Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

La historia de las Teorías Literarias en menos de 750 palabras, por Konstantinos Paleologos

-          Qué es la Teoría Literaria: Especulaciones sobre un discurso especial que recibió en primera instancia el nombre de Poesía.
-          El Concepto de Literatura no es sólo cuestión de época sino también de grupos sociales: la cultura no es monolítica sino dialógica.
-          Platón fue el primero que se ocupo desde la perspectiva filosófica de la Poesía (Ion, Fedro, Gorgias). El joven Fedro, por ejemplo, admira a los compositores de discursos, al contrario que los más viejos y respetados que temen la opinión de la posteridad. Para Platón los discursos bellos/sacros son los que están bien compuestos pero sobre todo los que transmiten la verdad. En la antigüedad el rasgo principal que la sociedad atribuye a los textos poéticos (ahora literarios) es el de ser fruto de la inspiración divina.
-          Aristóteles supera el concepto mítico de Poesía. Da énfasis en los criterios estructurales y lingüísticos, pero sobre todo cree que Poesía es Mimesis (imitación de las acciones posibles de los hombres, ficción). Aristóteles se redescubre a partir de 1150.
-          En la Teoría Literaria Romana (Cicerón, Horacio, etc.) se da más énfasis en la elocución que en la mimesis (se confunde la retórica con la poética).
-          En la Edad Media predomina más el pensamiento Platónico (espiritualista) que el aristotélico (racionalista). Falta de discurso teórico literario porque: 1) los cristianos piensan que es un discurso de inspsiración demoníaca, 2) a causa del carácter oral de las obras. Conflicto entre lo didáctico y lo bonito. Sólo el discurso compuesto de acuerdo con las reglas (autoridad) merece el calificativo de poético.
-          Ciclo clacisista (siglos XVI, XVII, XVIII), La poesía se transforma en literatura y la poética en crítica literaria. Oposición entre arte (técnica, posición clasicista) e ingenio (innovación, posición humanista). Los clasicistas intentan sujetar al monstruo barroco.
-          Lope de Vega desafía la autoridad aristotélica (“cuando he de escribir, encierro los preceptos con seis llaves”).
-          Edad Moderna: recurso a la originalidad, estética de la oposición. Diderot (siglo XVIII) ¿quién ha inspirado tanta sabiduría a esa especie de loco? Genio poético, intuición de la verdad.
-          1800, fecha que a raíz de un libro de mme. De Staël, se consolida el uso de la palabra literatura como arte de escribir y conjunto de las obras de una época.
-          Siglo XIX: el poeta se hace con el trono no sólo del Logos sino también de la sabiduría. Corrientes del siglo XIX: Crítica biográfica (Sainte-Beuve). Métodos Historicopositivos (búsqueda de “leyes” históricas). Crítica Impresionista (ajena a toda objetividad). Crítica Modernista (la literatura es “trabajo” no fruto del genio-Edgar Allan Poe)
-          Siglo XX: El Formalismo Ruso (1915-1930, Potebnja, Veselovskij, Sklovskij, Jakobson): Literatura es extrañamiento. El objeto de la ciencia literaria debe ser el estudio de las particularidades específicas de los objetos literarios que los distinguen de toda otra materia. Intertextualidad, influencia de obras sobre obras. La Estilística (B. Croce, K. Vossler, d. Alonso): corriente procupada por el estilo de la escritura artística. Lengua literaria como “desvío”. Rigor lingüístico más intuición. New Criticism (Estados Unidos, 1930-1950): atención prestada al texto mismo, en detrimentro de factores extratextuales (T.S. Eliot, T.E. Hulme, T.R. Leavis), “lectura atenta” (close reading). El lenguaje poético se refiere a una realidad. El Estructuralismo Literario: (continuación del formalismo ruso, década de los 40, 50 y 60, Mukarovsky, Bajtin, Jakobson) debajo de un conjunto de hechos similares existe un sistema más o menos estable de unidades y reglas de combinación, en el caso de los hechos literarios ese sistema sería la lengua literaria. El Estructuralismo Francés (Barthes, Kristeva, Todorov, Greimas). Influencia del antropólogo Lévi-Strauss: los relatos, presentes en todos los lugares, tiempos, sociedades, son una realidad antropológica que tiene una estructura que puede analizarse. La Semiótica Literaria (años 70, Lotman, Greimas): el lenguaje artístico es un sistema de comunicación. El concepto de literariedad es una connotación sociocultural variable en el tiempo y en el espacio. La Neorretórica (Perelman, Olbrechts-Tyteca): hay que estudiar las técnicas que hacen de cualquier texto, incluidos los literarios, un texto persuasivo.
-          Teorías históricas-sociológicas: Sociología de la literatura, Teorías Marxistas (el arte está vinculado a las formas de desarrollo social).
-          Teorías psicoanalíticas: interpretación del inconsciente del autor.
-          Literatura y lector: Teorías Fenomenológicas (Ingarden, Husserl): el objetivo es saber cómo se presenta en una lectura la obra literaria. Teorías Hermenéuticas (Gadamer, Jauss): cuando se comprende se comprende de un modo diferente. Teorías deconstructivistas (Derrida, Culler, de Man): vivir en la conciencia del vacío: la desconstrucción no aclara los textos, investiga sus oposiciones.  

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Amores imposibles ή Περί της δυσκολίας εύρεσης προσήκοντος συντρόφου

Ο άγγελος
του Χουάν Εδουάρδο Θούνιγα

Η γυναίκα διέσχιζε τη μεγάλη πλατεία στο κέντρο της οποίας υψωνόταν ο στύλος που είχε στην κορυφή του ένα πελώριο άγαλμα, έναν άγγελο με απλωμένα τα φτερά που έμοιαζε έτοιμος να πετάξει.
          Η μοναχική γυναίκα κάθε πρωί έστρεφε επάνω του το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα της, με το φόβο μήπως εξαφανιζόταν στους αέρηδες του φθινοπώρου ή στην ομίχλη της παγωνιάς και δεν τον έβλεπε πια· και παρόλο που ήξερε ότι για τον άγγελο εκείνη ήταν μονάχα μια μαύρη κουκίδα στην απεραντοσύνη της έρημης πλατείας, τον παρακαλούσε να τη συντροφεύει στη μακρά καθημερινή της διαδρομή.
          Και ήταν τέτοια η παραφορά της που ο άγγελος την άκουσε, ένοιωσε το επίμονο κάλεσμά της και μια μέρα κατέβηκε από το στύλο και κατευθύνθηκε προς εκείνη με διστακτικά βήματα. Στη θέα της γιγάντιας μορφής με τα ανοιγμένα φτερά, η γυναίκα αισθάνθηκε να γεννιέται μέσα της η ελπίδα για ανταπόκριση, αλλά με το που πλησίασε ο άγγελος, είδε ότι τα μάτια του ήταν κενά.
          Παρ’ όλα αυτά, εκείνη τον ρώτησε: «Θα έρθεις μαζί μου;» αλλά ο άγγελος αμφιταλαντεύτηκε, δεν απάντησε και μετά από λίγο επέστρεψε στη θέση του, ψηλά στο στύλο.
          Διαλύθηκε η φευγαλέα προσμονή του έρωτα: εκείνη ένοιωσε ότι η ζωή της τελείωνε και θέλησε να βυθιστεί στη γη μόλις κατάλαβε ότι δεν την είχε καν κοιτάξει, ότι ο άγγελος δεν είδε ποτέ την έκφραση του έρωτά της. Αλλά σκέφτηκε το εργασιακό της καθήκον και το δρόμο που είχε να διανύσει, όπως κάθε μέρα, και το πήρε απόφαση να προχωρήσει. Ποτέ πια δεν θα αναζητούσε τον έρωτα, ούτε ο άγγελος θα κατέβαινε στο έδαφος.
          Οι μοναχικοί άνθρωποι διασχίζουν την απέραντη πλατεία αλλά κανείς προς εκείνον δεν υψώνει το βλέμμα του· γνωρίζουν ότι ο άγγελος που στέκει εκεί είναι τυφλός, ένας άγγελος μοναχικός όπως εκείνοι.    

