Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Pan duro, por Jaime García-Máiquez

Pan duro

La madre de mi madre se tomaba
el pan del día anterior o el de hacía dos días 
para desayunar, con su café manchado.
Era como un gorrión. Emocionaba ver
a aquella señorita de Alicante
con más de ochenta años de ternura
nutrirse despacito igual que un pobre
cartujo, allí sentada en su butaca.
Mi madre sonreía al verme sorprendido
contemplando a su madre, en una casa
cuya despensa inmensa
se parecía a un bodegón de Snyders.
Y alguna vez, para explicarme aquello,
me dijo llanamente: es por la guerra;
no te preocupes, Jaime, es por la guerra.
Dos décadas después, y a casi un siglo
de la Guerra Civil, ahora soy yo
el que coge el pan duro
y lo besa despacio
y se lo come haciéndolo migajas
con un café con leche.
Mi mujer no da crédito, y se queda
alucinada cuando le contesto
completamente en serio que no le dé importancia,
que lo hago por la Guerra.


Ξερό ψωμί

Η μητέρα της μητέρας μου έτρωγε
το ψωμί τής προηγούμενης μέρας ή το προχθεσινό
για πρωινό με το καφεδάκι της.
Έμοιαζε με σπουργίτι. Ήταν συγκινητικό να βλέπεις
εκείνη την κυρία από το Αλικάντε
ογδόντα χρόνια τρυφερότητας και βάλε
να τρώει αργά σαν φτωχός
καλόγερος, καθισμένη εκεί στην πολυθρόνα της.
Η μητέρα μου χαμογελούσε όταν μ’ έβλεπε να παρατηρώ
έκπληκτος τη μητέρα της, σ’ ένα σπίτι
που το τεράστιο κελάρι του
έμοιαζε με νεκρή φύση του Σνέιντερς.
Κάποια φορά, λοιπόν, για να μου το εξηγήσει,
μου είπε απλώς: είναι εξαιτίας του πολέμου·
μην ανησυχείς, Χάιμε, είναι εξαιτίας του πολέμου.
Δύο δεκαετίες αργότερα, και σχεδόν έναν αιώνα
από τον εμφύλιο, είμαι εγώ τώρα
εκείνος που παίρνει στα χέρια του το ξερό ψωμί
και το φιλάει αργά
και το τρώει κάνοντάς το ψιχουλάκια
μ’ έναν καφέ με γάλα.
Η γυναίκα μου δεν πιστεύει στα μάτια της και μένει
με το στόμα ανοιχτό όταν της απαντώ,
εντελώς σοβαρά, να μην δίνει σημασία,
το κάνω εξαιτίας του Πολέμου.

μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Χάιμε Γκαρθία-Μάικεθ (Μούρθια, 1973) είναι ποιητής με έντονες αυτοβιογραφικές αναφορές. Εμφανίστηκε στα ισπανικά γράμματα το 2000 με τη συλλογή Vivir al día. Έχει εκδώσει ακόμα τις συλλογές Otro cantar (2007) και Oh, mundo (2012) καθώς και τις συλλογές Jugar en serio (2004) και Grosso modo (2011), με το ετερώνυμο Φερνάντο Λόπεθ δε Αρτιέτα.



Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

16 + 1 εκδοχές του «Recrearse» της Cecilia Beatriz Escobar

Recrearse

Así lo acordaron. En los días pares ella se convertiría en él y él en ella. Como estaban hechos del mismo material, no encontraron ninguna dificultad. Después de todo, es normal aburrirse de ser uno mismo todo el tiempo.

ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ

Αναδημιουργώντας

Έτσι τα συμφώνησαν. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα γινόταν  εκείνος και εκείνος εκείνη. Και εφ όσον ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό δεν θα έβρισκαν καμία δυσκολία. Στο κάτω–κάτω είναι φυσιολογικό να βαριέται κανείς να είναι ο εαυτός του συνέχεια.

Ψυχαγωγία

Η συμφωνία ήταν η εξής: Τις ζυγές ημέρες εκείνη θα μετατρεπόταν σε εκείνον και εκείνος σε εκείνη. Φτιαγμένοι όπως ήταν από το ίδιο υλικό, δεν αντιμετώπισαν καμία δυσκολία. Σε τελική ανάλυση, φυσικό είναι να βαριέσαι να μένεις συνέχεια ο ίδιος.

