δον Κιχώτες, αλλά ούτε έναν Σάντσο;


Δίποντο

του Π. Ένιγουεϊ

Πετάχτηκα στον ύπνο μου απ’ τη φασαρία. Φόρεσα τις παντόφλες και πήγα στο σαλόνι. Ο ένας πετούσε βιβλία στον άλλο! Τα μισά βιβλία μου πεταμένα στο πάτωμα!
«Τι συμβαίνει; Πάλι τα ίδια;»
«Αυτός άρχισε πρώτος!»
«Δεν τον αντέχω άλλο! Τη μια με βάζει να ξιφομαχώ με τουλούμια γεμάτα κρασί, την άλλη να ορμώ με το δόρυ μου σε ανεμόμυλους, την τρίτη να κυνηγάω λευκές φάλαινες στα πέρατα της γης… Δεν υποφέρεται πια! Εμένα βρήκε να κοροϊδέψει;»
Και συνέχισαν το βιβλιοχαμό!
Τους πήρα και τους δύο και τους πέταξα απ’ το παράθυρο κατευθείαν απέναντι στον ανοιχτό κάδο ανακύκλωσης.
Τους τόμους.


Στη σπηλιά του Μοντεσίνος

του Γιώργου Λυκοτραφίτη

Προσπαθώντας να ξεχάσω τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα μου, αποφάσισα να κατεβώ στα μυστηριώδη υπόγεια μπάνια.
Η σπηλαιώδης κάθοδος, με τα υγρά σκαλιά, δεν υποσχόταν τίποτα καλό. Αφού κατέβηκα τα σαράντα σκαλοπάτια, στο αμφίβολο φως που λαμπτήρες καλυμμένοι από έγχρωμες ζελατίνες διέχεαν στο χώρο, διέκρινα άντρες να συνομιλούν, πίνοντας στο μπαρ ή απλώς περιμένοντας.
Η υγρασία και το ημίφως, υποβοηθούμενα από την κούραση της μέρας, μετ’ ολίγου με έκαναν να αποκοιμηθώ. Αν και εκείνος ο ύπνος δεν διήρκεσε πάνω από μία ώρα, όπως το ρολόι τοίχου απέδειξε, εγώ αισθάνθηκα ότι κοιμήθηκα τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Στα όνειρα αυτού του αμφίβολου χρόνου παρουσιάστηκαν μορφές που, από μαθητή, με συνόδευαν: είδα τον Οιδίποδα τυφλό, τον Άμλετ και, ακόμη, τον Αλιόσα και τον Ιβάν Καραμαζόφ.
Ο πατέρας έλεγε να μην αφήνω βιβλία στο υπνοδωμάτιο, επειδή, ισχυριζόταν, δηλητηρίαζαν τα όνειρα και, κατ’ επέκταση, όλη τη ζωή.
Όμως δεν υπάκουσα.


Δον Κιχώτης για κλάματα

του Γιάννη Παγώνη

Λένε ότι, πεθαίνοντας, ολάκερη η ζωή περνάει αστραπηδόν από μπροστά σου.
Και ψέματα δεν είναι…
Πιάσαμε λιμάνι απομεσήμερο και με την Καίτη συνοδηγό τράβηξα βόρεια. Πριν το Καλυβάρι, φάνηκαν οι γιγάντιες ανεμογεννήτριες να στροφάρουν μέσα σε μελτέμι δυνατό.
Πάρκαρα στο πλάτωμα.
Από το πορτμπαγκάζ ξέθαψα καλάμι ψαρέματος, το σώμα μιας κατσαρόλας που έσερνα αντάμα για οικονομία, καθώς και το κοντάρι της ομπρέλας θαλάσσης. Έτσι, στημένος θεατρικά καταντικρύ στα σιδερένια θεριά, φωτογραφήθηκα από τη σύζυγο, ως Δον Κιχώτης εν επιθέσει.
Φθινόπωρο, ένα φακελάκι έγινε αιτία να με βάλουν σε αργία και, σα να μην έφτανε, η λεγάμενη μαθαίνοντας για κάποια τσιλιμπουρδίσματα και τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσα ερήμην της μου έδωκε πασαπόρτι.
Μέσα στο χαρτόκουτο που ξαπόστειλε, ανέσυρα κι εκείνη τη φωτογραφία της Άνδρου, με γραμμένη πίσω τη φράση: «Δον Κιχώτης για κλάματα».
Μέχρι την ευλογημένη ώρα που θρόμβος με σώριασε, την κρατούσα τσακισμένη στο πορτοφόλι μου.


