Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Βιβλιοκριτική του Νίκου Ξένιου για το Τραγούδια του έρωτα και της βροχής του Σέρζι Πάμιες


Το τέλος του έρωτα με τη ματιά ενός κυνικού. Ή, η επαναδιαπραγμάτευση του έρωτα υπό το πρίσμα του θανάτου. Η παράλυση του συναισθήματος μια βροχερή μέρα, με αφορμή ένα επουσιώδες γεγονός. Ή, η εξισορρόπηση ανάμεσα στη σοβαρότητα του θανάτου και την ελαφρότητα της ζωής.
Πρωτότυπο ύφος γραφής, και μάθημα ζωής από τον καταλανό συγγραφέα Σέρζι Πάμιες, στη συλλογή αφηγημάτων του Τραγούδια του έρωτα και της βροχής, από τις εκδόσεις «Πάπυρος»/letras και σε πολύ καλή μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (που, μεταξύ άλλων ισπανόφωνων, έχει μεταφράσει στη χώρα μας Σάμπατο και Μονταλμπάν). Πρόκειται για είκοσι έξι μικρές μελαγχολικές ιστορίες, δομημένες με τον ιδιάζοντα τρόπο ενός δημοσιογράφου που παρατηρεί θυμοσοφικά τις ειρωνικές συγκυρίες της καθημερινότητας.

Η πρώτη φράση του τρωτού ενήλικα
Οι λογοτεχνικοί κριτικοί γράφουν πως ο Σέρζι Πάμιες «με αφηγηματική ακρίβεια αρνείται τα στερεότυπα της ρομαντικής προσέγγισης στον έρωτα και τη ζωή»[1], «αποκαθαίροντας την πρόζα του από την ωμότητα και την απροσχημάτιστη καυστικότητα»[2], και ρέποντας προς τον ερμητισμό. Εντοπίζουν τα θέματά του: τα «απόνερα» του έρωτα, τις μνήμες της οικογένειας που έχουν εγκατασταθεί στο ασυνείδητο, την απουσία των αγαπημένων προσώπων και τη συνειδητή αναφορά στην εμπειρία του συγγραφέα-που είναι οιονεί παρών και παρακολουθεί τη συγγραφή[3].  Συνθέτοντας «φράσεις ισότιμης βαρύτητας, από την αρχή έως το τέλος κάθε εξιστόρησης»[4], ο Πάμιες κατακτά τον ευρωπαϊκό Τύπο, ως υπόδειγμα στυλ και φροντισμένης γραφής[5], ως συγγραφέας με ιδιαίτερο, προσωπικό χιούμορ, στις αφηγήσεις του οποίου μεγάλη βαρύτητα φέρει η εναρκτήρια φράση.
Τα ιδιαίτερα σύντομα κείμενα της συλλογής επικεντρώνουν στο ζήτημα της προσωπικής αποτυχίας, ακολουθώντας ρυθμό βομβαρδιστικό, που παραπέμπει στις ταινίες του Γούντι Άλεν, ή -σε μια ευρύτερη προσέγγιση- στο αναρχικό αυτό λογοτεχνικό είδος όπου ο αφηγητής δεν απελπίζεται, αλλ’ αυτοσαρκάζεται, με ακρίβεια ορθολογικού πεσιμισμού που σοκάρει. «Σε ένα σύμπαν όπου ο Φου Μαντσού αποτελεί βέβαια, απειλή, αλλά όχι πραγματική απειλή»[6]. Ο ήρωας, με την αφορμή, πχ, της αποτέφρωσης της ετοιμοθάνατης μητέρας του, ακυρώνεται υπαρξιακά, διαλύεται συναισθηματικά, γίνεται τρωτός και αναγορεύεται «ήρωας» με την επική σημασία του όρου: η αμφιθυμία του έναντι του αριστερού προφίλ της πάλαι ποτέ ακτιβίστριας «capitana» που υπήρξε η μητέρα του, συντίθεται σ’ ένα θαυμαστό χαρμάνι συναισθημάτων, ανάμεσα στα οποία προέχει το πένθος και όπου παραμένει ημιτελής η επικοινωνιακή πράξη μιας αφήγησης: αυτής που πεισματικά αρνήθηκε η μητέρα του να κάνει. 