Ως διασκέδαση

Έτσι το συμφώνησαν. Τις μονές ημέρες εκείνη θα μεταμορφωνόταν σ’ εκείνον κι εκείνος σ’ εκείνη. Αφού ήταν φτιαγμένοι απ’ το ίδιο υλικό, δεν συνάντησαν καμία δυσκολία. Στο κάτω κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέσαι να είσαι συνεχώς ο εαυτός σου.

Διασκεδάζοντας

Έτσι τα συμφώνησαν. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα μετασχηματιζόταν σε εκείνον και εκείνος σε εκείνη. Όπως ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, δεν συνάντησαν καμία δυσκολία. Στο κάτω κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέσαι να είσαι το ίδιο όλη την ώρα.

Αναψυχή

Έτσι το συμφώνησαν. Τις ζυγές ημέρες εκείνη θα γινόταν εκείνος κι εκείνος εκείνη. Φτιαγμένοι καθώς ήταν από την ίδια ουσία, δεν συνάντησαν καμία δυσκολία. Στο κάτω κάτω, είναι φυσικό να βαριέσαι με το να είσαι συνεχώς ο εαυτός σου.

Αναψυχή

Έτσι συμφώνησαν. Τις ζυγές ημέρες εκείνη θα μεταμορφωνόταν σε εκείνον και  εκείνος σε εκείνη. Καθώς ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, δεν βρήκαν καμία δυσκολία. Στο κάτω κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέσαι να είσαι ο ίδιος όλη την ώρα.

Διασκεδάζοντας

Το συμφώνησαν ως εξής. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα γινόταν αυτός και αυτός εκείνη. Καθώς ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό δεν βρήκαν καμιά δυσκολία. Σε τελική ανάλυση είναι φυσικό να βαριέται κανείς να παραμένει συνέχεια ο ίδιος.

Διασκέδαση

Έτσι το συμφώνησαν. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα γινόταν εκείνος κι εκείνος θα γινόταν εκείνη. Ήταν φτιαγμένοι απ’ το ίδιο υλικό γι’ αυτό και δε δυσκολεύτηκαν καθόλου. Στο κάτω-κάτω είναι φυσικό να βαριέται κανείς να είναι συνεχώς ο εαυτός του.

Διασκέδαση

Έτσι τα συμφώνησαν. Τις ζυγές μέρες αυτή θα μετατρεπόταν σε αυτόν και αυτός σε αυτή. Καθώς ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, δεν συνάντησαν καμιά δυσκολία. Στην τελική, είναι φυσιολογικό να βαριέται κανείς να ναι ο εαυτός του όλη την ώρα.

Αναδημιουργία

Έτσι συμφώνησαν. Τις ζυγές ημέρες εκείνη μεταμορφωνόταν σε εκείνον και αντίστροφα. Καθώς ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, δεν συνάντησαν καμία δυσκολία. Άλλωστε, είναι λογικό να βαριέσαι να είσαι το ίδιο πρόσωπο συνέχεια.

Αναψυχή

Έτσι τα συμφωνήσανε. Τις ζυγές ημέρες εκείνη θα μετατρεπόταν σε εκείνον και εκείνος σε εκείνην. Φτιαγμένοι καθώς ήταν από την ίδια στόφα, δε συνάντησαν καμιά δυσκολία. Στην τελική, είναι πολύ φυσιολογικό να βαριέται κανείς να είναι συνεχώς ο ίδιος.

Παιχνίδι

Έτσι το συμφώνησαν. Τις ζυγές μέρες αυτή θα γινόταν αυτός και αυτός θα γινόταν αυτή. Καθώς ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, δεν συνάντησαν καμιά δυσκολία. Στο κάτω-κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέται κανείς να είναι ο εαυτός του όλη την ώρα.

Αναδημιουργία

Έτσι συμφώνησαν. Τις ζυγές ημέρες εκείνη θα γινόταν εκείνος και εκείνος, εκείνη. Φτιαγμένοι καθώς ήταν από το ίδιο υλικό, δεν συνάντησαν καμία δυσκολία. Στο κάτω κάτω, φυσικό είναι να βαριέται κανείς να είναι ο εαυτός του χειμώνα καλοκαίρι. 

Αναψυχή

Έτσι είχαν συμφωνήσει. Τις ζυγές μέρες εκείνη μεταμορφωνόταν σ’ αυτόν κι αυτός σε εκείνη. Καθώς ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, δεν συναντούσαν καμία δυσκολία. Είναι άλλωστε φυσιολογική η μονοτονία του να είσαι συνεχώς το ίδιο.