Ο  σύντροφος

του Σπύρου Παππά

Κατέβηκε απ’ το άλογο. Έβγαλε την τσίγκινη λεκανίτσα απ’ το κεφάλι και ακούμπησε το καχεκτικό κορμί του σ’ έναν τοίχο. Ιδρώτας έσταζε πάνω στο θώρακα. Τον πλησίασε και του προσέφερε ένα παγούρι με νερό. Έδεσε, βιαστικά, το γαϊδουράκι σ’ έναν πάσσαλο και κάθισε δίπλα του. Εκείνος ήπιε μερικές γερές γουλιές. Έβρεξε το μέτωπό του και ακούμπησε το παγούρι στο χώμα. Του ζήτησε τσιγάρο. Έβγαλε, αμέσως, ένα τσαλακωμένο πακέτο και του έδωσε. Το άναψε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Ξεφυσώντας τον καπνό, γύρισε αργά και του είπε:
«Πάντως, είσαι αληθινός σύντροφος, να ξέρεις».
Ο Ακίμ τού έκλεισε το μάτι, λέγοντας:
«Έλα, Φρανσίσκο, πρέπει δυστυχώς να σηκωθούμε. Ο τρελός, απέναντι, μας φωνάζει πάλι για γύρισμα. Θέλει, λέει, έως το τέλος του χρόνου να έχουμε τελειώσει την ταινία».


Ο Σάντσο βλαστημάει

του Σπύρου Παύλου

Ο Γιώργος Κιμούλης κατέβηκε από το άλογο, φωνάζοντας στον Σάντσο Πάντσα που τον ακολουθούσε πάνω στο ακίνητο, ξύλινο γαϊδουράκι του: «Σάντσο, σταμάτα, μέχρι εδώ».
Ο Σάντσο γύρισε το βλέμμα του δεξιά-αριστερά, κοίταξε πέρα μπροστά  να δει το πανδοχείο, στο οποίο, όπως του είχε υποσχεθεί ο Δον Κιχώτης, θα είχαν ένα απολαυστικό δείπνο, αλλά το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν τις άδειες θέσεις τού θεάτρου, το σκηνικό της παράστασης και τη Δουλτσινέα που στεκόταν στο τέλος του διαδρόμου, κάτω από τη φωτεινή επιγραφή «Έξοδος».
Ο Κιμούλης έβγαλε το κράνος, ακούμπησε την ασπίδα του στη ζωγραφισμένη ελιά κι έμεινε με τη φόρμα. Άφησε τον Οκνομπροστάρη ελεύθερο να βοσκήσει στο γρασίδι της σκηνής και βάδισε προς το καμαρίνι του.
Ο Σάντσο έριξε μια βλαστήμια αλλά, ως  πειθήνιος επαγγελματίας, ακολούθησε τον Κιμούλη, απογοητευμένος, γνωρίζοντας, για μια ακόμη φορά, ότι οι υποσχέσεις του Δον Κιχώτη ήταν ίδιες με τις περιπέτειές του.


Εκδικητής

της Γαλήνης Σαουλίδου

Ακούς πρώτα τα πέταλα του αλόγου στην άσφαλτο, κοιτάζεις απ’ το παράθυρο, απίστευτο, ο Δον Κιχώτης, ο ήρωας των παιδικών σου χρόνων, στέκεται εκεί, στο πεζοδρόμιο και περιμένει να του ανοίξεις. Σκουπίζεις γρήγορα τα δάκρυα, κατεβαίνεις με τις παντόφλες, ήρθες την κατάλληλη στιγμή, γενναίε ιππότη, δεν αντέχω άλλο, ο διευθυντής μου με κάνει κάθε μέρα σκουπίδι, τα ξέρω όλα ευγενέστατη δέσποινα, ας μη χάνουμε καιρό. Να ’μαστε κιόλας στο γραφείο του, ποιος είστε, κύριε; οι Απόκριες αργούν ακόμα, τα λόγια στην περίπτωσή σου περιττεύουν καταραμένο κάθαρμα, το σπαθί του ιππότη κατεβαίνει με δύναμη, χαρτιά αιωρούνται και διασκορπίζονται στο πάτωμα, ο διευθυντής πέφτει αιμόφυρτος απ’ την καρέκλα, πλήρωσε και με το παραπάνω την απαίσια συμπεριφορά του, αγκαλιάζεις τον ιππότη γεμάτη ευγνωμοσύνη, ανεβαίνετε κι οι δύο στον Ροσινάντη, δεν καλπάζει, πετάει, τα πόδια του ίσα που αγγίζουν τις κεραίες των πολυκατοικιών, άδικα στενοχωριόσουν, η λύση ήταν τελικά τόσο απλή.