Λίγη ζωή ακόμα
Ο Πάμιες προτίθεται να άρει το στερεότυπο πως οι μυθιστοριογράφοι μιλούν μόνο για τον εαυτό τους, συνθέτοντας παράδοξες ιστορίες όπου η συνείδηση του Εαυτού μετεξελίσσεται σε τελετουργικό ανώνυμης υπόσκαψης όλων των δομικών στοιχείων της ταυτότητας των αφηγητών. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν πρόκειται για αυτοβιογραφική αναφορά, όταν, στο διήγημα «Νέα Υόρκη 1994» ο αναγνώστης επισκέπτεται το αλλόκοτο τοπίο υποχονδριακής φοβίας που υποσκάπτει την απόλαυση της στιγμής όταν ο αφηγητής συναντά το ίνδαλμά του, τον Πώλ Όστερ: το αποτέλεσμα είναι μια ανεπανάληπτη αποκάλυψη των προσωπικών αδιεξόδων και της ανασφάλειας ενός συγγραφέα που οριακά διαφεύγει της ναρκισσιστικής καθήλωσης. Το αποκαθαρμένο ύφος και ο περιεκτικός, άμεσος τόνος των αφηγήσεων αυτών προδίδουν τη βαθιά του παρατήρηση στα ανθρώπινα: «Ένα βράδυ, που δεν μπορεί πλέον να κινηθεί, νιώθει ότι η αγάπη σχηματίζει θρόμβους στο αίμα του και, κυριολεκτικά, τον πνίγει. Ξαπλωμένος στο ασθενοφόρο που με αδύναμη φωνούλα κατάφερε να καλέσει από τηλεφώνου, αναπολεί τις εποχές όπου ήταν ακόμα ικανός να αγαπάει με ένα τρόπο φυσικό, δίχως να έχει συνείδηση αυτού του πράγματος. Η αίσθηση πανικού έρχεται σε αντίθεση με την ηρεμία που τον περιβάλλει: η ακινησία του αέρα, το άγγιγμα της πιζάμας, η επαγγελματική αδιαφορία των νοσοκόμων και η εγγύτητα της άλλης ζωής. Άν είχε ακόμα δυνάμεις, ο άντρας θα ήθελε να διαπραγματευτεί μαζί της και να της χαρίσει όλη την αγάπη που έχει, με αντάλλαγμα λίγη ζωή ακόμα. Κι ας είναι δίχως αγάπη»[7]. 
Ανασκαλεύοντας κομμάτια από διαφορετικά, εκ πρώτης όψεως, παρελθόντα -που όμως στην ουσία συνθέτουν ένα άρτιο μνημονικό πορτραίτο-, επανεκτιμά το συναίσθημα του παρελθόντος και μεταφέρει μιαν ολοκληρωμένη πλοκή στο παρόν, μέσα από στερεότυπες εικόνες που επαναλαμβάνονται: τη μητέρα, την ομελέττα με τις αγκινάρες, το μήνυμα στον τηλεφωνητή, το φυτό που μεγαλώνει με ψέμματα, το έμβρυο που αρνείται να γεννηθεί πριν ο πατέρας του γυρίσει από τον πόλεμο, το rewind που ακυρώνει την εξέλιξη των πραγμάτων στον χρόνο, το ανοικτό φέρετρο και την ξεχασμένη κηδεία, τον ημιτελή έρωτα: «Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία στα ράφια βρήκα το λογαριασμό από το εστιατόριο όπου φάγαμε τη μέρα που με παράτησες»[8]. Αλλού η  φοβία γίνεται κινητήριος δύναμη της πλοκής: «Την ώρα που ο υπάλληλος αλλάζει τους κωδικούς και όλα τα στοιχεία της προηγούμενης κράτησης, δεν μπορεί να σταματήσει να ακούει μια εσωτερική φωνή που του θυμίζει τις ιστορίες ανθρώπων που την τελευταία στιγμή άλλαξαν πτήση και σώθηκαν από μια καταστροφή».[9] Στο διήγημα εκείνο όπου ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων ομοτέχνων του, καλείται να επιλέξει είκοσι από τα αγαπημένα του διηγήματα του εικοστού αιώνα και να τα συμπεριλάβει στη λίστα ενός περιοδικού, η διαδικασία της δημόσιας έκθεσής του και η ανασφάλειά του για την υστεροφημία μεταστοιχειώνεται σε (αυτοαναφορική) βάσανο: «Τον ανησυχεί περισσότερο η πιθανότητα κάποιος από τους συγγραφείς, ο οποίος αρχικά είχε αποφασίσει να συμπεριλάβει κάποιο από τα διηγήματά του στη συλλογή του περιοδικού, να το έχει ξαναδιαβάσει, να έχει αντιληφθεί ότι το κείμενο έχει γεράσει πρόωρα και, την τελευταία στιγμή, να το έχει αποκλείσει».