Η φουσκωτή κούκλα 
του Χαβιέρ Τομέο

Όταν τον εγκατέλειψε η φουσκωτή κούκλα του, ο φίλος μου σκέφτηκε πως η μοναξιά του δεν είχε πλέον γιατρειά και ένοιωσε ο πιο δυστυχής άνθρωπος του κόσμου.
          «Ήταν ωραία όσο κράτησε» μου εξομολογείται σήμερα το πρωί με τα μάτια δακρυσμένα. «Ούτε μια κατηγόρια, ούτε μια φορά δεν ανέβηκαν οι τόνοι. Η σχέση μας ήταν, κυρίως, ένας γλυκός μονόλογος».
          «Πες μου» τον ρωτάω «ποιος ήταν ο μοναδικός που μιλούσε σ’ αυτόν το μονόλογο;»
          «Εκείνη» το ομολογώ.
          «Τότε δεν μου κάνει εντύπωση που τελικά έφυγε με άλλον» του λέω. «Όλοι βαριούνται στο τέλος τη σιωπή».
          Συνεχίζουμε τον περίπατό μας στο πάρκο της Θ. και μετά από λίγο καθόμαστε σ’ ένα λεμονοπράσινο παγκάκι, φρεσκοβαμμένο. Εδώ και καιρό δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεις παγκάκι σ’ αυτή την κατάσταση.
          «Αυτό που με πειράζει περισσότερο» συνεχίζει την εξομολόγησή του «είναι ότι όταν θα πάω στον άλλο κόσμο δεν θα αφήσω σ’ αυτόν εδώ μια σύζυγο να με κλάψει. Δεν θα υπάρξει κανένας που να μπει στον κόπο να με αποτεφρώσει και να φυλάξει τις στάχτες μου σ’ ένα βάζο από πορσελάνη Βοημίας».
          Και αφού μου λέει αυτές τις βλακείες, δεν προσθέτει τίποτε άλλο. Τον ξέρω αρκετά καλά, μπορεί και να μην ξανανοίξει το στόμα του όλη μέρα. Απ’ αυτή τη στιγμή, θα πρέπει να μαντεύω τις σκέψεις του από τον τρόπο που ξεφυσάει από τη μύτη.

Το ραντεβού
 του Πέδρο Ερέρο Αμορός

Αν ήξερε τι θα συνέβαινε μετά, θα είχε πάει κομμωτήριο και θα είχε αγοράσει ένα τολμηρό φόρεμα για να το βάλει για πρώτη φορά χθες, πριν πέσει στο κενό από τον εκατοστό τρίτο όροφο του τεράστιου ουρανοξύστη, καθώς προσπαθούσε να πιάσει ένα χαρτί που ο αέρας σήκωσε από το γραφείο της και το έσπρωξε προς τα έξω. Όταν βρέθηκε στο κενό, όλα προμήνυαν ένα αδιαμφισβήτητο στραπάτσο αλλά, στο ύψος του τεσσαρακοστού δευτέρου ορόφου, το σώμα της έπεσε στην αγκαλιά ενός θεόσταλτου νέου, εμφανίσιμου και γεροδεμένου που φορούσε εφαρμοστή στολή από μπλε και κόκκινη λύκρα και μια μπέρτα ασορτί, πολύ κομψή, που ανέμιζε όπως και το όμορφο μαύρο τσουλούφι του. Από εκεί και ύστερα, η κάθοδος ήταν μια απολαυστική βόλτα μέχρι που έφτασαν στο δρόμο, όπου εκείνος ο γόης αποχαιρέτησε ευγενικά και πέταξε στα ύψη, αφού προηγουμένως τις είπε πως σήμερα θα μπορούσαν να ξαναβρεθούν στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Και σήμερα εκείνη φοράει καινούριο φόρεμα, σκόπιμα επιλεγμένο, και φτιάχνεται επιμελώς για να πάει στο ραντεβού με τον μυστηριώδη σωτήρα της. Και τη συμφωνημένη ώρα ρίχνεται άφοβα από το παράθυρο του γραφείου της και αξιοποιεί την πτώση παράλληλα με την πρόσοψη του κτιρίου, για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ της. Αλλά αυτή τη φορά κανείς δεν την περιμένει μπροστά από τον τεσσαρακοστό δεύτερο όροφο. Και μόλις φτάνει στον δέκατο τέταρτο, πεπεισμένη ότι την έστησαν, αναγκάζεται να παραδεχτεί πως, αν είναι σκληρό και μόνο να πέσεις από ένα σύννεφο και να ακουμπήσεις με τα πόδια στο έδαφος, πιο σκληρό θα είναι να πρέπει να το κάνεις με το κεφάλι.

  
Ο Juan Eduardo Zúñiga γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1929. Σπούδασε Καλές Τέχνες και Φιλολογία. Σημαντικότερο έργο του η τριλογία διηγημάτων Largo noviembre en Madrid (1980), La tierra será un paraíso (1989) και Capital de la gloria (2003) με θέμα της τον ισπανικό εμφύλιο.  Είναι επίσης μεταφραστής από τα πορτογαλικά, ρωσικά και βουλγαρικά. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Τα αβέβαια πάθη του Ιβάν Τουργκένιεφ (μτφ. Δημήτρης Δημουλάς).
Ο Javier Tomeo γεννήθηκε στην Κιθένα της Ουέσκα το 1932 και απεβίωσε στη Βαρκελώνη το 2013. Σημαντικότερα έργα του El gallitigre (1990), El crimen del cine Oriente (1995), Los misterios de la ópera (1997), Napoleón VII (1999) και Cuentos perversos (2002).
Ο Pedro Herrero Amorós γεννήθηκε στην Μπανταλόνα το 1953. Σπούδασε φιλολογία και εργάζεται ως αναλυτής επιχειρηματικών διαδικασιών. Μικροδιηγήματά του έχουν περιληφθεί στις ανθολογίες Velas al viento: los microrrelatos de La nave de los locos (Cuadernos Del Vigía, 2010) και Historias de portería (La Esfera Cultural, 2012).


Η μετάφραση των διηγημάτων είναι προϊόν του εργαστηρίου μετάφρασης που διηύθυνε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας ABANICO. Συμμετείχαν οι σπουδαστές: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Βαγγέλης Καμπούνιας, Eduardo Lucena, Μαρία Μελαδάκη, Ελένη Παλαιολόγου, Αγγελική Παλασοπούλου.

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Χούλιο Γιαμαθάρες (Julio Llamazares): Ο οδηγός που χάθηκε (El conductor perdido)