Τι έγινε στον πύργο όπου έμεναν ο Δον Κιχώτης με τον ιπποκόμο του

του Φίλιππου Φιλίππου

H Αλτισιδόρα βγήκε από το δωμάτιο, κάνοντας πως σκουπίζει τα δάκρυά της μ’ ένα μαντίλι. Ένιωθε ταπεινωμένη που ο Δον Κιχώτης δεν δέχτηκε τον έρωτά της. Ωστόσο, δεν απομακρύνθηκε. Πήγε στο τέρμα του διαδρόμου και παραφύλαξε μέχρι να φύγουν οι δούκες. Θέλοντας να τιμωρήσει τον ιππότη ελεεινής μορφής που την απέκρουσε, σκαρφίστηκε μια παράξενη ιδέα.
Μόλις είδε τον Δον Κιχώτη να πηγαίνει προς νερού του, μπήκε στο δωμάτιο και ξεγύμνωσε το στήθος της. Ο Σάντσος σάστισε. Η Αλτισιδόρα τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Το στόμα της κόλλησε στο δικό του, το χέρι της ψαχούλεψε ανάμεσα στα πόδια του. Εκείνος, εντελώς απροετοίμαστος, τράβηξε το κεφάλι του, λέγοντας:
«Αγαπάω τη γυναίκα μου, δεν μπορώ να την απατήσω».
«Είσαι ανόητος».
«Το κοκόρι μου δεν μπορεί να τραγουδήσει».
«Είστε κι οι δύο τρελοί για δέσιμο», του είπε θυμωμένη η Αλτισιδόρα.


Ο Δον Κιχώτης γεννήθηκε και για μένα

της Πόλυς Χατζημανωλάκη

Φρονιμότατε Σεΐτ Χαμίτ,

Μάθε πως ο Δον Κιχώτης γεννήθηκε και για μένα. Ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Τούτο γιατί επέδειξε μια ακραία αδυναμία της φαντασίας. Έχει ανάγκη τη δράση για να εκπληρωθούν οι βαθύτεροι πόθοι της. Εγώ, αντιθέτως, δεν βγήκα ποτέ από τη βιβλιοθήκη μου. Ζω απομονωμένος, φέρνοντας στο φως τους ήρωες των αναγνωσμάτων μου. Διαχειρίζομαι την έκσταση μόνο με το νου, το πνεύμα μου και μόνο καλπάζει, εγώ, ο ιππότης της ανάγνωσης. Στα σύννεφα έχτισα την επικράτειά μου και χάρισα ένα νησί στον υπηρέτη μου.
Θλίβομαι για τη γελοιοποίηση στην οποία τον έχετε υποβάλει τόσα χρόνια. Και όμως δεν θα είχε ανάγκη τους κακόβουλους μάγους να σώσουν τα προσχήματα αν είχε το σθένος να μην επιχειρήσει την έξοδο από το χωριό του, να μη ζητήσει άλλη εκπλήρωση πλην αυτής στη φαντασία του.
Αυτό που ζω είναι αυτό που ονειροπολώ.

Φερνάντο  Καέιρο
.


Αποσκευή

του Αντώνη Ψάλτη

Ο Αλόνσο Κιχάνος, που συνήθιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να υπογράφει τ’ όνομά του με το άλφα εντός κύκλου, έστρεψε το ύστατο βλέμμα του στα διακοσμητικά σουβενίρ από το θερινό ταξίδι στην Βαρκελώνη· έκλεισε και κλείδωσε, διά παντός, τη θύρα της εργένικης γκαρσονιέρας και με το μυαλό του ελεύθερο και καθαρό, χωρίς τις σκοτεινές σκιές που πάνω του έριχνε το πικρό και συνεχές διάβασμα των ιπποτικών, όπως τα παρομοίαζε, βιβλίων, ξεκίνησε για τη βάρδια του, φύλακας φυλακών, έχοντας ήδη κατά νου πως ο επόμενος θα τον έβρισκε να έχει σημαδέψει την καρδιά του με το υπηρεσιακό πιστόλι. Όπως και έγινε. Δίχως σημείωμα. Δίχως εξήγηση. Παρά μονάχα σε μια χαραμάδα των ματιών του στιλπνά να καθρεφτίζονται, ακόμη, ένα ξύλινο κοντάρι κι ένα μπρούτζινο λεγένι.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Porcelana, de Konstantinos Kapetanakis