Δημιουργώντας ξανά

Συμφώνησαν ως εξής: Τις ζυγές μέρες εκείνη θα γινόταν "αυτός" κι αυτός "εκείνη". Μιας και ήταν φτιαγμένοι απ' το ίδιο υλικό δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου. Σε τελική ανάλυση είναι φυσιολογικό να πλήττεις όταν είσαι συνέχεια "ο εαυτός σου".

                                                 Ο μετασχηματισμός

Έτσι το θυμόντουσαν. Στις ζυγές μέρες αυτή θα μετατρεπόταν σ’ αυτόν και αυτός σ’ αυτή. Μιας και ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, δεν αντιμετώπισαν καμιά δυσκολία. Τελικά, είναι φυσικό να βαριέσαι να είσαι ο ίδιος όλο το χρόνο.


ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ

Παιχνίδι μεταμορφώσεων

Έτσι συμφωνήσανε. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα μετατρεπόταν σε εκείνον και εκείνος σε εκείνη. Φτιαγμένοι καθώς ήταν από το ίδιο υλικό, δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου. Στο κάτω κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέται κανείς να είναι συνεχώς το ίδιο πράγμα.



To εργαστήριο μετάφρασης μικροδιηγημάτων της Σεσίλια Μπεατρίς Εσκομπάρ, με την παρουσία της συγγραφέως, έλαβε χώρα στο Abanico το Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015, από 18.00 έως 21.00. Διοργάνωσαν και συντόνισαν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης και συμμετείχαν οι Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Ξένια Κακάκη, Ασπασία Καμπύλη, Βαγγέλης Καμπούνιας, Ρομίνα Κηπουρίδου, Άννα Κοκκίνη, Μαρία Μαλακάτα, Μαρία Μαυρογιώργη, Μαρία Μελαδάκη, Σταυρούλα Ντίντα, Ελένη Οικονόμου, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρία Πηλιχού, Αυγή Σαράφη, Σοφία Φερτάκη.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Διεκδικώντας το αυτονόητο, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Πρόσφατα, συνάδελφος μεταφραστής, με το που παρέδωσε, έπειτα από εργασία πολλών μηνών, το μετάφρασμα το οποίο του είχε αναθέσει γνωστός αθηναϊκός εκδοτικός οίκος, ζήτησε να επιβεβαιώσει το, κατ’ εκείνον, αυτονόητο: πως το ονοματεπώνυμό του θα αναγραφόταν στο εξώφυλλο του μυθιστορήματος, όταν αυτό θα εκδιδόταν. Η απάντηση τον άφησε εμβρόντητο: «Όχι. Το κάνουμε μόνο σε περιπτώσεις "πιασάρικων" μεταφραστών που "πουλάνε". Γενικά το εξώφυλλο όσο πιο λίγα γράφει, τόσο καλύτερο είναι... Μη στενοχωριέσαι όμως, θα βάλουμε το όνομά σου με ανάγλυφα γράμματα στο πρωτοσέλιδο».
          Οι μεταφραστές είναι επαγγελματίες, κακοπληρωμένοι επαγγελματίες, αλλά επαγγελματίες. Και ταυτόχρονα είναι δημιουργοί: πάνω από το 45% της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής δεν θα βρισκόταν στα ράφια και τις προθήκες των βιβλιοπωλείων αν δεν υπήρχαν εκείνοι. Και όμως, ενώ είναι αδιανόητο να δούμε κάποιο CD δίχως το όνομα του καλλιτέχνη στο εξώφυλλο ή την αφίσα μιας ταινίας στις προθήκες των κινηματογράφων δίχως το όνομα του σκηνοθέτη, δεν μας ξενίζει καθόλου η απουσία του ονόματος του μεταφραστή από το εξώφυλλο του βιβλίου που συνυπογράφει.
Θεωρώ ότι μεγάλη ευθύνη για την αφάνεια του μεταφραστή φέρουμε εμείς οι ίδιοι, οι επαγγελματίες του χώρου, και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το επάγγελμά μας· δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι έχουμε εφεύρει μια πλειάδα από μεταφορές για να αναφερθούμε σε αυτό: μας χαρακτηρίζουμε από «εκτελεστές μιας παρτιτούρας» έως «αδέξιες μέλισσες» και από «όχημα του συγγραφέα» έως… «προδότες» [traduttore, traditore]. Οι μεταφορές αποτελούν, βεβαίως, ουσιώδες συστατικό του λόγου και αναφέρονται σε όλα τα επίπεδα του καθημερινού βίου, πλην όμως, η κατάχρηση που γίνεται στην περίπτωση των μεταφραστών,  κάθε άλλο παρά βοηθάει να γίνουμε ορατοί από το αναγνωστικό κοινό και να σταθούμε ισότιμα δίπλα στην καταξιωμένη φιγούρα του συγγραφέα.
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο αργεντινός συγγραφέας και μεταφραστής, είχε επανειλημμένα τονίσει ότι η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζεται ο μεταφραστής οφείλεται στο ιστορικό βάρος της μορφής τού συγγραφέα όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο δυτικό πολιτισμό από την εποχή του Ρομαντισμού και εντεύθεν. Δεν μπορούμε να διαβάσουμε ένα κείμενο, υποστήριζε ο Μπόρχες, με τον τρόπο που το έκαναν οι άνθρωποι κατά το Μεσαίωνα ή την Αναγέννηση, καθώς σήμερα μάς ενδιαφέρει να μάθουμε τις περιστάσεις που γέννησαν ένα κείμενο. Θα έρθει όμως μια μέρα που οι άνθρωποι δεν θα νοιάζονται για το τι γέννησε την ομορφιά, δεν θα νοιάζονται καν για τα ονόματα και τα βιογραφικά στοιχεία των ποιητών, θα νοιάζονται για την ίδια την ομορφιά και τότε, κατέληγε ο Μπόρχες, θα έχουμε μεταφράσεις όχι μόνο εξαιρετικά καλές (ήδη τις έχουμε) αλλά και διάσημες.
Πεποίθησή μου είναι ότι αυτή η στιγμή που ονειρευόταν ο Μπόρχες δεν αργεί, αλλά δεν είναι και κοντά. Και ώσπου να διανυθεί η απόσταση που χωρίζει στη συνείδηση των αναγνωστών τον «μεταφραστή-όχημα του συγγραφέα» από τον «μεταφραστή-δημιουργό, ισότιμο με τον συγγραφέα», θα βλέπουμε πολύ συχνά τα ονόματά τους, όσων τουλάχιστον δεν είναι «πιασάρικοι», να καταχωνιάζονται στα ενδότερα των βιβλίων, έστω και με γράμματα ανάγλυφα...