Απ’ όλες τις απολαύσεις που μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του, εκείνη που τον ικανοποιούσε περισσότερο ήταν να παίρνει το αυτοκίνητό του και να οδηγεί δίχως προορισμό για ώρες, βλέποντας τοπία να περνούν και ακούγοντας δυνατά την αγαπημένη του μουσική. Τη μουσική τη διάλεγε συνήθως εκείνος, ορισμένες φορές όμως, επέτρεπε να είναι ο κόσμος αυτός που του την παρείχε από το ανοιχτό παράθυρο.
            Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, του άρεσε να δραπετεύει από την πραγματικότητα. Το έκανε από παιδί κιόλας, όταν οι δάσκαλοι του έκαναν δημοσίως παρατηρήσεις κατηγορώντας τον ότι πετούσε στα σύννεφα, και εξακολούθησε να το κάνει και έπειτα, όταν δούλευε στον εκδοτικό οίκο και βαριόταν απίστευτα διαβάζοντας τα χειρόγραφα των συγγραφέων που δήθεν ήταν οι καλύτεροι της Ισπανίας εκείνη την εποχή. Όλοι τους του φαίνονταν κενοί, παρ’ όλο που οι περισσότεροι από αυτούς επαίρονταν για το βάθος της σκέψης τους.
            Ζούσε σ’ ένα προάστιο, σε μονοκατοικία (με μεσοτοιχία), με την οικογένειά του, μια γυναίκα άχρωμη και άοσμη (άργησε κάπως να το αντιληφθεί) την οποία το μόνο που την ενδιέφερε ήταν τα παιδιά της, στην εφηβεία και τα δύο, αγόρι και κορίτσι, που, όταν βρίσκονταν σπίτι, δεν έκαναν τίποτ’ άλλο από το να κοιμούνται και να βλέπουν τηλεόραση. Συνήθισε την παρουσία τους, αλλά ποτέ δεν προσαρμόστηκε σε αυτή. Αντίθετα, άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται από τα παιδιά του, αν όχι ως προς τη φυσική παρουσία, οπωσδήποτε όμως διανοητικά και συναισθηματικά. Ενόσω έβλεπαν τηλεόραση ή μιλούσαν, την ώρα του φαγητού, για πράγματα ασήμαντα και ανούσια, εκείνος βυθιζόταν στη σιωπή ή στις ειδήσεις που εκείνη πρόβαλε από καιρού εις καιρόν: μια βομβιστική επίθεση σε κάποιο μέρος, ένας τσακωμός μεταξύ πολιτικών, ένα καινούργιο οικονομικό σκάνδαλο… Του ήταν αδιάφορο το τι έλεγαν γιατί τίποτα δεν τον ένοιαζε το παραμικρό.
            Όταν ήταν νεαρός, συνήθιζε να διαβάζει μυθιστορήματα ή να χώνεται στον κινηματογράφο όλο το απόγευμα για να ξεφύγει από την πραγματικότητα. Τόσο τα μεν όσο και το δε τού χρησίμευαν για να εμπλουτίσει τη ζωή του, η οποία ήταν αρκετά βαρετή, όπως άλλωστε και όλων όσων γνώριζε. Στα μυθιστορήματα και στις ταινίες οι άνθρωποι ζούσαν πιο έντονα ή τουλάχιστον έτσι του φαινόταν εκείνου. Ίσως γι’ αυτόν το λόγο, όταν του δόθηκε ευκαιρία, έπιασε δουλειά στον εκδοτικό οίκο, πεπεισμένος ότι η εργασία του εκεί θα ήταν πιο διασκεδαστική από οποιαδήποτε άλλη εργασία και αν του πρότειναν. Θα περνούσε τη μέρα του διαβάζοντας βιβλία, αυτό δηλαδή που του άρεσε να κάνει. Σύντομα όμως αντιλήφθηκε ότι η δουλειά του δεν ήταν όπως ακριβώς την είχε φανταστεί. Το να διαβάζει από υποχρέωση τον έκανε να ανακαλύψει μια άλλη διάσταση της ενασχόλησης που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν ένα από τα πάθη του. Αντί να αφήνεται να παρασυρθεί από όλα όσα διάβαζε, όπως του άρεσε να κάνει, έπρεπε να συγκρατεί τον εαυτό του ώστε να εντοπίσει τα λάθη που μπορεί να υπήρχαν στο κείμενο. Κατά συνέπεια, σιγά σιγά, άρχισε να σιχαίνεται τα βιβλία, όπως θα σιχαινόταν τα χρήματα, σκεφτόταν, όποιος από υποχρέωση ήταν αναγκασμένος να τα μετράει συνεχώς.
            Όπως και οι φίλοι του, όταν ήρθε η ώρα παντρεύτηκε και έφτιαξε οικογένεια που όμως ούτε και αυτή του φάνηκε χρήσιμη για να εμπλουτίσει τη ζωή του. Αντίθετα, έγινε πιο βαρετή, αφού στην έως τότε μετριότητα προστέθηκε τώρα η οικογενειακή ρουτίνα. Οι μέρες του κυλούσαν βαρετές, βλέποντας τα παιδιά του να μεγαλώνουν και περνώντας οκτώ ώρες κάθε μέρα στη δουλειά του, με την απαράλλαχτη εξαίρεση των διακοπών. Που ούτε αυτές όμως αποτελούσαν κάποιο σημαντικό κίνητρο. Παραθέριζε πάντα στο ίδιο μέρος, σε μια παραλία νότια του Καστεγιόν, και έτσι γνώριζε εκ των προτέρων τι θα συνέβαινε κατά τη διάρκειά τους.
            Όταν πήγαινε στη δουλειά ή όταν επέστρεφε σπίτι, φεύγοντας από τη δουλειά, έβλεπε τους ομοίους του να κάνουν το ίδιο και αισθανόταν μια βαρεμάρα που μέρα με τη μέρα όλο και αυξανόταν. Το μόνο που τον διασκέδαζε ήταν να κοιτάζει το τοπίο που, αυτό ναι, άλλαζε διαρκώς ανάλογα με την εποχή και τις εκάστοτε κλιματολογικές συνθήκες. Του άρεσε, επιπλέον, να το παρατηρεί από το αυτοκίνητό του γεγονός που, εκτός του ότι τον έκανε να νιώθει ασφαλής, τον απομόνωνε από τους άλλους ανθρώπους. Με τη μουσική στη διαπασών και το δρόμο ολόκληρο μπροστά του, η πραγματικότητα αχνόσβηνε πίσω από τα τζάμια όπως όταν κοιμόταν ή όταν διάβαζε ακόμα μυθιστορήματα από προσωπικό γούστο. Ήταν μια αίσθηση που του έδινε ευχαρίστηση και που σταδιακά του έγινε ανάγκη.
      Στην αρχή, περιοριζόταν στο να την απολαμβάνει καθοδόν προς τον εκδοτικό οίκο ή επιστρέφοντας σπίτι. Κρατούσε λίγο, αφού δεν απείχαν πολύ μεταξύ τους, και άρχισε να τον γεμίζει όλο και λιγότερο. Γι’ αυτό αποφάσισε να την παρατείνει τεχνητά επιμηκύνοντας τη διαδρομή, κυρίως στην επιστροφή, που δεν είχε να χτυπήσει κάρτα. Έτσι άρχισε να ανακαλύπτει άλλους δρόμους και άλλες γειτονιές που μέχρι τότε τις γνώριζε μόνο από τον Τύπο. Και, βέβαια, καινούργια διαφορετικά τοπία που ήταν αυτό που του άρεσε περισσότερο. Η θέα της πόλης που χανόταν πίσω του, ή των κτιρίων που εμφανίζονταν ξανά, όταν επέστρεφε, στον ορίζοντα του προκαλούσε τέτοια συγκίνηση όσο και η πιο συναρπαστική περιπέτεια. Τι κρίμα που έπρεπε πάντα να επιστρέψει στο σπίτι και να βυθιστεί σε μια πραγματικότητα την οποία άντεχε όλο και λιγότερο.
      Επιπλέον, καθώς εκείνα τα ταξίδια της επιστροφής άρχισαν να παρατείνονται όλο και περισσότερο, η γυναίκα του άρχισε να τον υποψιάζεται, φοβούμενη ότι συνέβαινε κάτι που εκείνη δεν γνώριζε. Εκείνος δεν μπορούσε να της εξηγήσει το λόγο για τον οποίο γύριζε αργά στο σπίτι (δεν θα τον πίστευε ούτε η γυναίκα του), και γι’ αυτό παρέμενε σιωπηλός. Αφού δεν έκανε τίποτα το ανήθικο, γιατί έπρεπε να πει ψέματα; Έτσι λοιπόν εξακολούθησε να κάνει αυτό που του άρεσε, δίχως να τον νοιάζει το τι έλεγε η γυναίκα του.
            Τα παιδιά του δεν έπαιρναν χαμπάρι τίποτα. Εφόσον μπορούσαν να βλέπουν τηλεόραση και να έχουν χρήματα για να βγαίνουν ή για να αγοράζουν ρούχα, λίγο τους ένοιαζε τι έκανε ο πατέρας τους ή για ποιο λόγο η μητέρα τους ήταν πάντα κακόκεφη. Τον έβλεπαν να επιστρέφει στο σπίτι όλο και πιο μελαγχολικός όλο και πιο αργά τα βράδια, αλλά δεν ρωτούσαν καν την αιτία. Και η γυναίκα του, όμως, σταμάτησε να τον ρωτάει. Ήξερε ότι κάτι συνέβαινε, αλλά, μπροστά στη σιωπή του, προτιμούσε να μην κάνει ερωτήσεις. Έτσι λοιπόν, το βραδινό φαγητό περιοριζόταν σε σύντομες συζητήσεις για επουσιώδη θέματα που διακόπτονταν από την τηλεόραση. Το ίδιο επαναλαμβανόταν και έπειτα, όταν η γυναίκα του και εκείνος έμεναν επιτέλους μόνοι στην κρεβατοκάμαρα.
         Αυτό συνέτεινε στο να αρχίσει να οδηγεί το αυτοκίνητό του όλο και πιο συχνά, επί ώρες. Ακόμα και τις Κυριακές, τις οποίες προηγουμένως συνήθιζε να τις περνάει κλεισμένος στο σπίτι (κατέβαινε μόνο, όταν σηκωνόταν από το κρεβάτι, για ψωμί και εφημερίδα), έβγαινε να κάνει μια βόλτα, παρά την έντονη δυσαρέσκεια της γυναίκας του. Τότε ήταν που διέτρεχε μεγαλύτερο αριθμό χιλιομέτρων και το απολάμβανε ακόμα περισσότερο, αφού κυκλοφορούσαν ελάχιστα αυτοκίνητα στην πόλη. Το ίδιο συνέβαινε στους αυτοκινητόδρομους, τους οποίους είχε αρχίσει σιγά σιγά να γνωρίζει, ακόμα και τους πιο απομακρυσμένους, καθώς άρχισε να επεκτείνει την ακτίνα μετακίνησής του. Σε μια περίπτωση, έφτασε να κάνει τριακόσια ολόκληρα χιλιόμετρα, την ώρα που η οικογένειά του έβλεπε τηλεόραση στο σπίτι.
      Αλλά ακόμα και αυτές οι έξοδοι άρχισαν να του φαίνονται σύντομες. Χρειαζόταν όλο και περισσότερο χρόνο οδήγησης, όπως ο αλκοολικός ή ο ναρκομανής χρειάζονται όλο και περισσότερο αλκοόλ ή μεγαλύτερες δόσεις ναρκωτικών. Το αλκοόλ του ήταν τα τοπία και το ναρκωτικό του η οδήγηση. Και η μουσική, που αναμιγνυόταν μαζί τους μετατρέποντας τον κόσμο σε κάτι διαφορετικό.
       Έτσι, λοιπόν, δεν είναι παράξενο, μετά από όλα όσα είπαμε, που μια Κυριακή βγήκε με το αυτοκίνητο (ήταν καλοκαίρι και η πόλη ήταν έρημη· η πλειοψηφία των γειτόνων είχε φύγει για διακοπές) και που, όταν έφτασαν μεσάνυχτα, εξακολουθούσε να είναι άφαντος. Η γυναίκα του ανησύχησε και τηλεφώνησε στην αστυνομία, αλλά δεν κατάφεραν να μάθουν τίποτα για εκείνον. Την επόμενη μέρα, στον εκδοτικό οίκο, το γραφείο του ήταν κενό και έτσι παρέμεινε μέχρι που τον αντικατέστησαν. Εκεί που δεν τον αντικατέστησαν ήταν στο σπίτι του, όπως είναι λογικό· η γυναίκα του εξακολουθεί να πιστεύει ότι το έσκασε με άλλη και ότι γι’ αυτό δεν τηλεφώνησε ποτέ ούτε έδωσε κάποιο σημείο ζωής. Τα παιδιά του, από την πλευρά τους, δυσαρεστήθηκαν κάπως στην αρχή, σύντομα όμως συνήθισαν να μην τον βλέπουν τα βράδια, καθηλωμένα καθώς κάθονταν μπροστά στην τηλεόραση.        