Todo se arregla.
La toco. La vendedora levanta los hombros y no me pregunta más, atiende a otro. Dejo de oírla, como si me hubiera ido. Lo hago a menudo, aunque en realidad esté ahí.
Cae sangre de su frente. Me dice que no es nada, un rasguño en la ceja; ¿tú estás bien? Me toca la cabeza. Trozos del parabrisas roto cubren el salpicadero, el intermitente está activado. Mi rodilla derecha no tanto. La masajea suavemente. Vete a casa, ahora voy yo. Huele a gasolina y del motor sale humo.
Su sangre, una línea que baja vacilante, se desvía a la altura del ojo izquierdo y para en el labio superior; la lame. Mis manos todavía están agarrando el volante; las acaricia. Retomaremos las clases cuando arregle el coche, lo prometo. Pensaba que el pedal derecho era el freno, papá. Dejo el volante y me miro las palmas de las manos, sudadas. Yo también me confundo a veces, no te creas; vete y no le digas a mamá que estábamos juntos.
Siento que desde lejos la vendedora me mira. Me pierdo en el tiempo y hago el rídiculo en la tienda, me retraso, de un momento a otro se acaba el plazo del tíquet del aparcamiento, me van a multar, voy a llegar tarde a casa. Es como si alguien me estuviera esperando para regañarme.
Todos los neumáticos han reventado y la parte de atrás del coche está levantada, una roca se ha atascado debajo. Se ríe; tonterías, verás como todo se arregla. Quiero decir algo, pero me pregunto si contemplanos lo que nos ocurre de la misma manera y miro a mi alrededor, la valla que tiré al pisar el acelerador y abalanzarnos sobre el descampado, el capó destrozado, las puertas arrugadas, el árbol que nos paró. Termino en su cara; tiene una sonrisa de haber cometido una travesura. Me guiña el ojo. Así de fácil le fue asumirlo, neutralizarlo, como si nunca pudiera pasar nada malo.
No lloré, aunque no estoy seguro. A veces me parece que como no lloré en su funeral no he llorado nunca, pero no puede ser, quizás me esté equivocando.
Me alejo cojeando del coche y miro hacia atrás. Está de pie junto al coche, como si estuviera listo para abrazarlo, se seca la sangre y me saluda con la mano. Me repito mientras camino en la calle que no debo decir nada. Abro la puerta de casa y está ella en el pasillo con los brazos cruzados. Me pregunta dónde estaba. Miro hacia abajo. Estaba jugando al fútbol en el cruce. Vacila, sigue teniendo los brazos cruzados y pido desde mi interior, lo pedía desde el principio, que no parara de tenerlos así, que no estallase.
Cometió más errores de los que le correspondían, lo sé. Dice que era joven y no sabía, que hacía lo que podía, lo mejor que podía, sola desde tan pronto. Eso me dijo durante los años siguientes, incluso cuando dejé de oírla.
Ven a comer, papá llegará tarde, ha tenido un accidente con el coche. Mi mirada parece extrañarle; en cuanto se acerca a mí doy, de repente, dos pasos hacia atrás, pero luego me tiro a sus brazos y me abraza torpemente. Tampoco te pongas así, que no se ha hecho daño, solo se ha estropeado el coche. Fue a esquivar un perro, pero vete tú a saber lo que ha ocurrido en realidad, que ya me lo conozco yo. Sacude la cabeza y se va a la cocina. Murmura en voz baja ensayando todo lo que va a gritar durante días. Me quedo al lado de la mesa con la gran porcelana del chino. Tiene una caña de pescar y una mirada de sorpresa; le toco la perilla puntiaguda, el sombrero. Quiero decirle que yo se lo pedí, papá siempre me decía que sí, pisé el acelerador, me asusté. Tan solo acaricio la estatuilla y con un dedo la empujo suavemente hasta el borde de la mesa. El chino se balancea en la límite de la mesa, lo sujeto. Tengo la culpa; pruebo las tres palabras en mi boca, como si hablara una lengua desconocida. Con un toque imperceptible la porcelana cae al suelo. Miro los trozos rotos y me pregunto si puedo pegarlos con palabras. Los murmuros de la cocina paran, pasos con prisa. Ya no tiene los brazos cruzados.
«Tenga cuidado». Empujo hacia el borde de la vitrina un chino de porcelana pequeño y feo, con la cara arrugada; lleva una cesta. Como si me despertara, me echo a un lado y miro el papel que tengo en la mano: «cortarme el pelo, supermercado, lavandería, regalo de boda de la jefa 50 euros, casa, calentador/seguro, sí, no». ¿Por qué escribiría eso lo último? Unas señoras me miran, la vendedora agarra la porcelana. «Es carísima, ¿la va a comprar? ¿No dice nada?».
Siempre quedan trozos rotos. Y solo las palabras no pueden pegarlos. Pero en algún momento hablas, aunque sea por romper el silencio.