Ο συγγραφέας «από πάνω»
Σε κάποια διηγήματα της συλλογής ο Συγγραφέας έχει ενεργό συμμετοχή: δρα, σχολιάζει, υποπίπτει σε αμήχανα σφάλματα, προσπαθεί να διαφύγει της προσοχής του αναγνώστη. Είναι παρών και αποδύεται σε αγώνα εξολόθρευσης του μοναδικού μάρτυρα της ύπαρξής του, που είναι φυσικά ο αναγνώστης. Δίνει, έτσι, την πρωτοβουλία (ή την ψευδαίσθηση της πρωτοβουλίας) στον αναγνώστη του να επηρεάσει την εξέλιξη της ιστορίας, που έτσι κι αλλιώς τον αφορά: η επιλογή του να μείνει ζωντανός ο αναγνώστης αποβλέπει στο να συνεχίσει να υπάρχει και ο ίδιος. Αυτή η αφηγηματική μέθοδος δεν είναι πρωτοφανής στη λογοτεχνία, όμως ο Πάμιες, υπερβαίνοντας την απλή, δημοσιογραφική ιταμότητα, προχωρεί σε αξιοσημείωτα επίπεδα «εξαντικειμένισης» του συναισθήματος. Διακωμωδώντας τους μύθους που περιβάλλουν την ιερότητα της οικογένειας, τον αγώνα της Αριστεράς, τον αναρχισμό, τη θρησκεία, αλλά και τη φιλολογίζουσα προσέγγιση της λογοτεχνίας, ο καταλανός συγγραφέας σκιαγραφεί, μέσα από τα ερεθίσματα του εφήμερου κόσμου μας, «ένα μεγάλο μέρος του πόνου και της χαράς του εικοστού αιώνα»[10].
Ο Σέρζι Πάμιες γεννήθηκε στη Gennevilliers, ένα υποβαθμισμένο banlieu του Παρισιού το 1960, από οικογένεια διωκόμενων πολιτικών προσφύγων. Η οικογένειά του επέστρεψε στη Βαρκελώνη το 1971 και ο ίδιος εμφανίστηκε στα καταλανικά γράμματα με τη συλλογές διηγημάτων T’hauria de caure la cara de vergonya το 1986 και τη συλλογή Infecció το 1987 και τρία χρόνια μετά μπήκε στο «εκπορνευμένο επάγγελμα των media», όπως αυτοσαρκαζόμενος λέει ο ίδιος. Με το La primera pedra (1990) έδωσε έναρξη στο μυθιστορηματική του παραγωγή, ενώ ακολούθησαν τα L’instint (1992) και Sentimental (1995). Έδειξε σαφή προτίμηση στη μικρή φόρμα το 1997 με το βιβλίο La gran novel·la sobre Barcelona, το 2000 με το L’últim llibre del Sergi Pàmies, το 2006 με το Si menges una llimona sense fer ganyotes (Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου; Εκδόσεις Πάπυρος, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος - Ευρυβιάδης Σοφός], και με τα: Bicicleta estàtica (Το στατικό ποδήλατο, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) και Cancons d’amor i de pluja, το 2013. Αρθρογραφεί στη Vanguardia και έχει μεταφράσει στα Καταλανικά Aπολλιναίρ, Εσνόζ, Τουσαίν, Κριστόφ κ.ά.

Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας

[1] Πατρίθιο Προν, από τις Letras Libres
[2] Πονθ Πινδεβάλ, από το Quadern
[3] Μανουέλ Ολέ, από το L’Avenç
[4] Χόρντι Γιαβίνα,  από την El Mundo Tendències
[5] Χούλια Γκιγιαμόν,  από τις «Culturas» της Vanguardia
[6] «...dans un univers dans lequel Fu Manchu est une menace, certes, mais pas une menace pour de vrai» (Sergi Pamies, Chancons d’amour et de pluie).
[7]Τραγούδια του έρωτα και της βροχής, Δεύτερο Τραγούδι, σελ. 58-59
[8]Το ίδιο, Τρίτο Τραγούδι, σελ. 83
[9]Το ίδιο, Τέταρτο Τραγούδι, σελ. 124
[10]Jacinto Antón, από το «El País» 


Τραγούδια του έρωτα και της βροχής
Sergi Pàmies
Μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Πάπυρος 2015
Σελ. 192