                               Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 


O  Julio Llamazares είναι ισπανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο χωριό Βεγκαμιάν στην επαρχία της Λεόν το 1955. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Το φεγγάρι των λύκων (μτφ. Μαρία Χατζηγιάννη), Η κίτρινη βροχή (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), η συλλογή διηγημάτων Στη μέση του πουθενά (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Νάντια Γιαννούλια, Δώρα Δημητρίου, Θεώνη Κάμπρα) και το δοκίμιο Η τέχνη του ψεύδεσθαι (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος). Τελευταίο έργο του, το μυθιστόρημα Distintas formas de mirar el agua (2015).




Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

El coleccionista ambicioso, de Ana María Shua / Ο φιλόδοξος συλλέκτης, της Άνα Μαρία Σουά

El coleccionista ambicioso

de Ana María Shua

El hombre ambicioso se propone coleccionarlo todo. Reúne en su casa, convertida en sala de exposiciones, una colección de semillas, otra de objetos encontrados en la calle, otra de agua de la canilla (brotada de diversas canillas, a diversas horas del día). Colecciona pulóveres, pensamientos célebres y banales, boletos de colectivo, hojas de diarios elegidas rigurosamente al azar. Colecciona agujeros, panes, envases de desodorantes vacíos. Cada año se ve obligado a mudarse a una casa más grande y luego cada seis meses. Finalmente comprende que sólo renunciando a toda clasificación podrá obtener la colección más completa, la colección de colecciones. La exhibe en el mundo entero.


Ο φιλόδοξος συλλέκτης

της Άνα Μαρία Σουά

Ο φιλόδοξος άντρας βάζει σκοπό του να συλλέξει τα πάντα. Συγκεντρώνει στο σπίτι του, που έχει μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο, μια συλλογή από σπόρους, μια άλλη από αντικείμενα που έχει βρει στο δρόμο, μια τρίτη με νερό βρύσης (από διαφορετικές βρύσες, διαφορετικές ώρες της ημέρας). Συλλέγει πουλόβερ, διάσημες και κοινότοπες φράσεις, εισιτήρια λεωφορείου, σελίδες εφημερίδων διαλεγμένες αυστηρά στην τύχη. Συλλέγει οπές, ψωμιά, άδεια μπουκαλάκια αποσμητικών. Κάθε χρόνο είναι υποχρεωμένος να μετακομίζει σε μεγαλύτερο σπίτι· έπειτα, κάθε έξι μήνες. Στο τέλος αντιλαμβάνεται πως μόνο αν αποκηρύξει κάθε είδους ταξινόμηση θα μπορέσει να αποκτήσει την πιο πλήρη συλλογή, την απόλυτη συλλογή. Την επιδεικνύει σε ολάκερο τον κόσμο.  

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Η Ana María Shua γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1951. Έχει καταπιαστεί με όλα τα λογοτεχνικά είδη: μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση, θέατρο, παιδική λογοτεχνία. Πιο πρόσφατο βιβλίο της η συλλογή μικροδιηγημάτων Fenómenos de circo (2011).


Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ - Εργαστήρι ανάγνωσης

Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ
Εργαστήρι ανάγνωσης

Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής - Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου

Κάθε δεύτερη Τετάρτη, στις 6μμ, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής, η «Λέσχη των μεταφραστών» θα προτείνει και θα παρουσιάζει στους αναγνώστες έργα της ελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.  Σε αυτή τη πρωτότυπη αναγνωστική εμπειρία, όπου οι άνθρωποι που θα προτείνουν και θα εισηγούνται τα βιβλία είναι οι ίδιοι που τα μετέφρασαν, οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να διαβάσουν και να εξετάσουν έργα με τους μεταφραστές τους.
Την Τέταρτη 25 Φεβρουαρίου 2015, στην  έναρξη του κύκλου των συναντήσεων, σας καλούμε να γνωρίσετε την ομάδα των μεταφραστών της λέσχης. Έτσι, για να μη χανόμαστε στη μετάφραση…

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

25/02/15 : παρουσίαση προγράμματος και μεταφραστών
04/03 : συζητάμε για τον Δημήτρη Νόλλα με την Ελένη Ζέρβα, την Ισμήνη Ραντούλοβιτς και τον Maurizio De Rosa (παρουσία του συγγραφέα)
11/03 : συζητάμε για τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο με την Ελένη Ζέρβα (παρουσία του συγγραφέα)
18/03 : συζητάμε για τον Άρθουρ Μίλλερ με την Αννίτα Δεκαβάλλα
01/04 : συζητάμε για τον Χάντερ Τόμσον με τον Αλέξη Καλοφωλιά
15/04 : συζητάμε για τον Ντοστογιέφσκι με τον Δημήτρη Τριανταφυλλίδη
29/04 : συζητάμε για τον Μοντάλε και για τον Σεφέρη  με τον Νίκο Αλιφέρη και τον Νίκο Πρατσίνη
13/05 : συζητάμε για τον Ζέμπαλντ  με τον Γιάννη Καλιφατίδη
27/05 : συζητάμε για τον Μίλοραντ Πάβιτς με την Ισμήνη Ραντούλοβιτς
10/06 : συζητάμε για την Εμίλια Πάρδο Μπαθάν και τον Ραφαέλ Σάντσεθ Φερλόσιο με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Νίκο Πρατσίνη