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε, στις 19/10/2015, στην ενότητα «ιδέες και απόψεις» του anampa.gr (Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων).

[http://www.amna.gr/article-featured.php?id=92149]

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Ένα ερωτικό ποίημα του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

31

En la ardentía del placer me has desnudado
todo: tus senos tibios, dulces como la muerte,
tus brazos imprevistos con sus hierbas de luto,
la misteriosa pesadilla de tu vientre…

El placer ha sentido todo, bajo sus manos,
bajo sus labios, bajo sus fantasías, entre
la locura sin nombre de todos los ardores
un fuego de colores en un fuego de fiebres.

Luego, un pudor que torna de tu inocencia antigua
te hace, si te sonrío, rojecer levemente
y te arreglas tus faldas y te guardas tus pechos
confusa, con un aire dulce y adolescente.


31

Στην κάψα της ηδονής μού αποκάλυψες
τα πάντα: τα χλιαρά σου στήθη, γλυκά σαν το θάνατο,
τα απρόβλεπτα μπράτσα σου με την πένθιμη χλόη τους,
τον μυστηριώδη εφιάλτη της κοιλιάς σου…

Η ηδονή ένοιωσε σύγκορμη, στο άγγιγμα των χεριών σου,
των χειλιών σου, των φαντασιώσεών σου, μέσα
στην ανώνυμη τρέλα της απόλυτης θέρμης,
μια φωτιά χρωμάτων να ξεπηδά από μια φωτιά πυρετού.

Έπειτα, μια ντροπή που κρατά από την παλιά σου αθωότητα
σε κάνει, μόλις σου χαμογελώ, να κοκκινίσεις ελαφρά·
και συμμαζεύεις τις φούστες σου και κρύβεις τα στήθη σου
αμήχανη, μ’ έναν αέρα γλυκό και εφηβικό.

μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Από τη συλλογή Libros de amor (Ediciones Linteo, 2007) που περιλαμβάνει 93 ποιήματα γραμμένα από τον νομπελίστα ποιητή μεταξύ 1911 και 1912.



Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο Αρχείο Ελληνόφωνων Μεταφραστών Λογοτεχνίας (http://echo.frl.auth.gr/literarytranslators)

Πότε και με ποια αφορμή ξεκινήσατε να μεταφράζετε;
Άρχισα να μεταφράζω τη δεκαετία του ’80 γιατί πίστευα ότι κάποια από τα κείμενα που διάβαζα στα ισπανικά μπορεί και να ενδιέφεραν τους φίλους μου…
Πιστεύετε στις σπουδές όσον αφορά τη μετάφραση; Η λογοτεχνική μετάφραση διδάσκεται;
Διδάσκω λογοτεχνική μετάφραση.
Η λογοτεχνική μετάφραση είναι για εσάς επάγγελμα;
Βεβαίως, για μένα και για όποιον πληρώνεται για να την κάνει. 
Πιστεύετε ότι το διαδίκτυο αλλάζει τον τρόπο πρόσληψης ενός λογοτεχνικού κειμένου; Μεταβάλλει αυτό σε κάτι το έργο του μεταφραστή;
Η μορφή είναι περιεχόμενο. Συνεπώς στην πρώτη ερώτηση απαντώ καταφατικά, όπως και στη δεύτερη (ο «αγωνιστικός χώρος» είναι πάντα καθοριστικός όπως μας έχει διδάξει η θεωρία του σκοπού εδώ και δεκαετίες).
Ποιο λογοτεχνικό έργο θα θέλατε να μεταφράσετε στο μέλλον;
Το μυθιστόρημα El Jarama του Ραφαέλ Σάντσεθ Φερλόσιο.
Μιλήστε μας για το λάθος στην μετάφραση.
Αναπόφευκτο και (σε ορισμένες περιπτώσεις) επιβεβλημένο.
Πιστή, ελεύθερη μετάφραση ή κάτι άλλο;
Μετάφραση (οι επιθετικοί προσδιορισμοί περιττεύουν).
Το ύφος θεωρείται μια ρευστή κατηγορία. Με ποιους τρόπους καταφέρνετε να αποδώσετε το ύφος του κάθε συγγραφέα που μεταφράζετε;
Είναι πολύ απλό: ακούγοντάς το(ν).
Αφηγηθείτε μας μια ιδιαίτερη ιστορία από τη γέννηση κάποιας μετάφρασης που κάνατε και έχετε να θυμάστε και τους λόγους που την καθιστούν τόσο ξεχωριστή για εσάς.
Η μετάφραση της συλλογής διηγημάτων Στη μέση του πουθενά  του Χούλιο Γιαμαθάρες (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) γιατί είναι η πρώτη συλλογική μετάφραση (και επιμέλεια) στην οποία συμμετείχα και κατέληξε σε βιβλίο. Εξαιρετική εμπειρία και εξαιρετικό βιβλίο.    
Υπάρχει κριτική της μετάφρασης;
Υπάρχει, αν και πολύ φοβάμαι πως δεν την υπαγορεύει τόσο η αγάπη προς τον κριτικό λόγο, όσο η διάθεση για αντιπαράθεση.
Πώς την εισπράττετε;
Με ψυχραιμία…
Υπάρχει κριτική και επικριτική της μετάφρασης.
Ναι. Η πρώτη είναι αναγκαία για να γίνουμε καλύτεροι μεταφραστές, η δεύτερη είναι απλώς δηλητηριώδης.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