Πρώτη δημοσίευση: www.bookpress.gr, 29/5/2015

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Στο μυαλό του Αντρές Νέουμαν, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Εν αρχή ην ο συγγραφέας, Αντρές Νέουμαν, και η προσωπική του γεωγραφία: γεννήθηκε στην πόλη του Χόρχε Λουίς Μπόρχες και μεγάλωσε στην πόλη του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ίσως ακούγεται ιερόσυλο να τοποθετείς τον Νέουμαν στην ίδια περίοδο με τον Μπόρχες και τον Λόρκα, αλλά δεν είναι. Ο Νέουμαν, πριν καν κλείσει τα 40 του χρόνια, είναι, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Χάρολντ Μπλουμ, ένας «ισχυρός συγγραφέας», ένας συγγραφέας που στο όχι πολύ μακρινό μέλλον (το οποίο δεν αποκλείεται να είναι ήδη παρόν) θα επηρεάσει το έργο των δύο «γιγάντων» από το Μπουένος Άιρες και τη Γρανάδα, γιατί ο χαρισματικός αυτός Αργεντινοϊσπανός θα αλλάξει, κατά τη γνώμη μας, τον τρόπο με τον οποίο οι αναγνώστες θα προσεγγίζουν τη λογοτεχνία. Στο ζήτημα αυτό, όμως, θα επανέλθουν οι θεωρητικοί και οι ιστορικοί της λογοτεχνίας στα αμέσως επόμενα χρόνια. Ή μήπως ήδη έχουν αρχίσει να το κάνουν; Ο ιδιοφυής Ρομπέρτο Μπολάνιο προέβλεψε ότι «η λογοτεχνία του 21ου αιώνα ανήκει στον Νέουμαν», ενώ ο οξυδερκής ισπανός ποιητής Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα πιστεύει ότι πρόκειται για «τον πιο πολλά υποσχόμενο συγγραφέα των τελευταίων ετών». Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακρόν με τα εγκωμιαστικά σχόλια για το έργο του Νέουμαν, από ειδήμονες όπως ο αργεντινός συγγραφέας Ραούλ Μπράσκα ή οι ισπανοί λογοτεχνικοί κριτικοί Άνχελ Μπασάντα και Μιγκέλ Γκαρθία-Ποσάδα, προτιμούμε όμως να κλείσουμε αυτή την ενότητα με ένα σχόλιο του πιο ριζοσπαστικού ισπανού δοκιμιογράφου των τελευταίων ετών, του Βιθέντε Λουίς Μόρα: «Θα γίνει σημείο αναφοράς», προβλέπει για τον Νέουμαν, «αφού, προικισμένος ταυτόχρονα με την αργεντινή και την ισπανική παράδοση, είναι καταδικασμένος να παράξει έργο μοναδικό, μια λογοτεχνική νήσο».
Ο Νέουμαν, λες και ήθελε να προλάβει την αλλαγή του αιώνα, άρχισε να διαμορφώνει το προσωπικό λογοτεχνικό του τοπίο το 1999, όντας μόλις 22 ετών, με το μυθιστόρημα Bariloche (εκδόσεις Anagrama). Από τότε γράφει ακατάπαυστα: μυθιστορήματα, δοκίμια, διηγήματα, ποίηση, αφορισμούς… Και κερδίζει βραβεία και διακρίσεις, στην Ισπανία και στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα αργήσαμε να τον διαβάσουμε. Το πρώτο έργο του που δημοσιεύτηκε ολόκληρο ήταν η συλλογή χαϊκού Μαύρες σταγόνες, στις σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού Δέντρο το 2008 (τεύχος 159-160) σε μετάφραση Νάντιας Γιαννούλια, Δώρας Δημητρίου, Θεώνης Κάμπρα και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ακολούθησαν σποραδικές μεταφράσεις διηγημάτων και μικροδιηγημάτων του (π.χ. στις ανθολογίες ισπανόφωνου μικροδιηγήματος Mini71cuentos και Βγάλε ένα φύλλο…, το 2012 και το 2014, αντίστοιχα). Χρειάστηκε ένας εκδοτικός οίκος με όραμα και γνώση για την ισπανόφωνη λογοτεχνία, οι εκδόσεις Opera, ώστε να εκδοθεί, το 2014, το πρώτο μυθιστόρημά του στα ελληνικά (Κατά μόνας, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη), ενώ ετοιμάζεται από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το πολυβραβευμένο Εl viajero del siglo.
Το ενδιαφέρον των εκδόσεων Opera για τον Αντρές Νέουμαν αποτέλεσε μια ευτυχή συγκυρία που μας επέτρεψε να εντάξουμε, στο προαναφερθέν εκδοτικό πλαίσιο, τη συλλογική μετάφραση του έργου στα ελληνικά. Διότι, οι Βαρβαρισμοί, ένα ετερόδοξο λεξικό, σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ένα αιρετικό αντιλεξικό, σύμφωνα με τη μεταφραστική ομάδα, είναι μεν ένα έργο ευφυές, δεν διεκδικεί όμως «δάφνες» εμπορικότητας.