Κεντρική Βιβλιοθήκη
Αλέκου Κοντόπουλου 13
τηλ. 210-6395335
Fax 210-6006434

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

9+3 συμβουλές σε (νέους) διηγηματογράφους, του Guillermo Samperio

1.   Σε όλους μας αρέσει να αφηγούμαστε ιστορίες, δεδομένου ότι μέσα στον καθένα μας υπάρχει ένας εν δυνάμει παραμυθάς. Το μόνο που χρειάζεται είναι να κατακτήσουμε τις απαραίτητες λογοτεχνικές δεξιότητες ώστε από αφηγητές ιστοριών να εξελιχtούμε σε διηγηματογράφους.
2.   Αν και η λογοτεχνία δεν είναι θετική επιστήμη με προκαθορισμένες νόρμες (κάτι που κατά την άποψή μου την κάνει συναρπαστική), υπάρχουν παρ’ όλα αυτά συμβουλές που μπορούν να βοηθήσουν ώστε η διαδρομή του κάθε μαθητευόμενου να είναι λιγότερο επίμοχθη.
3.   Εξετάστε ενδελεχώς το κίνητρο που σας ωθεί να γράψετε. Εξακριβώστε αν αυτό το κίνητρο απλώνει τις ρίζες του στα βάθη της ψυχής σας. Αρχίστε να σκάβετε και να εμβαθύνετε, σε αναζήτηση μιας ειλικρινούς απάντησης.  Εφόσον είναι καταφατική, αν εσείς μπορείτε να απαντήσετε σε μια τέτοια σοβαρή ερώτηση με ένα «Ναι, πρέπει», ακλόνητο και απλό, τότε πάνω σε αυτή την ανάγκη, υψώστε το οικοδόμημα της ζωής σας. Ακόμα και τις στιγμές που η συγγραφή είναι άνευ ενδιαφέροντος και σημασίας, το γράψιμο πρέπει να αποτελεί σημάδι και ένδειξη μιας εσωτερικής παρόρμησης. (Ράινερ Μαρία Ρίλκε)
4.  Όταν έχεις κάτι να πεις, πες το· όταν δεν έχεις, πες το και πάλι. Γράφε πάντα. (Aουγούστο Μοντερόσο)
5.   Εκμεταλλεύσου όλα τα μειονεκτήματά σου: αϋπνία, φυλακή, φτώχεια... (Aουγούστο Μοντερόσο)
6. Εάν κάτι χαρακτηρίζει το διήγημα ως είδος, είναι η τάση του προς το συγκεκριμένο:  το διήγημα είναι ένας μηχανισμός ακριβείας, όπου κάθε λέξη βρίσκεται εκεί για να επιτελέσει μια αφηγηματική λειτουργία.
7. Κατά τη συγγραφή ενός διηγήματος, είναι καλύτερα να λες λιγότερα, παρά περισσότερα. 
8. Το διήγημα προτιμάει το παρελθόν γιατί γενικά τα διηγήματα αναφέρονται σε γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί. Το μακρινό παρελθόν προτιμάει τον παρατατικό (Εδώ και χρόνια υπήρχε…) και το κοντινό παρελθόν τον αόριστο (Ο Χουάν μπήκε…)· ο πειραματισμός όμως επιτρέπει διηγήματα στον ενεστώτα ή στο μέλλοντα. Αν και ο ενεστώτας δημιουργεί στον αναγνώστη ένα αίσθημα δυσπιστίας, αφού ο συγγραφέας αμφισβητεί τα γεγονότα που συμβαίνουν στον αναγνώστη εκείνη τη στιγμή, γεγονός που τον υποχρεώνει να ενισχύσει την αληθοφάνεια του αφηγήματος. Αυτό που έχει συμβεί ήδη δεν αμφισβητείται, ενώ αυτό που συμβαίνει τώρα, ναι. Ο μέλλοντας θα  έχει επίσης το πρόβλημα της αληθοφάνειας, αφού αυτό που αφηγείται δεν έχει συμβεί ακόμα και καταγράφεται στα χρονικά της πρόβλεψης, της προφητείας.
9. Το διήγημα ρέει γρήγορα, με συμπυκνωμένα αφηγηματικά μέσα, το μυθιστόρημα ρέει αργά.
10. Το διήγημα είναι μια τρύπα στον τοίχο που έχει ανοίξει ο συγγραφέας, ώστε εμείς οι αναγνώστες να έχουμε πρόσβαση σε ένα παράλληλο σύμπαν.
11. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η λογοτεχνία είναι ψυχαγωγία. Όσο σοβαρό και αν είναι το θέμα, ο αναγνώστης πάντα θα προσπαθεί να περάσει ευχάριστα το χρόνο του με αυτό που έχουμε γράψει. Εάν κάποιος διασκεδάζει με το να γράφει, σίγουρα θα διασκεδάσουν και οι αναγνώστες.
12. Τα διηγήματα παρουσιάζουν τον κόσμο που βλέπουν τα μάτια του συγγραφέα, ποτέ δεν προσπαθούν να καθοδηγήσουν, δεν εκφράζουν κρίσεις για ηθικές ή πολιτικές αξίες· αυτό το αφήνουν για τους μύθους ή για τα λιβελογραφήματα.


Ο Γκιγέρμο Σαμπέριο γεννήθηκε το 1948 στην Πόλη του Μεξικού και θεωρείται από τους κορυφαίους διηγηματογράφους της Λατινικής Αμερικής.



Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Μετάφραση Ισπανικής Λογοτεχνίας στα Ελληνικά» το οποίο δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ (κατεύθυνση "Μετάφραση, Επικοινωνία και Εκδοτικός Χώρος") κατά τα ακαδημαϊκό έτος 2014-2015. Συμμετείχαν οι φοιτήτριες και οι φοιτητές: Αλέξανδρος Αϊβαλιώτης, Χριστέλεν Ανδρέογλου, Luisa Marisol Fuentes, Ζαχαρούλα Καμπούρη, Gabriela Larrieux, Γεώργιος Μανιώτης, Φανή Παπασταματίου.    




Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Βιβλιοκριτική: Η γοητεία του απρόσμενου

Η εκστρατεία των Καταλανών στην Ανατολή
του Ραμόν Μουντανέ
μετάφραση από τα καταλανικά, εισαγωγή, σημειώσεις και σχόλια: Νίκος Πρατσίνης
Συνέκδοση των ελληνικών εκδόσεων ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ και των καταλανικών BARCINO