H έμπνευση, του Ιπόλιτο Ναβάρο

Πρέπει να φανταστείς το σκηνικό: οι απαράλλαχτες μέρες του Νότιου Πόλου, ένα αιώνιο σούρουπο που τυλίγει με ξέπνοο γαλάζιο το κρύο, επίπεδο και άδειο σύμπαν. Στο τοπίο που θέλουμε να εστιάσουμε μπορούμε ίσως να θεωρήσουμε δεδομένους, εκτός από την παγωμένη και λευκή επιφάνεια, τρεις ή τέσσερις πιγκουΐνους στο βάθος και ίσως, σε μια γωνία στα αριστερά, την ξεφτισμένη κίτρινη ψευδαίσθηση του βόρειου σέλαος. Τιποτ’ άλλο σχεδόν. Μόνο κρύο, ένα αφηρημένο και ασυνήθιστο για τα θερμόμετρα κρύο.
            Στο κέντρο του σκηνικού, όμως, βρίσκεται το ιγκλού, σαν μια απόλυτη και κατηγορηματική πρόκληση. Και στο εσωτερικό του, η ιστορία: νωχελικά συμβάντα στη θαλπωρή της ζέστης. Οι γονείς, γυμνοί, κάνουν έρωτα κάτω από ολόλευκα δέρματα αρκούδας, η γιαγιά τρώει σιγά σιγά ένα άσπρο ψάρι με κατακόκκινα βράγχια και ο γιος χαζεύει το χαρούμενο χορό της φωτιάς που καίει στην εστία. Αυτή η αυτιστική προσήλωση καταλαμβάνει όλο το χρόνο του· δεν υπάρχουν και πολλά σχολεία σε αυτά τα μήκη. Δεν είναι χάσιμο χρόνου, αν και έτσι μπορεί να φαίνεται, όπως δεν είναι χάσιμο χρόνου να παρατηρούμε ένα ολόκληρο απόγευμα το πήγαινε-έλα της θάλασσας στην ακτή ή το υπόλοιπο της νύχτας το γυμνό κορμί της γυναίκας που αγαπήσαμε. Τα μάτια του παιδιού ανεβοκατεβαίνουν για ώρες ατέλειωτες στο ρυθμό της φωτιάς και οι κόρες των ματιών του είναι τώρα σαν δυο αναμμένα κάρβουνα. Έξω, το πολύ-πολύ να έχει απομείνει κανένας καθυστερημένος μοναχικός πιγκουΐνος και το ακόμα πιο επίπεδο τοπίο κάτω από το βάρος δύσκολων αστερισμών. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το παιδί ψιθυρίζει: «Μάλιστα… και ρωτάω εγώ τώρα… τι σημαίνει γωνία;». 
  

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Ο Hipólito G. Navarro γεννήθηκε στην Ουέλβα της Ισπανίας το 1961. Έχει δημοσιεύσει κυρίως βιβλία με διηγήματα όπως τα El cielo está López (1990), El aburrimiento, Lester (1996) ή Los tigres albinos (2000) από το οποίο προέρχεται και «Η έμπνευση».

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Κριτική για την παράσταση 7/24 ή Ο θρύλος του άντρα που αιωρείται πάνω από τα πάρκα, από τον Δημήτρη Τσατσούλη

Καταλανικό θέατρο

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ

Enric Nolla, 7/24 ή Ο θρύλος του άντρα που αιωρείται πάνω από τα πάρκα - ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Θέμελης Γλυνάτσης, ΚΝΟΤ gallery.




Με τον παράδοξο αλλά και ποιητικό αυτό τίτλο συστήνεται στο ελληνικό κοινό ο γεννημένος στη Βενεζουέλα (1966) από καταλανούς γονείς αλλά εγκατεστημένος στη Βαρκελώνη Ενρίκ Νόλια. Μετέφρασαν επιδέξια από τα καταλανικά οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου. Το έργο σκηνοθετεί στο γνωστό, αντισυμβατικό θεατρικά και εκτός εμπορικού κέντρου, χώρο του ο ανήσυχος νεαρός σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης.