Η συμφωνία για την έκδοση και η ανακοίνωση του εργαστηρίου για τη συλλογική μετάφραση των Βαρβαρισμών έγιναν το Δεκέμβριο του 2014. Τη μεταφραστική ομάδα, πέραν του υπογράφοντος που είχε (και) το ρόλο του συντονιστή, την αποτέλεσαν η Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη (μεταφράστρια με περισσότερους από 20 τίτλους στο ενεργητικό της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται έργα των Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν κ.ά), η Θεώνη Κάμπρα (μεταφράστρια της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν, του Αντρές Νέουμαν και του Χούλιο Γιαμαθάρες, μεταξύ άλλων), η Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου (μεταφράστρια των Κάρλος Βιτάλε, Ανχέλικα Λίντελ, Κιμ Μονζό κ.ά.), ο Αρμόδιος Διαμαντής (μέλος της μεταφραστικής ομάδας της ανθολογίας Mini71cuentos), οι Ασπασία Καμπύλη και Μαρία Μελαδάκη (μέλη της μεταφραστικής ομάδας της ανθολογίας Βγάλε ένα φύλλο…) και οι Αναστασία Γιαλαντζή και Αναστασία Θεοδωρακοπούλου (απόφοιτες του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου). Καθοριστική ήταν η συμβολή στο έργο της ομάδας των ισπανών συνεργατών Adela Pintor Montoya (φοιτήτριας της πολύτιμης «δεξαμενής» του ΕΑΠ) και Pere Romero Puig (συνιδιοκτήτη του Abanico) καθώς συνέδραμαν στο ξεκαθάρισμα οποιασδήποτε νοηματικής δυσκολίας του πρωτοτύπου. Τέλος, αξίζει να τονίσουμε ότι σε όλη τη διάρκεια της προσπάθειας να «μπούμε» στο μυαλό του Αντρές Νέουμαν, είχαμε την αμέριστη συμπαράσταση του ίδιου του Αντρές Νέουμαν που, ως γνήσιος Αργεντινός, χαρακτήρισε τη μεταφραστική ομάδα «bárbara», δηλαδή «καταπληκτική».  
Η ομάδα, όπως προείπαμε, «συστάθηκε» το Δεκέμβριο του 2014. Τα εννέα μέλη της «μοιράστηκαν» τα γράμματα των Βαρβαρισμών και ξεκίνησαν τη μετάφραση των λημμάτων (περί τα 100 έκαστος). Με την ολοκλήρωση του έργου του, κάθε μεταφραστής κοινοποιούσε ηλεκτρονικά τα μεταφρασμένα λήμματα στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Η συλλογική εργασία ξεκίνησε τη Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015 στο χώρο του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας Abanico (συνολικά έγιναν, μέχρι τον Ιούνιο του 2015, 19 δίωρες συναντήσεις). Στη διάρκεια των 14 πρώτων συναντήσεων εξετάστηκαν, σύμφωνα με την ισπανική αλφαβητική σειρά, οι μεταφράσεις των λημμάτων, προκειμένου να καταλήξουμε σε μια πρώτη ομαδική μετάφραση του αντιλεξικού, ενώ στις υπόλοιπες 5 συναντήσεις έγινε η συλλογική επιμέλεια της μετάφρασης και παγιώθηκε η εκδοχή που έχει στα χέρια του σήμερα ο αναγνώστης.   
Οι δυσκολίες της μετάφρασης των Βαρβαρισμών στα ελληνικά ήταν πολλές και ιδιαίτερες, καθώς δεν είχαμε να κάνουμε μόνο με τις συνήθεις αντιξοότητες κάθε λογοτεχνικής μετάφρασης που αφορούν, για παράδειγμα, το ύφος του κειμένου ή τη μεταφορά πολιτισμικών ενδεικτών από τον πολιτισμό-πηγή στον πολιτισμό-στόχο, αλλά γιατί επιπλέον έπρεπε να κατανοήσουμε και να μεταφράσουμε το ευφυές χιούμορ και την ειρωνεία του Νέουμαν, όπως αυτά κτίζονται μέσα από ευρηματικά παιχνίδια με την ισπανική γλώσσα και, ουσιαστικά, δίχως συγκείμενο. Ας δούμε μερικά παραδείγματα των προαναφερθεισών δυσκολιών: κατ’ αρχήν, αναγκαστήκαμε να «διασπάσουμε» σε δύο λήμματα λέξεις που στα ισπανικά έχουν δύο σημασίες, όπως για παράδειγμα η λέξη portero που σημαίνει θυρωρός και τερματοφύλακας, και χρησιμοποιούνται στους Βαρβαρισμούς και με τις δύο. Στην εν λόγω περίπτωση, χρησιμοποιήσαμε αντίστοιχα τους όρους πορτιέρης και πορτιέρο γιατί παρουσίαζαν το πλεονέκτημα να βρίσκονται ο ένας κατόπιν του άλλου στην κατάταξη των λημμάτων σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο. Ακόμα πιο δύσκολη ήταν η αποστολή μας όταν βρεθήκαμε ενώπιον λέξεων που δεν υπάρχουν στα ελληνικά· ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρουμε τις λέξεις «queísmo. Posibilidad que durante el discurso dé la sensación que falta algo», που αναφέρεται στη λανθασμένη, εκ μέρους ορισμένων φυσικών ομιλητών της ισπανικής γλώσσας, χρήση του συνδέσμου «que» (που, ότι) στη θέση του συντακτικά ορθού «de que», και «yeísmo. Pronunciación comme il faut, ¿viste?» που χρησιμοποιείται για να αποτυπώσει την (παρόμοια και ιδιότυπη) προφορά, από ορισμένους ισπανόφωνους, κυρίως Αργεντινούς και Ουρουγουανούς, των φωνημάτων /ʝ̞/ (y) και /ʎ/ (ll). Για τη μεν πρώτη περίπτωση επιλέξαμε τη λύση: «πλεονασμός. Δυνατότητα η οποία κατά τη διάρκεια του λόγου δίνει την αίσθηση ότι  κάτι περισσεύει», ενώ στη δεύτερη «ντοπιολαλιά. Προφορά comme il faut. Αμ πώς!». Ίσως, όμως, η πιο ευφάνταστη λύση που δώσαμε να είναι εκείνη που αφορά το λήμμα «lelo. Pronombres átonos. 2. Hombre átono», ένα παιχνίδι αφενός με τον αδόκιμο συνδυασμό δύο άτονων προσωπικών αντωνυμιών (le και lo) και αφετέρου με το επίθετο lelo που σημαίνει «βλάκας» και στους Βαρβαρισμούς περιγράφεται ως «άτονος άνθρωπος». Η λύση που προτείνει η μεταφραστική ομάδα είναι, επιτρέψτε μας τη στιγμιαία έπαρση, ευφυέστατη: «μουσουτου. Άτονες αντωνυμίες. 2. Άτονες δικαιολογίες».    