Πόσοι Έλληνες άραγε γνωρίζουν ότι ο τίτλος του ισπανού μονάρχη περιέχει μέχρι σήμερα και το «de Grecia», δηλαδή, «της Ελλάδος»; Και πόσοι από εμάς γνωρίζουμε ότι αυτό ανάγεται σε μια σύντομη περίοδο του 14ου αιώνα κατά την οποία το λάβαρο του Στέμματος της Αραγώνας κυμάτιζε στην Ακρόπολη (των Αθηνών);
Μπορεί αυτή η εκστρατεία των Καταλανών στην καθ’ ημάς Ανατολή, υπό την ηγεσία ενός τέως Ναΐτη, του Ρογήρου του Ανθηρού, να παραμένει σχεδόν άγνωστη για τους περισσότερους Έλληνες, είναι, όμως, γνωστότατη σε πάμπολλους Καταλανούς, οι οποίοι, συχνά όταν επισκέπτονται ως τουρίστες την Ακρόπολη, ζητούν επιμόνως να δουν κάτι παμπάλαιες φράσεις στα καταλανικά  χαραγμένες στα μάρμαρα: πρόκειται για τη Εκστρατεία των Καταλανών στην Ανατολή (1302 – 1311). Οι Αλμογάβαροι, με τη νομική μορφή της Καταλανικής Εταιρείας, φοβεροί και τρομεροί Καταλανοί και Αραγωνέζοι μισθοφόροι που είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στην απελευθέρωση της Ισπανίας από τους μουσουλμάνους ηγεμόνες, ήρθαν να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς να απωθήσουν τους Τούρκους από τη Μ. Ασία, όταν αυτοί είχαν φτάσει να απειλούν τη Βασιλεύουσα. Η συμφωνία με τον Ανδρόνικο Β´ Παλαιολόγο έγινε με μεσολάβηση του αραγωνέζου ηγεμόνα. Να «βοηθήσουν για να απωθήσουν»…, τρόπος του λέγειν. Οι καταλανοί μικροευγενείς και τυχοδιώκτες  μισθοφόροι αναζητούσαν φέουδα στην Ανατολή και ο ηγεμόνας τους μια επέκταση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα για τους καραβοκυραίους της Βαρκελώνης. Πράγμα που πέτυχαν, καταλύοντας το φραγκικό δουκάτο των Αθηνών και λεηλατώντας ό,τι βρήκαν στο διάβα τους, από τη Θράκη έως την Αττική. Μια ιστορία σφαγών και λεηλασιών για τους λαούς της Βαλκανικής  αλλά και μια εποποιία για το Στέμμα της Αραγώνας (που περιλάμβανε και την Καταλωνία), αντίστοιχη, κατά ορισμένους, και τηρουμένων των αναλογιών, με την εποποιία της Καστίλλης εκείθεν του Ατλαντικού.
Το βιβλίο είναι γραμμένο από τον Ραμόν Μουντανέ, στρατιώτη της εκστρατείας και οικονομικό διαχειριστή της Εταιρείας – ήξερε πολλά και εκ των έσω! Αποτελεί μέρος του πολύ εκτενέστερου Χρονικού, ενός από τα πιο σημαντικά μεσαιωνικά ιστορικά χρονικά της Δύσης.  Είναι γραμμένο απλά (σχεδόν λαϊκά) για να διαβάζεται ευχάριστα σαν περιπέτεια, με στοιχεία από τα έπη των τροβαδούρων, και απευθύνεται σε πολλούς: στην καταλανική και αραγωνέζικη ελίτ, που διαμορφώνεται εθνικά, και στην Αυλή. Θεωρείται δε ως από τα πρώτα πεζά αναγνώσματα της καταλανικής γλώσσας, στην εποχή της διαμόρφωσης της και μας δίνει μια από πρώτο χέρι εικόνα της ζωής των καταλανών μισθοφόρων μακριά από τον τόπο τους. Μια σημαντικότατη ιστορική πηγή –η μοναδική καταλανική–  που μας δίνει και την καταλανική άποψη για τα διαδραματισθέντα, γνωστά  μέχρι τώρα στη χώρα μας μόνον από τους βυζαντινούς ιστορικούς και χρονικογράφους. Μια ματιά στη μεσαιωνική ιστορική –και όχι μόνον– σκέψη και κοσμοαντίληψη.
Εκτός από τις πλούσιες και διαφωτιστικές σημειώσεις και ερμηνευτικά και επεξηγηματικά σχόλια, το βιβλίο συνοδεύεται και από μια εκτενή (και εντελώς απαραίτητη για τον έλληνα αναγνώστη) εισαγωγή  που σκιαγραφεί την πορεία του Στέμματος της Αραγώνας από τις απαρχές του, τα πρώτα βήματα της καταλανικής γλώσσας και γραμματείας, καθώς και τις σχέσεις Βυζαντίου και Αραγώνας και άλλων δυνάμεων  (Βενετίας, Γένοβας, Πάπα κ.λπ.) στο γεωπολιτικό λαβύρινθο της Μεσογείου του 13ου και 14ου αιώνα. Όλα αυτά τα παρακείμενα, όπως και η μετάφραση άλλωστε, είναι έργο ενός ανθρώπου, του Νίκου Πρατσίνη, που δεκαετίες τώρα μας εκπλήσσει μεταφραστικά και μας διδάσκει μετάφραση (σπάνιο κράμα ενεργού μεταφραστή και δασκάλου). Στο συγκεκριμένο έργο, απρόσμενη πολυτέλεια για την ελληνική βιβλιοαγορά (που έρχεται να κοσμήσει την εξαιρετική σειρά «Ταξίδια – Ανακαλύψεις» των Εκδόσεων Στοχαστής που επιμένουν), ο μεταφραστής Νίκος Πρατσίνης δεν μπήκε απλώς με γλαφυρότητα στο πετσί του μισθοφόρου με λογοτεχνικές (;) ανησυχίες (μήπως θα έπρεπε να πούμε του ρεπόρτερ;) Μουντανέ, αλλά φρόντισε επιπλέον να «οπλίσει» τον έλληνα αναγνώστη με εφόδια επιπέδου διπλωματικής εργασίας, ώστε να μπορέσει να καταλάβει και να απολαύσει το βιβλίο.  
Θα μου επιτρέψετε να κλείσω αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση με μια διεκδίκηση και ένα απόσπασμα του χρονικού. Η διεκδίκηση (reivindicación είναι η λέξη που μου έρχεται στο μυαλό) αφορά κάτι που είναι (ή θα έπρεπε να είναι) αυτονόητο. Το όνομα του ανθρώπου στον οποίο οφείλουμε εν πολλοίς αυτό το «διαμάντι» λείπει από το εξώφυλλο. Είναι πάγια τακτική πολλών εκδοτικών οίκων, όχι μόνο του Στοχαστή, να θεωρούν περιττή την αναφορά του ονόματος του μεταφραστή (που σε πολλές περιπτώσεις, όπως η παρούσα, έχει προτείνει, μεταφράσει, σχολιάσει και προλογίσει το ξένο έργο) στο εξώφυλλο των βιβλίων. Είναι μια ανεξήγητη και κατακριτέα πράξη αχαριστίας (και μη αναγνώρισης της σημαντικότατης δουλειάς ενός επαγγελματία) την οποία οφείλουμε να ανατρέψουμε, με αμετακίνητη προσήλωση στο στόχο μας, όλοι οι μεταφραστές.
Και τώρα το γλαφυρό απόσπασμα, ως δείγμα δουλειάς του Μουντανέ (δια χειρός Νίκου Πρατσίνη): «Γιατί τότε που βρισκόμασταν και εμείς στην Κωνσταντινούπολη, οι άνθρωποι που έρχονταν από την Ανατολία για να ξεφύγουν από τους Τούρκους κραύγαζαν ‘Πεινάμε!’ και ζητούσαν ψωμί στο όνομα της αγάπης του Θεού και κοιμούνταν σε σωρούς καβαλίνες και δε βρέθηκε ένας Έλληνας που να δεήσει να τους προσφέρει κάτι τι, παρά το γεγονός πως υπήρχε εκεί μεγάλη αγορά με όλα τα καλά του Θεού. Και οι αλμογάβαροι, από συμπόνια για τους ανθρώπους εκείνους, μοιράζονταν μαζί τους την τροφή τους και έτσι, ένεκα της φιλευσπλαχνίας που έδειχναν οι άνθρωποί μας, όπου εκστρατεύσανε τα στρατεύματά μας, πάνω από δυο χιλιάδες φτωχοί Έλληνες, ξεκληρισμένοι από τους Τούρκους, τα ακολουθούσαν για να ζήσουν όλοι τους ανάμεσά μας». Ελληνική «αλληλεγγύη», καταλανική προπαγάνδα… μερικά πράγματα είναι διαχρονικά…


Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

"Ahora la ciudad" por 11

Στις 24 Ιανουαρίου 2015 ο μεξικανός ποιητής Roberto Reséndiz Carmona (Ρομπέρτο Ρεσέντις Καρμόνα) βρέθηκε στην προεκλογική Αθήνα για ένα εργαστήριο μετάφρασης ποιημάτων του. Το εργαστήριο, που έλαβε χώρα στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας, Abanico, το συνδιοργάνωσαν οι Νίκος Πρατσίνης και Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και συμμετείχαν οι Μιχάλης Αθανασόπουλος, Αναστασία Γιαλαντζή, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Βαγγέλης Καμπούνιας, Άννα Κοκκίνη, Μυρτώ Λαζαρίδου, Αναστασία Λάμπρου, Νεκταρία Ντάση, Ελένη Οικονόμου, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Μαρία Πεπονά, Σοφία Φερτάκη. Οι αναγνώστες του μπλογκ μπορούν να διαβάσουν ακολούθως το ποίημα Ahora la ciudad στο πρωτότυπο, τη συλλογική μετάφραση όπως διαμορφώθηκε στο εργαστήριο και 10 ατομικές εκδοχές που προέκυψαν από την, εκ μέρους των συμμετεχόντων, επεξεργασία της συλλογικής μετάφρασης. Ένα ενδιαφέρον μεταφραστικό πείραμα για τις πολλαπλές αποχρώσεις της ποιητικής έκφρασης. 


AHORA LA CIUDAD



Ahora la ciudad puede paladear su nombre

libar la sangre

convertir la carne en ceniza

hablar del pubis

de la voz de los azulejos.



Ahora la ciudad

puede gritar el sabor de los costados

suspirar abiertamente

por el olor de la entrepierna.



Ahora la ciudad puede hablar de sus ojos y pestañas

deletrear los labios

abrir con la lengua las comisuras de la boca

reconciliar el sueño

el invierno insignificante de la almohada.



Ahora la ciudad puede cantar sonetos

escritos en la soledad de un cuarto

repetir su nombre

hasta que quede ronca

burilar las letras en las paredes

chasquear un látigo

repicar los campanarios

un verso amargo

que carcoma la ventana de los huesos.



Ahora la ciudad puede romper las lanzas de madera

desenterrar el hacha de los guerreros

declarar su enojo

pintar el rostro para la última batalla

secar al sol la furia acumulada

tasajear la piel y las palabras.



Ahora la ciudad puede violentar el silencio que le impusieron las prisiones

teñir con óleo la espalda seductora

los refugios intensos de su cuerpo

el latido

el convulso vientre.



Ahora la ciudad

puede gritar

a los cuatro vientos

los besos de las tres de la mañana

exhibir los secretos

el naufragio

el sinuoso camino al cementerio.



Ahora la ciudad puede humedecer la piel y los instintos

recordar la lluvia de palabras

la habitación azul

el perfume de las rosas

la fragancia de los alcatraces

el amor que el mar les trajo entre las olas.



Ahora la ciudad puede gritar su nombre

mordisquear el secreto

la piel

                      entumecida…
 Roberto Reséndiz Carmona


Συλλογική μετάφραση

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί τ’ όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να κάνει τη σάρκα στάχτη
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη φωνή που βγάζουν τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση απ’ τα πλευρά.
να αναστενάξει βαθιά
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τις βλεφαρίδες της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να ξανακοιμηθεί
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
να επαναλάβει το όνομά της
μέχρι να βραχνιάσει
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να χτυπήσει τις καμπάνες
ένα στίχο πικρό
που να κατατρώει το παράθυρο των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τις ξύλινες λόγχες
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να διακηρύξει το θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο τη συσσωρευμένη οργή
να κόψει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδι τη θελκτική πλάτη
τα έντονα καταφύγια του κορμιού της
το καρδιοχτύπι
την κοιλιά που συσπάται.