Fuente: primera publicación en el blog Planodion – Historias Bonsái (11 de diciembre de 2015).


Konstantinos Kapetanakis (Atenas, 1971). Estudió Derecho en Grecia y en Reino Unido. Asistió al taller de escritura creativa de Kostas Katsularis.

Traducción: Roberto G. Luque Schoham

Revisión: Konstantinos Paleologos

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Πίντο και Τσίντο, Παραμύθια για παιδιά που κοιμούνται αμέσως, (Μέρος Γ´)

        1.  Το παιδί που φανταζόταν


Εκείνο το παιδί ήταν το μοναδικό παιδί στο χωριό. Δεν υπήρχε κανένα άλλο παιδί για να παίξει, έτσι δημιούργησε ένα φανταστικό φίλο. Εκείνο το παιδί και ο φανταστικός του φίλος δεν είχαν παιχνίδια, έτσι λοιπόν, εκείνο το παιδί δημιούργησε ένα φανταστικό ποδήλατο, μια φανταστική μπάλα και ένα φανταστικό άλογο από χαρτόνι.
Ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς στο χωριό και οι γονείς του δεν το άφηναν να βγει έξω. Τότε, λοιπόν, εκείνο το παιδί φαντάστηκε ότι ήταν καλοκαίρι και φαντάστηκε ότι εκείνο και ο φανταστικός του φίλος έβγαιναν έξω και φαντάστηκε ότι έτρεχαν στα λιβάδια και ότι μάζευαν ώριμα φρούτα από τα δέντρα και ότι πήγαιναν για μπάνιο στο ποτάμι.
Και έπειτα, εκείνο το παιδί φαντάστηκε ότι κάποιος θα έγραφε αυτήν την ιστορία και ότι κάποιος θα τη διάβαζε αυτήν ακριβώς τη στιγμή.

        2.  Η μάντισσα

Η Μαντάμ Τουτού διάβαζε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον στις γραμμές των χεριών. Και η αλήθεια είναι ότι πάντα έβρισκε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον όλων των ανθρώπων που πήγαιναν για να τους διαβάσει τις γραμμές των χεριών τους. Όλος ο κόσμος έμενε έκπληκτος με τις ικανότητές της.
Μια μέρα την επισκέφθηκε ένας κύριος. Η Μαντάμ Τουτού τον έβαλε να καθίσει στο στρογγυλό τραπέζι δίπλα στη σόμπα, του ζήτησε να απλώσει το χέρι και ξεκίνησε να το διαβάζει. Όμως η Μαντάμ Τουτού δεν μπορούσε να διαβάσει ούτε το παρελθόν ούτε το παρόν ούτε το μέλλον του. Και δεν μπορούσε, γιατί ο κύριος ήταν από το Λονδίνο και η Μαντάμ Τουτού δεν ήξερε να διαβάζει αγγλικά.