Η μετάφραση του ετερόδοξου λεξικού Βαρβαρισμοί του Αντρές Νέουμαν υπήρξε μια επιμορφωτική μεταφραστική περιπέτεια που μας έφερε σε επαφή με ένα προνομιούχο μυαλό και ανέδειξε, κατά τη γνώμη μας, τα πλεονεκτήματα της ομαδικής μετάφρασης, η οποία επιτρέπει τη βέλτιστη χρήση του πλούτου και της πολυπρισματικότητας των ερμηνειών που πηγάζουν από τις πολλαπλές αναγνώσεις του λογοτεχνικού κειμένου εκ μέρους των μελών της μεταφραστικής ομάδας, ενώ ταυτόχρονα υπηρετεί και αναδεικνύει την εγγενή πολυφωνία του.


Το παρόν κείμενο αποτελεί πρόλογο της ελληνικής εκδοχής του βιβλίου Βαρβαρισμοί [Βarbarismos] του Andrés Neuman που θα εκδοθεί από τις Εκδόσεις Opera τον Νοέμβριο του 2015  

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

"Escritores griegos en español" στο ιστολόγιο Πλανόδιον - Μπονζάι

Escritores Griegos En Español


Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος

Escritores Griegos en Español

Τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα
τα­ξι­δεύ­ει στὸν ἰ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο


04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι εἶ­ναι ἕ­να μέ­σο πραγ­μα­τι­κὰ πρω­το­πό­ρο σὲ πολ­λοὺς το­μεῖς: ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη προ­σπά­θεια ἀ­φε­νὸς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης κα­τα­γρα­φῆς τῆς ὑ­περ­σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης στὴν Ἑλ­λά­δα καί, ἀ­φε­τέ­ρου, ἀ­να­λυ­τι­κῆς πα­ρου­σί­α­σης ση­μαν­τι­κῶν ξέ­νων δη­μι­ουρ­γῶν στὴ χώ­ρα μας, κα­θὼς καὶ ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων στὸ ἀγ­γλό­φω­νο κοι­νό. Ἀ­πὸ σή­με­ρα ἔ­χει ἕ­ναν ἀ­κό­μα λό­γο νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται: ἐγ­και­νιά­ζει τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς δη­μο­σί­ευ­σης ἑλ­λη­νι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των με­τα­φρα­σμέ­νων στὰ ἰ­σπα­νι­κά. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με οὔ­τε στὴ σπου­δαι­ό­τη­τα αὐ­τῆς τῆς γλώσ­σας γιὰ τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α οὔ­τε στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λα­ῶν ποὺ τὴν ὁ­μι­λοῦν. Αὐ­τὰ εἶ­ναι πράγ­μα­τα γνω­στά. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸ εἶ­ναι τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ οἱ δη­μι­ουρ­γοί του στὸν ἰ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο. Τὸ ἐν λό­γῳ κε­νὸ ἔρ­χον­ται νὰ τὸ κα­λύ­ψουν, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο, τὸ Τμῆ­μα Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γας καὶ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἡ συ­νερ­γα­σί­α τῶν δύ­ο Τμη­μά­των, σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο, προ­βλέ­πει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὴ με­τά­φρα­ση ἑλ­λη­νι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των (ποὺ τὸ πρω­τό­τυ­πό τους ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο) στὰ ἰ­σπα­νι­κά. Ἡ ἀρ­χὴ ἔ­γι­νε μὲ πέν­τε μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῶν Ἀν­τώ­νη Σου­ρού­νηΣω­τή­ρη Δη­μη­τρί­ουΓιά­ννη Πα­λα­βοῦὌλ­γας Πα­πα­κώ­στα καὶ Στέλ­λας Ἀ­λε­ξο­πού­λου. Θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἐλ­πί­ζου­με, πολ­λὰ ἀ­κό­μα στὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον. Σὲ κά­θε δη­μο­σί­ευ­ση θὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­να­λυ­τι­κὰ ὅ­λοι οἱ συν­τε­λε­στὲς τῆς με­τά­φρα­σης, κα­θὼς καὶ τῆς ἐ­πι­μέ­λειας τῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ αὐ­τὸ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα, ὅ­μως, νι­ώ­θω τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἐκ­φρά­σω τὴν εὐ­γνω­μο­σύ­νη μου στοὺς συ­να­δέλ­φους κα­θη­γη­τὲς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γας καὶ με­τα­φρα­στές, Βι­θέν­τε Φερ­νάν­τεθ Γκον­θά­λεθ, Ἰ­ω­άν­να Νι­κο­λα­ΐ­δου καὶ Μα­ρί­α Λό­πεθ Βι­γιά­λμπα, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­δῶ καὶ χρό­νια στη­ρί­ζουν μὲ τὸ ἔρ­γο τους τὴν πα­ρου­σί­α τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των στὴν Ἰ­σπα­νί­α καὶ ἀγ­κά­λια­σαν, μὲ τὸ γνω­στὸ ζῆ­λο καὶ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά τους, καὶ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

La situación y el papel de las mujeres en América Latina durante el siglo XIX, por Alexandra Golfinopoulou