Τώρα  η πόλη μπορεί να φωνάξει
στους  τέσσερις ανέμους
τα φιλιά στις τρεις το πρωί
να  φανερώσει  τα μυστικά
το ναυάγιο
το φιδογυριστό  μονοπάτι  για το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί τη βροχή από λέξεις
το μπλε δωμάτιο
το άρωμα απ’ τα τριαντάφυλλα
την ευωδιά απ’ τα κρίνα
τον έρωτα που τους έφερε η θάλασσα μέσα από τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
να δαγκώσει  λίγο λίγο το μυστικό
το δέρμα
το μουδιασμένο…


Ατομική μετάφραση Ι

ΤΩΡΑ  Η  ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη  μπορεί  να γευτεί  τ’ όνομά της
να  ρουφήξει το αίμα
να  κάνει τη σάρκα στάχτη
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη φωνή που βγάζουν τα  γαλάζια πουλιά.

Τώρα η πόλη μπορεί να  φωνάξει  τη γεύση απ τα πλευρά
να αναστενάξει βαθιά
για τη μυρωδιά  απ τα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει  για τα μάτια και τα ματόκλαδά της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα της τις άκρες  του στόματος
να ξανακοιμηθεί
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
να επαναλάβει το όνομά της
 μέχρι να βραχνιάσει
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να χτυπήσει τις καμπάνες
ένα  λυπητερό στίχο
που κατατρώει το παράθυρο των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τα ξύλινα δόρατα
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να διακηρύξει το θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο τη συσσωρευμένη οργή
να κόψει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδι  τη γοητευτική πλάτη
τα  βαθιά  καταφύγια του κορμιού  της
το καρδιοχτύπι
την κοιλιά που συσπάται.

Τώρα η πόλη μπορεί να ουρλιάζει
στους τέσσερις ανέμους
τα φιλιά στις τρεις το πρωί
να αποκαλύπτει τα μυστικά
το ναυάγιο
το  φιδογυριστό μονοπάτι προς το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να  νοτίσει  το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί  τη βροχή από λέξεις
το μπλε  δωμάτιο
το άρωμα των τριαντάφυλλων
την ευωδιά των πελεκάνων
τον έρωτα  που τους έφερε η θάλασσα μέσα στα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να κραυγάζει το όνομά της
δαγκώνοντας  λίγο λίγο  το μυστικό
το δέρμα
μουδιασμένο…


Ατομική μετάφραση ΙΙ

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί το όνομά της
Να ρουφήξει αίμα
Να κάνει τη σάρκα στάχτη
Να μιλήσει για την ήβη
Για τη φωνή απ’ τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση απ’ τα πλευρά
Ν’ αναστενάξει χωρίς αναστολές
Για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τις βλεφαρίδες της
Να συλλαβίσει τα χείλη
Να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
Να ξανακοιμηθεί
Τον ασήμαντο χειμώνα του προσκεφάλου.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
Γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
Να επαναλάβει το όνομά της
Μέχρι να βραχνιάσει
Να χαράξει γράμματα στους τοίχους
Να κραδαίνει το μαστίγιο
Να χτυπήσει τις καμπάνες
Σ’ έναν στίχο πικρό
Που κατατρώει τα παράθυρα των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τις ξύλινες λόγχες
Να ξεθάψει το τσεκούρι του πολέμου
Να διακηρύξει το θυμό της
Να βάψει το πρόσωπο για την τελευταία μάχη
Να στεγνώσει στον ήλιο τη συσσωρευμένη οργή
Να πληγώσει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που τα δεσμά της επέβαλαν
Να χρωματίσει με λαδομπογιά τη θελκτική πλάτη
Τα ισχυρά καταφύγια του σώματός της
Τον χτύπο της καρδιάς
Την κοιλιά που συσπάται.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει
Στους τέσσερις ανέμους
Για τα φιλιά που δίνονται στις τρεις το πρωί
Να αποκαλύψει τα μυστικά
Το ναυάγιο
Τον ελικοειδή δρόμο προς το κοιμητήριο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
Να θυμηθεί τη βροχή από λέξεις
Το μπλε δωμάτιο
Το άρωμα απ’ τα τριαντάφυλλα
Την ευωδιά απ’ τα κρίνα
Τον έρωτα που τους έφερε η θάλασσα μέσα από τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
Να πάρει μια γεύση απ’ το μυστικό
Το δέρμα
Μουδιασμένο...


Ατομική μετάφραση ΙΙΙ

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί τ’ όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να κάνει τη σάρκα στάχτη
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη φωνή που βγάζουν τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση απ’ τα πλευρά.
να αναστενάξει με πόθο
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τα ματόφυλλα της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να ξανακοιμηθεί
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
να πει και να ξαναπεί το όνομά της
μέχρι να βραχνιάσει
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να  κάνει να σημάνουν ( χτυπήσουν) οι καμπάνες
  ένα  στίχο πικρό
που  να κατατρώει το παραθύρι των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τις ξύλινες λόγχες
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να εκφράσει   το θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την ύστατη μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο τη μαζεμένο μένος.
να κόψει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδι τη θελκτική πλάτη
τα φλογερά καταφύγια του κορμιού της
το καρδιοχτύπι
την κοιλιά που συσπάται.

Τώρα  η πόλη μπορεί να φωνάξει
στους  τέσσερις ανέμους
τα φιλιά στις τρεις τα χαράματα
να  φανερώσει  τα μυστικά
το ναυάγιο
το φιδογυριστό μονοπάτι  για το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να αναθυμηθεί την βροχή απ τις λέξεις
το μπλε δωμάτιο
το άρωμα απ’ τα τριαντάφυλλα
την ευωδιά απ’ τα κρίνα
τον έρωτα που τους έφερε η θάλασσα μέσα από τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
να δαγκώσει λίγο λίγο το μυστικό
το δέρμα το μουδιασμένο.


Ατομική μετάφραση ΙV

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί το όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να κάμει την σάρκα στάχτη
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη λαλιά απ’ τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση απ’ τα πλευρά
να αναστενάξει βαθιά
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.
Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τις βλεφαρίδες της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να ξανακοιμηθεί
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
να επαναλάβει το όνομά της
μέχρι να βραχνιάσει
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να σημάνει στα καμπαναριά
ένα στίχο πικρό
που να κατατρώει το παραθύρι των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να καταστρέψει τα ξύλινα δόρατα
να ξεθάψει τον πέλεκυ των πολεμιστών
να διακηρύξει το μένος της
το πρόσωπο να βάψει για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο την συσσωρευμένη οργή
να κομματιάσει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που τις επέβαλλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδι την σαγηνευτική πλάτη
τα έντονα καταφύγια του σώματός της
το καρδιοχτύπι
τη κοιλιά που συσπάται.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει
στους τέσσερις ανέμους
τα φιλιά στις τρείς τα χαράματα
να φανερώσει τα μυστικά
το ναυάγιο
το φιδωτό μονοπάτι προς το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί τη βροχή των λέξεων
το μπλε δωμάτιο
το άρωμα των ρόδων
την ευωδιά των κρίνων
την αγάπη που η θάλασσα τους έφερε μέσα απ’ τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
να τραγανίσει το μυστικό
το δέρμα
το μουδιασμένο…



Ατομική μετάφραση V

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί τ’ όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να κάνει στάχτη τη σάρκα
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη φωνή που βγάζουν τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση των πλευρών
να αναστενάξει ανερυθρίαστα
με την οσμή ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τα ματόκλαδά της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να συνεχίσει τον ύπνο
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
που γράφτηκαν σε δώμα μοναχικό
να επαναλαμβάνει το όνομά της 
μέχρι η φωνή βραχνή να γίνει
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους 
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να χτυπήσει τις καμπάνες
 ένα στίχο πικρό
που να κατατρώει τις κόγχες των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τα ξύλινα σπαθιά
να ξεθάψει το τσεκούρι του πολέμου
να διακηρύξει το θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την ύστατη μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο οργή αιώνων
να κόψει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τη σιωπή που της επέβαλλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδια τη σαγηνευτική πλάτη
τα βαθιά καταφύγια του κορμιού της
το καρδιοχτύπι
την κοιλιά που συσπάται.

 Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει
στα πέρατα του κόσμου
τα φιλιά στις τρεις τα ξημερώματα
να φανερώσει τα μυστικά
Το ναυάγιο
Το φιδωτό μονοπάτι για το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να μουσκέψει το δέρμα και τα ένστικτα
να φέρει στο νου τη βροχή από λέξεις
το μπλε δωμάτιο
το άρωμα απ ΄ τα τριαντάφυλλα
την ευωδιά απ ‘ τα κρίνα
τον έρωτα που τους έφερε η θάλασσα με τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της 
να δαγκώσει λίγο λίγο το μυστικό
το δέρμα
το μουδιασμένο…..