Επτά πρόσωπα, που τα υποδύονται πειστικά τέσσερις ηθοποιοί, κινούνται σε χώρους υπαρκτούς αλλά ταυτόχρονα φαντασιακούς, που ορίζονται από τοίχους, καταλύοντας κάθε ρεαλιστική σκηνογραφική συνθήκη. Ένας πάγκος (σκηνικό: Αδριανός Ζαχαριάς) τοποθετημένος ανάμεσα στους θεατές αποτελεί το μοναδικό σκηνικό αντικείμενο, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Οι επτά εικόνες-ημέρες διαδέχονται η μία την άλλη «φυσικά» αλλά μέσα από μια ονειρική λογική, οι τόποι μετατοπίζονται, ενώ τα πρόσωπα δρουν εντός τους με απόλυτη φυσικότητα, αν και το παράλογο υφέρπει στις σχέσεις τους. Αφορμή της ιστορίας, ένα συνηθισμένο ατύχημα μοτοσικλετιστή που θα τον χτυπήσει ένα ταξί. Ο νεαρός άντρας θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο, όπου θα τον ακολουθήσει ο γεμάτος ενοχές επίδοξος πελάτης του ταξί θεωρώντας ότι το νεύμα που έκανε προκάλεσε το ατύχημα. Εκεί θα διασταυρωθεί με τα άλλα πρόσωπα που θα παρελάσουν έξω από το σαλόνι της εντατικής.
Συνθήκες λόγου που γεννούν ερωτήματα παρά δίνουν απαντήσεις, γκρο-πλάνα στις στάσεις του σώματος και στις κινήσεις που καθίστανται περισσότερο εύγλωττες από το λόγο, καθημερινά ρούχα που αποκτούν νέες σημάνσεις με το φόρεμα ή το βγάλσιμό τους (της Μαργαρίτας Δοσούλα), ρυθμοί αργοί που καθορίζονται από τη μουσική και τους ήχους που σχεδίασε ο Γιάννης Κοτσώνης και συντελούν στη δημιουργία μιας μεταφυσικής μυσταγωγίας, συντελούν στη δημιουργία μιας παράδοξης όσο και αληθοφανούς κατάστασης, η οποία θα απογειωθεί σε ένα εσωτερικό συγκρουσιακό σύμπαν συνειδήσεων και διαπάλης με την υπερφυσική τελική σκηνή.
Ένα γοητευτικό κείμενο που συναντά τη σκηνοθετική λογική που χαρακτηρίζει τον Θέμελη Γλυνάτση, ο οποίος το αναδεικνύει τα μέγιστα με το μέγιστο λιτό τρόπο. Στην επικίνδυνη ανά πάσα στιγμή να διολισθήσει ανάγνωσή του βρίσκει, όμως, έναν ιδανικό συμπαραστάτη: τον εξαιρετικό ηθοποιό Συμεών Τσακίρη στον κεντρικό ρόλο τού δίχως όνομα «Εκείνου». Ένας ηθοποιός που παίζει από το άκρο των χειλιών ως τα ακροδάκτυλα των χεριών του και με όλο το σώμα, αλλά και την εκφορά του λόγου του διατηρεί στο έπακρον την αμφισημία του προσώπου και των καταστάσεων που το περιβάλλουν (ή το ίδιο γεννά στο εδώ και τώρα της σκηνικής πράξης). Δίπλα του στέκεται επάξια στις στάσεις και τα ημιτόνια της φωνής η Σοφία Μαραθάκη, στους τρεις γυναικείους ρόλους. Λίγο υπερβολικός σε κάποιες σκηνές στην εκφορά του λόγου που σπάει αναίτια την ατμόσφαιρα ο Μπάμπης Γαλιατσάτος (Μοτοσικλετιστής και Αδερφός του) ενώ διακριτική είναι η παρουσία του Άρη Πλιού (Άγνωστος Άντρας).
Ένα έργο, μια σκηνοθεσία, μια παράσταση που κινούνται εκτός συρμού, που προκαλούν συζητήσεις, που προβληματίζουν. Ένα έντιμο θέατρο.


Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 1 Απριλίου 2013



Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Απλήρωτοι μεταφραστές την εποχή της κρίσης, του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Παρά την τεράστια σημασία της για την ενημέρωση και την αγωγή του αναγνωστικού κοινού, αλλά και για την επικοινωνία μεταξύ πολύ διαφορετικών πολιτισμών, η λογοτεχνική μετάφραση υπήρξε ανέκαθεν στην Ελλάδα μια παραγνωρισμένη δραστηριότητα. Σήμερα, μολονότι υπάρχει μια θεαματική άνοδος τόσο της μεταφραστικής παραγωγής όσο και του επιπέδου των μεταφραστών, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει θεαματικά. Πώς ακριβώς, όμως, πορεύονται η μετάφραση και οι μεταφραστές στη χώρα μας υπό συνθήκες κρίσης; Κι επίσης, ποιο είναι το παρελθόν και το παρόν του μεταφραστικού επαγγέλματος; «Τα τελευταία χρόνια η ζήτηση για μεταφράσεις από τα ισπανικά έχει πέσει θεαματικά», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που διδάσκει μεταφρασεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και είναι μεταφραστής, μεταξύ άλλων, του Ερνέστο Σάμπατο και του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν: «Ακόμα κι αν πάρει κανείς μετάφραση, θα πληρωθεί τα μισά από,τι πριν. Η προτίμηση για την αγγλόφωνη λογοτεχνία είναι συντριπτική, αλλά, ευτυχώς, για τους ισπανόφωνους συγγραφείς ενδιαφέρονται τώρα οι μικρότεροι εκδότες. Κυνηγώντας τα βιβλία που μου άρεσαν κι όχι τις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, στράφηκα κι εγώ σε μικρούς εκδότες. Για να επιστρέψω στο θέμα της αμοιβής, κάποιες πρόσφατες μεταφράσεις μου από τα καταλανικά πληρώθηκαν καλά γιατί ήταν επιδοτούμενες, αλλά, αν πρέπει να σκεφτώ το σύνολο, από τα πενήντα περίπου βιβλία που έχω μεταφράσει, καλά πληρωμένα είναι μόνο τρία ενώ υπάρχουν και κάποιες μεταφράσεις μου οι οποίες ενώ έχουν παραδοθεί, δεν έχουν κυκλοφορήσει».
Για να πάμε, όμως, πριν από την κρίση, πώς προχώρησε και πώς εξελίχθηκε το επάγγελμα του μεταφραστή στη χώρα μας όλα τα προηγούμενα χρόνια; «Στις αρχές του 20ου αιώνα στη μετάφραση κυριαρχούν οι άνθρωποι της λογιοσύνης ενώ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας  του 1950 τον πρώτο λόγο έχουν οι αριστεροί διανοούμενοι, που καταφεύγουν στη λογοτεχνική μετάφραση για λόγους βιοποριστικούς», εξηγεί η Μαρία Παπαδήμα, η κατ’ εξοχήν μεταφράστρια του Φερνάντο Πεσσόα στα ελληνικά, που διδάσκει στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών: «Οι αριστεροί μεταφραστές άνοιξαν τον δρόμο προς την παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά η μεγάλη αλλαγή του τοπίου θα γίνει στις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Τότε θα εμφανιστούν στην αγορά μεταφραστές με ειδικές σπουδές και υψηλή κατάρτιση, που θα μεταφράσουν χωρίς στρογγυλέματα και ωραιοποιήσεις, με πλήρη συνείδηση των μεταφρασεολογικών προβλημάτων. Η κατάσταση, παρόλα αυτά, με τους εκδότες δεν άλλαξε και από,τι φαίνεται δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε στο μέλλον. Τα κριτήρια έμειναν τα ίδια χωρίς κανένας να παρουσιάσει καμία έφεση προς κάποια εξέλιξη ή εξειδίκευση. Όσο για την κρίση, ήταν η καλύτερη ευκαιρία για τους εκδότες προκειμένου να ρίξουν κι άλλο τις τιμές. Ποιος μπορεί να κατακρίνει στις ημέρες μας μια μέτρια μεταφραστική δουλειά αφού ο μεταφραστής θα πληρωθεί, ό,τι κι αν συμβεί, πολύ πιο κάτω από το μέτριο; Επίσης, στο εξωτερικό όλοι ξέρουν ποιος μεταφράζει τι. Εδώ όχι μόνο δεν υπάρχει η παραμικρή διάκριση, αλλά για να αναγνωριστεί κάποιος ως καλός μεταφραστής, θα πρέπει να βασιστεί και σε μια πρόσθετη ιδιότητα. Όσο για την πραγματική πληρωμή μιας μετάφρασης, δεν ξεπερνάει την αμοιβή μιας καθαρίστριας». 
Στις μεγάλες αλλαγές που επήλθαν στην ποιότητα των μεταφράσεων τις τελευταίες δεκαετίες αναφέρεται και η Κατερίνα Σχινά, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια ενός ευρύτατου φάσματος αγγλόφωνης λογοτεχνίας: «Η μετάφραση αρχικά γινόταν στο περιθώριο άλλων δραστηριοτήτων. Μετά ήρθαν οι άνθρωποι της Αριστεράς, που μας έφεραν σε επαφή με τη μεγάλη ξένη λογοτεχνία, αλλά δεν προσήλκυσαν το ενδιαφέρον ουδενός. Ο Άρης Αλεξάνδρου έλεγε πως ακόμα και οι κριτικοί της λογοτεχνίας δεν νοιάστηκαν ποτέ για τη μετάφραση. Κι ενώ σήμερα οι μεταφραστές έχουν προχωρήσει πολύ, φτιάχνοντας μια μετάφραση που είναι αντηχείο και ισοδύναμο του πρωτότυπου κειμένου, κι ενώ διατίθενται πολλές και καλές μεταφράσεις, κι ενώ έχουν παίξει τον ρόλο τους στη γενικότερη αναβάθμιση τα μεταφραστικά βραβεία, οι αμοιβές είναι πολύ πιο κάτω από,τι πριν από μια δεκαετία. Κι αυτό θα πλήξει μοιραία, αν δεν την έχει ήδη πλήξει, και τη μεταφραστική ποιότητα».                                        

To κείμενο του Β. Χατζηβασιλείου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα στις 28 Σεπτεμβρίου 2015.