3.  Ο ινδιάνος και η βροχή

Ο μάγος της φυλής ονομαζόταν Τρελό Αλογάκι αλλά μόνο Λιγάκι. Είχε λάβει εντολή από τον αρχηγό να κάνει επίκληση για βροχή, αφού για μήνες δεν είχε πέσει ούτε σταγόνα νερό. Το Τρελό Αλογάκι αλλά μόνο Λιγάκι κατευθύνθηκε στο λιβάδι για να εκτελέσει εκεί το Χορό της Βροχής.
         Το Τρελό Αλογάκι αλλά μόνο Λιγάκι χόρεψε το Χορό της Βροχής από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, αλλά δεν έπεσε ούτε σταγόνα νερό. Εντελώς απαρηγόρητος, κάθισε σε ένα βράχο, κρατώντας μοιρολατρικά το κεφάλι του, και τραγούδησε μια λυπητερή μελωδία. Και το Τρελό Αλογάκι αλλά μόνο Λιγάκι τραγουδούσε τόσο άσχημα που άρχισε να βρέχει. Έτσι η φυλή του έδωσε θερμά συγχαρητήρια και όλοι ήταν πολύ χαρούμενοι.

4.  Το μολύβι

H μαμά της Ντανιέλα, αφού έξυσε πολύ καλά το μολύβι, άρχισε να σχεδιάζει σε ένα μπλοκ για να απασχολήσει την κόρη της, που καθόταν δίπλα της. Η μαμά της Ντανιέλα σχεδίασε ένα λιοντάρι, στη συνέχεια σχεδίασε μια πεταλούδα και μετά έναν κροκόδειλο και ένα άλογο και μια στρουθοκάμηλο και μετά ένα σκύλο και μετά σχεδίασε μια γάτα.
Η μικρή Ντανιέλα σκέφτηκε: «Αυτό το μολύβι είναι γεμάτο ζώα!»
Και κάποια στιγμή που η μητέρα της έλειπε, αποφάσισε να ανοίξει το μολύβι για να δει τα ζώα που υπήρχαν μέσα. Κατάφερε να σπάσει το ξύλο του μολυβιού και φάνηκε η γκρι και μακρόστενη γραφίδα του. Η μικρή Ντανιέλα είπε:
«Να πάρει! Μέσα στο μολύβι απέμεινε μονάχα ένα σκουλήκι».

5.  Το τέρας

Ο μικρός Μαρθέλο, λίγο αφότου είχε ξαπλώσει, φώναξε:
«Μαμά! Μαμά! Υπάρχει ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι μου!»
Η μαμά του Μαρθέλο μπήκε στο δωμάτιο.
«Υπάρχει ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι μου!», φώναζε ο Μαρθέλο.
Και η μητέρα του τού είπε:
«Φυσικά και υπάρχει ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι σου, Μαρθέλο. Εμείς είμαστε μια οικογένεια τεράτων. Ο πατέρας σου είναι ένα τέρας. Εγώ είμαι ένα τέρας. Εσύ και ο αδερφός σου είστε δύο τέρατα. Κοιμάστε σε μια κουκέτα και ο αδερφός σου κοιμάται από κάτω. Γι’ αυτό υπάρχει ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι σου».
Ο Μαρθέλο ηρέμησε και κοιμήθηκε όλη νύχτα σαν πουλάκι.

6.  Ο θησαυρός του γίγαντα

Ο άπληστος γίγαντας είχε στην κατοχή του ένα μυθικό θησαυρό. Ο γίγαντας φύλαγε μέσα στα μεγάλα χέρια του σωρούς από χρυσάφι, από διαμάντια, από σμαράγδια, από ρουμπίνια και από ζαφείρια.
Ο γίγαντας φοβόταν πάρα πολύ, μην τυχόν και του κλέψουν τον πολύτιμο θησαυρό. Ο γίγαντας σκεφτόταν: «Αν ήμουν πιο μεγαλόσωμος, θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο να αρπάξει κάποιος το θησαυρό μου».
Ζήτησε τις υπηρεσίες ενός μάγου ο οποίος, με αντάλλαγμα ένα πουγκί γεμάτο χρυσάφι, του ετοίμασε ένα φίλτρο που θα τον έκανε να μεγαλώνει καθ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Ο γίγαντας ήπιε μονορούφι το παρασκεύασμα που του πούλησε ο μάγος. Και πράγματι συνέχισε να μεγαλώνει και να γίνεται όλο και πιο ογκώδης.
Καθώς γινόταν όλο και πιο τεράστιος, ο γίγαντας ήταν πολύ ικανοποιημένος διότι με την κολοσσιαία δύναμή του δεν θα άφηνε κανέναν να κλέψει το θησαυρό του.
Όσο περνούσε ο χρόνος, όμως,  το χαμόγελο σβήστηκε από το πρόσωπο του γίγαντα. Του σβήστηκε του γίγαντα το χαμόγελο από το πρόσωπο, επειδή έγινε τόσο μεγάλος που ο θησαυρός έμοιαζε μικροσκοπικός μέσα στα τεράστια χέρια του.