Ατομική μετάφραση VΙ

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να απολαύσει τη γεύση του ονόματός της
να ρουφήξει το αίμα
να μετατρέψει τη σάρκα σε στάχτη
να μιλήσει για το εφήβαιο
για το κελάηδημα των γαλάζιων πουλιών.

Τώρα η πόλη μπορεί να ουρλιάξει τη γεύση των πλευρών
να αναστενάξει ανενδοίαστα
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τις βλεφαρίδες της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να κοιμηθεί βαθιά
στον ευτελή χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
να επαναλάβει το όνομά της
μέχρι να κλείσει η φωνή της
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να χτυπήσει τις καμπάνες
στίχος πικρός
που κατατρώει σαν σαράκι το παράθυρο των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τα ξύλινα ακόντια
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να διακηρύξει το θυμό της
να βάψει το πρόσωπό της για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο τη συσσωρευμένη οργή
να κομματιάσει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λαδομπογιά τη σαγηνευτική πλάτη
τα βαθιά καταφύγια του κορμιού της
το χτυποκάρδι
την κοιλιά που συσπάται.

Τώρα η πόλη μπορεί να ουρλιάξει
προς πάσα κατεύθυνση
τα φιλιά στις τρεις τα χαράματα
να φανερώσει τα μυστικά της
το ναυάγιο
το δύσβατο μονοπάτι προς το κοιμητήριο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί τη βροχή από λέξεις
το μπλε δωμάτιο
το άρωμα των ρόδων
τη μυρωδιά των κρίνων
τον έρωτα που η θάλασσα τους έφερε μέσα στα κύματα.  

Τώρα η πόλη μπορεί να ουρλιάξει το όνομά της
να δαγκώσει λίγο λίγο το μυστικό
το μουδιασμένο
δέρμα…


Ατομική μετάφραση VΙΙ

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί το όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να κάνει τη σάρκα στάχτη
να μιλήσει για το εφηβαίο
για τη φωνή που βγάζουν τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει για τη γεύση που έχουν τα πλευρά
να αναστενάξει βαθιά
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια της και τα τσίνορα
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τους αρμούς στο στόμα
να ξανακοιμηθεί
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα μέσα στη μοναξιά του δωματίου
να επαναλάβει το όνομά της
ώσπου να βραχνιάσει
να χαράξει με γράμματα τους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να χτυπήσει τις καμπάνες
έναν στίχο πικρό
που να σιγοτρώει το παράθυρο των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τις ξύλινες λόγχες
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να εκδηλώσει το θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο τη σωρευμένη οργή
να κόψει κομμάτια το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδι τη θελκτική πλάτη
τα φλογερά καταφύγια του κορμιού της
τον παλμό
την κοιλιά που τρέμει.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει
στους πέντε ανέμους
τα φιλιά στις τρεις το πρωί
να φανερώσει τα μυστικά
το ναυάγιο
τον ελικοειδή δρόμο προς τον τάφο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί τη βροχή από λέξεις
το μπλε δωμάτιο
το άρωμα των ρόδων
τη μυρωδιά των κρίνων
τον έρωτα που τους έφερε η θάλασσα μέσα από τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
να δαγκώσει λίγο-λίγο το μυστικό
το δέρμα
το μουδιασμένο …
Ατομική μετάφραση VΙΙΙ

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί τ’ όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να κάνει στάχτη τη σάρκα
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη φωνή που βγάζουν τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση απ’ τα πλευρά.
να αναστενάξει βαθιά
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τις βλεφαρίδες της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να ξανακοιμηθεί
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
να επαναλάβει τ’ όνομά της
μέχρι να μείνει βραχνή
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να χτυπήσει τις καμπάνες
στίχο πικρό
που να κατατρώει το παράθυρο των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τις ξύλινες λόγχες
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να δηλώσει το θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο την ξέχειλη οργή
να κόψει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδι τη σαγηνευτική πλάτη
τα έντονα καταφύγια του κορμιού της
το καρδιοχτύπι
την κοιλιά που συσπάται.

Τώρα  η πόλη μπορεί να φωνάξει
στους  τέσσερις ανέμους
τα φιλιά στις τρεις το πρωί
να  φανερώσει  τα μυστικά
το ναυάγιο
το φιδογυριστό  μονοπάτι  για το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί τη βροχή από λέξεις
το μπλε δωμάτιο
το άρωμα των ρόδων
την ευωδιά των κρίνων
τον έρωτα που η θάλασσα τους έφερε απ’ τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
να δαγκώσει  λίγο λίγο το μυστικό
το δέρμα
το μουδιασμένο…


Ατομική μετάφραση ΙX

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί το όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να μετατρέψει τη σάρκα σε στάχτη
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη φωνή που βγάζουν τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση των πλευρών
να αναστενάξει ανοιχτά
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τις βλεφαρίδες της
να συλλαβίσει  τα χείλη
ν’ ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να ξανακοιμηθεί
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά ενός δωματίου
να επαναλάβει το όνομά της
μέχρι να βραχνιάσει
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να χτυπήσει τις καμπάνες
έναν στίχο πικρό
που κατατρώει το παράθυρο των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τις ξύλινες λόγχες
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να διακηρύξει τον θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο τη συσσωρευμένη οργή
να χαράξει το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλλαν οι φυλακές
να ζωγραφίσει με λάδι τη θελκτική πλάτη
τα έντονα καταφύγια του κορμιού της
τον παλμό
την κοιλιά που συσπάται.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει
στους τέσσερις ανέμους
τα φιλιά στις τρεις τα χαράματα
να εκθέσει τα μυστικά
το ναυάγιο
το φιδογυριστό μονοπάτι προς το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να δροσίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί τη βροχή των λέξεων
το γαλάζιο δωμάτιο
το άρωμα των ρόδων
την ευωδία από τα κρίνα
τον έρωτα που η θάλασσα τους τράβηξε μέσα από τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
να δαγκώσει λίγο λίγο το μυστικό
το δέρμα
το μουδιασμένο.


Ατομική μετάφραση X

ΤΩΡΑ Η ΠΟΛΗ

Τώρα η πόλη μπορεί να γευτεί τ’ όνομά της
να ρουφήξει το αίμα
να κάνει τη σάρκα στάχτη
να μιλήσει για το εφήβαιο
για τη φωνή που βγάζουν τα γαλαζοπούλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει τη γεύση απ’ τα πλευρά
να αναστενάξει βαθιά
για τη μυρωδιά ανάμεσα στα σκέλια.

Τώρα η πόλη μπορεί να μιλήσει για τα μάτια και τις βλεφαρίδες της
να συλλαβίσει τα χείλη
να ανοίξει με τη γλώσσα τις άκρες του στόματος
να ξαναβρεί τον ύπνο της
τον ασήμαντο χειμώνα του μαξιλαριού.

Τώρα η πόλη μπορεί να τραγουδήσει σονέτα
γραμμένα στη μοναξιά μιας κάμαρης
να επαναλάβει το όνομά της
μέχρι να βραχνιάσει
να χαράξει τα λόγια στους τοίχους
να πλαταγίσει ένα μαστίγιο
να κάνει να ηχήσουν οι καμπάνες
έναν πικρό στίχο
που κατατρώει το παράθυρο των οστών.

Τώρα η πόλη μπορεί να σπάσει τις ξύλινες λόγχες
να ξεθάψει το τσεκούρι των πολεμιστών
να διακηρύξει το θυμό της
να βάψει το πρόσωπο για την τελική μάχη
να στεγνώσει στον ήλιο τη συσσωρευμένη οργή
να κόψει κομμάτια  το δέρμα και τις λέξεις.

Τώρα η πόλη μπορεί να παραβιάσει τη σιωπή που της επέβαλαν οι φυλακές
να αλείψει με λάδι τη θελκτική πλάτη
την ένταση στα καταφύγια του κορμιού της
το καρδιοχτύπι
τη σύσπαση της κοιλιάς.

Τώρα  η πόλη μπορεί να φωνάξει
στους  τέσσερις ανέμους
τα φιλιά στις τρεις το πρωί
να  φανερώσει  τα μυστικά
το ναυάγιο
το φιδογυριστό  δρόμο  για το νεκροταφείο.

Τώρα η πόλη μπορεί να νοτίσει το δέρμα και τα ένστικτα
να θυμηθεί τη βροχή από λέξεις
το γαλάζιο δωμάτιο
το άρωμα απ’ τα τριαντάφυλλα
την ευωδιά απ’ τα κρίνα
τον έρωτα που τους έφερε η θάλασσα μέσα από τα κύματα.

Τώρα η πόλη μπορεί να φωνάξει το όνομά της
να δώσει μια δαγκωνιά στο μυστικό
στο μούδιασμα
στο δέρμα…