Antes de intentar describir la situación y el papel de las mujeres en América Latina durante el siglo XIX, cabe aclarar que las sociedades latinoamericanas de aquella época presentaban una estructura piramidal, estando jerárquicamente organizadas en estamentos; es decir que había diferencias en el nivel de vida entre blancas, criollas, mestizas, mulatas, negras e indígenas. Sin embargo, y aparte de las diferencias de casta, la situación de las mujeres reflejaba el pensamiento occidental y cristiano impuesto en Hispanoamérica, según el cual el papel social de la mujer quedaba limitado al ámbito familiar –su responsabilidad era la atención del hogar, la crianza de los hijos y la fidelidad matrimonial– circunstancia que no cambió mucho hasta finales del siglo XIX[1]. No hay que olvidar que la sociedad de aquella época era machista, es decir, los hombres ponían las reglas y las mujeres no podían sino aceptarlas – no había manera de escape. Asimismo, puesto que la historia de aquella época ha sido escrita por hombres, no hubo referencia a ninguna mujer que destacara en la lucha por la Independencia[2]; las narrativas fundadoras nacionalistas de los países hispanoamericanos tuvieron como protagonistas centrales a los hombres, soldados y ciudadanos, “mientras que a las mujeres se les reservó el papel de madres patriotas”[3].
          Sin embargo, el autor mexicano José Joaquín Fernández de Lizardi (1776-1827), escribiendo en medio de la lucha por la Independencia, hace referencia a la participación de cinco mujeres –María Josefa Huerta Escalante, Leona Vicario, Mariana Rodríguez de Lazarín, María Fermina Rivera y Manuela Herrera– en dicha lucha, en su obra Calendario para el año de 1825 dedicado a las señoritas, especialmente a las patriotas por el Pensador Mexicano. Lizardi señala que en el sexo femenino “se halla / lo sabio, lo discreto / lo valiente, lo heroico, / lo sagaz y halagüeño”[4].
          A pesar de que el siglo XIX en América Latina se ha caracterizado con frecuencia como una época de avances y emancipación para las mujeres, la verdad es que en los Códigos Civiles de la época las mujeres perdieron muchos de los privilegios que la legislación colonial les brindaba. La libertad y la igualdad proclamadas en las Constituciones nacionales solo beneficiaban a las élites blancas y masculinas[5]. La estratificación social y la posición socioeconómica de las mujeres determinaban su papel: trabajadoras, esclavas, prostitutas, vendedoras callejeras, sirvientas, costureras, obreras tabacaleras o curanderas, entre otros. Por otra parte, el matrimonio, a pesar de la protección económica que ofrecía a las mujeres, al mismo tiempo reducía su derecho a la autodeterminación, ya que las mujeres casadas no podían deambular por las calles sin la compañía de su marido[6].
Ahora bien, es indudable que uno de los temas críticos relacionados con la situación de la mujer fue su acceso limitado a la educación; las mujeres tenían derecho a una instrucción primaria muy elemental – solo aprendían a coser, leer y contar. No obstante, hay que subrayar que el siglo XIX abre perspectivas nuevas para las mujeres, sobre todo en el terreno de la educación; se considera necesario educar a las mujeres, para que ellas puedan desempeñar su papel de madre responsable, esposa ahorrativa y compañera útil para el hombre, en beneficio de la familia y la sociedad[7]. Por lo tanto, el currículo de las escuelas primarias incluía el estudio de las llamadas asignaturas “propias de la mujer”, que consistían en el aprendizaje de bordados, costuras, tejido de sombreros, planchado de ropa y en algunos colegios de la élite se ofrecían además clases de adorno, como piano, pintura y dibujo[8]. Así y todo, el acceso de las mujeres a los estudios universitarios –al igual que el derecho a voto– les estuvo vedado hasta bien entrado el siglo XX. Aun así, hubo mujeres que exigieron una educación intelectual que fuera más allá de las cuestiones del hogar. Cabe mencionar que en 1832 se inauguró en Bogotá el Colegio de la Merced, “considerado el primer centro oficial de cultura superior para la mujer en América”[9].
Hay que hacer notar que el retraso cultural en el que se hallaba la mujer latinoamericana decimonónica se refleja en las obras de unas escritoras significantes de la época, como fue el caso de la cubana Gertrudis Gómez de Avellaneda (1814-1873), quien afirmaba que la mujer de su época seguía injustamente “proscrita del templo de los conocimientos profundos”, mientras que en América había “multitud de nombres de distinguidas hembras” que sostenían el movimiento intelectual[10]. Gómez de Avellaneda fue educada por tutores, “se rebeló contra los prejuicios y las convenciones sociales de su época”, fue la primera en publicar una novela antiesclavista (Sab, 1841) y la primera en crear una novela “indianista” de mérito literario (Guatimozín, último emperador de México, 1846)[11]; además, fue poetisa y dramaturga. Una educación igualitaria para el hombre y la mujer la exigía también la española Concepción Arenal (1820-1893), fundadora del feminismo, al igual que la peruana Clorinda Matto de Turner (1852-1909), quien luchó por mejorar la situación de la mujer, sosteniendo que la mujer debía instruirse para ser mejor esposa y madre y para serle útil a la sociedad. Matto de Turner “usó la pluma, dentro de las limitaciones impuestas por la época, para proponer un cambio en el destino de dos de sus sectores [de la realidad nacional] más marginados: el indígena y la mujer”[12]. En la “hoja suelta” Para ellas, contenida en su primer libro[13], la autora incita a las mujeres a educarse: “Mujeres, ilustraos, aspirad a la gloria”.
Asimismo, hay que hacer referencia (a pesar de que la obra de las mujeres mencionadas a continuación se extiende en el siglo XX) a la poetisa uruguaya Delmira Agustini (1886-1914), una niña precoz, alumna de Horacio Quiroga, que expresa en sus versos la sensualidad y el erotismo femenino, la argentina Alfonsina Storni (1892-1938) –en cuya poesía alternan el erotismo y la animosidad hacia el otro sexo–, la chilena Gabriela Mistral (1889-1957), premio Nobel de Literatura en 1945 y gran representante de su país en el extranjero, al igual que a Ibarbourou y María Eugenia Vaz Ferreira[14]. Aparte del papel de dichas mujeres, las revistas femeninas (La Argentina, 1830, El semanario de las señoritas mexicanas, 1836) que se pusieron en circulación en el período objeto de estudio desempeñaron un papel importante en la toma de conciencia de las mujeres[15]. Para resumir, hay que hacer notar que la evolución de la situación de las mujeres en América Latina durante el siglo XIX es innegable, pero siempre hay que tener como punto de referencia las condiciones y la mentalidad de la época. De todas formas, los logros y las reformas sociales siempre se consiguen a través de luchas y necesitan tiempo y, aún más, cuando se trata de cambiar la mentalidad paternalista, una tendencia tan bien arraigada en la sociedad durante siglos.