7.  Παστίλιες ονείρων

Ο διάσημος επιστήμονας Φον Μορφέους, εκτός από πολλές άλλες εφευρέσεις, εφηύρε κάτι παστίλιες που κάθε μία προκαλούσε ένα διαφορετικό όνειρο, σε όποιον την έπαιρνε. 
Ο Φον Μορφέους παρασκεύασε συνολικά εκατό παστίλιες ονείρων. Μια από αυτές ήταν για να ονειρεύεται ότι πετούσε. Άλλη παστίλια ήταν για να ονειρεύεται ότι ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου. Άλλη παστίλια ήταν για να ονειρεύεται ότι πάλευε με έναν τρομακτικό δράκο και τον νικούσε. Και έτσι έφτιαξε έως και εκατό παστίλιες που προκαλούσαν εκατό διαφορετικά όνειρα.
Το πρώτο βράδυ ο Φον Μορφέους πήρε την παστίλια για να ονειρευτεί ότι πετούσε. Και εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε ότι πετούσε.
  Το δεύτερο βράδυ πήρε την παστίλια για να ονειρευτεί ότι ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου. Και εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε ότι ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου.
Το τρίτο βράδυ πήρε την παστίλια για να ονειρευτεί ότι πάλευε με έναν τρομακτικό δράκο και τον νικούσε. Και εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε ότι πάλευε με έναν τρομακτικό δράκο και τον νικούσε. Απολάμβανε πολύ τα κατά παραγγελία όνειρά του. Αλλά ήθελε περισσότερα, έτσι λοιπόν αναρωτήθηκε: «Γιατί πρέπει να συμβιβάζομαι μόνο με ένα όνειρο κάθε νύχτα;»
Και εκείνο το βράδυ πήρε και τις εκατό παστίλιες για να δει εκατό διαφορετικά όνειρα.
Και εκείνο το βράδυ είχε εφιάλτες γιατί πριν κοιμηθεί πήρε και τις εκατό παστίλιες, και δεν πρέπει κανείς να πηγαίνει στο κρεβάτι με γεμάτο στομάχι, γιατί έπειτα θα βλέπει εφιάλτες.

8.  Το ηφαίστειο που κοιμόταν

Απ’ όλο το χωριό φαινόταν, στο βάθος, το ηφαίστειο που κοιμόταν. Ο Πάμπλο, από το μπαλκόνι του σπιτιού του, έβλεπε και εκείνος το ηφαίστειο που κοιμόταν.
     Μια μέρα, μέσα από το ηφαίστειο ακούστηκε ένα βουητό σαν κεραυνός. Ο Πάμπλο, τρομαγμένος, είπε στον παππού του:
«Το ηφαίστειο ξύπνησε!»
«Όχι. Κοιμάται», είπε ο παππούς. «Απλώς μερικές φορές ροχαλίζει».
Τότε το ηφαίστειο άρχισε να πετάει πυροτεχνήματα από τον κρατήρα, που γέμισαν τη νύχτα με χρώματα.
Ο παππούς εξήγησε στον Πάμπλο ότι εκείνα ήταν τα όνειρα του ηφαιστείου που κοιμόταν. Το ηφαίστειο που κοιμόταν έριχνε πυροτεχνήματα επειδή τα όνειρά του ήταν πολύ χαρούμενα.

9.  O Μπαμπούλας

Ο Ισμαέλ μελετούσε πολύ στο σχολείο, και στο σπίτι ήταν πάντα φρόνιμος. Ωστόσο, ο αδερφός του, ο Χαβιέρ, έκανε τη μια αταξία μετά την άλλη.