BIBLIOGRAFÍA

Cano, Gabriela y Barrancos, Dora, “Introducción” en Morant, Isabel (dir.), Historia de las mujeres en España y América Latina, Vol. III, Del siglo XIX a los umbrales del XX, parte VII, Cátedra, Madrid, 2006.

Crida, Carlos, “La cultura hispanoamericana en el siglo XIX”, en Carlos Crida, Roberto Rodríguez, Arturo Vargas, Πολιτισμός της Λατινικής Αμερικής. Εγχειρίδιο Μελέτης, Patras, EAP, 2002, pp. 115-146.

Chang-Rodríguez, Raquel y Filer, Malva E., Voces de Hispanoamérica. Antología Literaria, Boston, Cengage Learning, Heinle, 2013.

Foz y Foz, Pilar, “Educación de la mujer”, en Barba, Enrique Mariano y otros, Iberoamérica, una comunidad, tomo 2, Ediciones de Cultura Hispánica, Madrid, 1989, pp. 659-664.

Galeana, Patricia, “La lucha de las mujeres latinoamericanas, democracia y derechos humanos”, en Latinoamérica 38, México 2004/1, pp. 207-216, http://www.cialc.unam.mx/web_latino_final/ archivo_pdf/Lat38-207.pdf.

Galván Gaytán, Columba Camelia, “José Joaquín Fernández de Lizardi y la educación de las mujeres: notas sobre las heroínas mexicanas”, en Asociación Internacional de Hispanistas, Actas XII, 1995, pp. 204-208, en http://cvc.cervantes.es/literatura/ aih/pdf/12/aih_ 12_6_030 .pdf.

González, Nelly Estela, “El siglo XIX. Una aproximación a la imagen de la mujer hispanoamericana. El caso de la mujer correntina”, en http://www.fazendogenero.ufsc.br/7/artigos/N/Nelly_Estela_Gonzalez_46.pdf.





[1] González, N. E., “El siglo XIX. Una aproximación a la imagen de la mujer hispanoamericana. El caso de la mujer correntina”, en http://www.fazendogenero .ufsc.br/7/artigos/N/Nelly_Estela_Gonzalez_46.pdf.
[2] Crida, C., “La cultura hispanoamericana en el siglo XIX”, en C. Crida, R. Rodríguez, A. Vargas, Πολιτισμός της Λατινικής Αμερικής. Εγχειρίδιο Μελέτης, Patras, EAP, 2002, p. 140.
[3] Cano, G. y Barrancos, D., “Introducción” en Morant, Isabel (dir.), Historia de las mujeres en España y América Latina, Vol. III, Del siglo XIX a los umbrales del XX, parte VII, Cátedra, Madrid, 2006, p. 548.
[4] Galván G., Columba C., “José Joaquín Fernández de Lizardi y la educación de las mujeres: notas sobre las heroínas mexicanas”, en Asociación Internacional de Hispanistas, Actas XII, 1995, pp. 204-208, en http://cvc.cervantes.es/literatura/ aih/pdf/12/aih_12_6_030.pdf.
[5] Cano, G. y Barrancos, D., op. cit., pp. 548-549.
[6] Ibídem, pp. 550-552.
[7] Galván Gaytán, C. C., op. cit.
[9] Foz y Foz, Pilar, “Educación de la mujer”, en Barba, E. M. y otros, Iberoamérica, una comunidad, tomo 2, Ediciones de Cultura Hispánica, Madrid, 1989, p. 664.
[10] Ibídem, p. 659.
[11] Chang-Rodríguez R., Filer M., Voces de Hispanoamérica. Antología Literaria, Boston, Cengage Learning Heinle, 2013, p. 161.
[12] Ibídem, pp. 194-196.
[13] Tradiciones cuzqueñas, leyendas, biografías y hojas sueltas (Arequipa, 1884), en Chang-Rodríguez R., Filer M., Voces de Hispanoamérica. Antología Literaria, Heinle, 2013, pp. 194-97.
[14] Crida, C., op. cit., p. 140, Fox, A., op. cit., pp. 164-165.
[15] Galeana, P., “La lucha de las mujeres latinoamericanas, democracia y derechos humanos”, en Latinoamérica 38, México 2004/1, pp. 207-216, http://www. cialc.unam.mx/web_latino_final/archivo_pdf/Lat38-207.pdf.


Alexandra Golfinopoulou es traductora. Ha traducido del español o del catalán al griego obras de Carlos Vitale, Andrés Neuman, Enric Nolla, Angélica Liddell y Quim Monzó, entre otros.