Οι γονείς του τον φοβέριζαν:
«Αν συνεχίσεις να είσαι άτακτος, θα έρθει ο Μπαμπούλας να σε πάρει».
Ο Χαβιέρ δεν έδινε καμία σημασία, και συνέχιζε τις αταξίες του.
Και μια μέρα ήρθε ο Μπαμπούλας με το τσουβάλι του, τον έβαλε μέσα και τον πήρε μαζί του.
Μόλις το έμαθε ο Ισμαέλ, οι γονείς του τον προειδοποίησαν:
«Βλέπεις τι θα σου συμβεί αν καμιά φορά συμπεριφερθείς άσχημα;»
Μετά από αυτό που συνέβη στον αδερφό του, τον Χαβιέρ, οι γονείς τού Ισμαέλ ήταν σίγουροι ότι το παιδί δεν θα έκανε ποτέ του αταξίες. Ωστόσο, ο Ισμαέλ, που μέχρι τότε ήταν υπόδειγμα παιδιού, άρπαξε το ψαλίδι και έκοψε όλες τις κουρτίνες του σπιτιού και όλα τα ρούχα του και τα χαλιά.
Αμέσως ο Μπαμπούλας ήρθε και τον άρπαξε, τον έβαλε στο τσουβάλι και τον πήρε μαζί του. Μέσα ήταν ο αδερφός του, ο Χαβιέρ. Τότε ο Ισμαέλ, με το ψαλίδι που κρατούσε, έκοψε το τσουβάλι και έτσι, τα δύο αδέλφια μπόρεσαν να δραπετεύσουν.
Γι’ αυτό το λόγο ο Ισμαέλ, που πάντα ήταν το καλό παιδί, έκανε την αταξία με το ψαλίδι: για να ελευθερώσει τον αδερφό του, τον Χαβιέρ, από το τσουβάλι του Μπαμπούλα.

10.              Το ουράνιο τόξο

Εκείνη τη μέρα έβρεξε τόσο πολύ, έπεσε τέτοια ποσότητα νερού που τα χρώματα όλων των πραγμάτων, όλων των φυτών, όλων των ζώων και όλων των ανθρώπων αραίωσαν και ξεθώριασαν. Όλα φαίνονταν ξεβαμμένα. Τίποτα πια δεν είχε χρώμα.
Ύστερα από πολλές ώρες σταμάτησε να βρέχει και όλοι παρατήρησαν με βαθιά θλίψη όλη εκείνη την άχρωμη μονοτονία.
Τότε, στον ουρανό εμφανίστηκε ένα επιβλητικό τόξο με εφτά χρώματα. Και οι άνθρωποι πήραν εκείνα τα χρώματα για να ζωγραφίσουν ξανά τον κόσμο. Πήραν το πορτοκαλί χρώμα για να ζωγραφίσουν ξανά τα πορτοκάλια. Πήραν το πράσινο χρώμα για να ζωγραφίσουν ξανά το χορτάρι. Πήραν το μπλε χρώμα για να ζωγραφίσουν ξανά τη θάλασσα…
Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά. Όμως, από τότε, για κάθε ενδεχόμενο, κάθε φορά που σταματάει η βροχή, εμφανίζεται στον ουρανό ένα τόξο με εφτά χρώματα, με τα οποία θα μπορούσε κανείς να χρωματίσει ξανά τον κόσμο.


Η μετάφραση είναι προϊόν του προπτυχιακού μαθήματος Λογοτεχνικής Μετάφρασης από τα ισπανικά στα ελληνικά που διδάσκει ο αναπληρωτής καθηγητής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι φοιτητές Ευγενία Αγοραστού, Παναγιώτης Αδαμίδης, Αγαθή Βερονίκη, Βαρβάρα Βλησσάρη, Μαρία Γεϊτσίδου, Στεργιανή Γιαννακοπούλου, Κωνσταντίνα Ζώη, Γεωργία Θεοδωρίδη, Τατιάνα Καραγιώργη, Δέσποινα Καρτσιούνα, Ελευθέριος Κατσαγώνης, Αντωνία Κόζα, Αθηνά Κόλα, Κατερίνα Κομινάτου, Δανάη Κοτζαμάνογλου, Αλεξάνδρα Λελούδη, Κλεονίκη Μαυρίδου, Ελόνα Μετολλάρι, Αλεξάνδρα Μπουγιούκα, Χρύσα Ουρμάνη, Κατερίνα Παντελίδου, Κωνσταντίνα Πατσιά, Ντενίσα Ράντου, Χριστόφορος Σουγανίδης, Ρεβέκκα Ταγκάλου-Ψιλογιαννοπούλου, Κατερίνα Τρομπούκη, Χριστίνα Τσαβδάρη, Αντωνία Τσακνάκη, Θεότη Χριστοδουλίδου.