Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Σημάδια ζωής [Señales de vida], της Yolanda Dorado

Σκηνή 1η

Ήχοι περιπολικών και ασθενοφόρων.
Ελβίρα, 40 χρονών, έντρομη, αγχωμένη.

ΕΛΒΙΡΑ: (νευρική, κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις)
Λένε πως η μικρή δεν γύρισε πίσω.
Δεν επέστρεψε από το σχολείο.
Τη λένε Κλάρα, είναι δέκα χρονών, φοράει ροζ φόρμα.
Η μητέρα κλαίει στην πλατεία.
Όλο το χωριό είναι έξω στους δρόμους.
Οι συμμαθητές της την ψάχνουν.
Η αστυνομία χτενίζει σπιθαμή προς σπιθαμή το βουνό.
Εδώ είναι ένα ήσυχο χωριό· ποτέ δεν συμβαίνει τίποτα.
Τίποτα απολύτως.
Ούτε καλό, ούτε κακό.

Σιωπή

Πάω να τη βρω!
Πριν πέσει η νύχτα.
Πριν διαλυθεί στις σκιές.
Πριν χαθεί για πάντα.


Σκηνή 2η

Στην όχθη του ποταμού ένας φακός.
Κρύο και υγρασία.

ΕΛΒΙΡΑ: Μικρή, μικρή μου! Εδώ είσαι;

Σιωπή.

Μικρή μου, δεν θα σου κάνω κακό. Βγες έξω. Βγες να μιλήσουμε.
Θα αρπάξεις καμιά πνευμονία. Κάνει πολύ κρύο απόψε.

Σιωπή.

Μικρή, μικρή μου!

Σιωπή
ΚΛΑΡΑ: Ποια είσαι;
ΕΛΒΙΡΑ: Εσύ είσαι, Κλάρα;
ΚΛΑΡΑ: Ποια είσαι;
ΕΛΒΙΡΑ: Είμαι η Ελβίρα, μένω στο χωριό. Τι σου συμβαίνει, κοριτσάκι μου; Σε ψάχνει όλος ο κόσμος.
ΚΛΑΡΑ: Δεν γυρίζω πίσω.
ΕΛΒΙΡΑ: Δεν μπορείς να μείνεις εδώ. Κάνει πολύ κρύο.
ΚΛΑΡΑ: Μένεις μόνη σου;
ΕΛΒΙΡΑ: Ναι.
ΚΛΑΡΑ: Μπορώ να έρθω σπίτι σου;
ΕΛΒΙΡΑ: Σπίτι μου; Ναι, βέβαια. Βγες από κει όμως, σε παρακαλώ.

Η Κλάρα βγαίνει. Είναι μούσκεμα. Η Ελβίρα τής χαϊδεύει τα μαλλιά, της πιάνει τα χέρια, την αγκαλιάζει… Η Κλάρα μένει ακίνητη.

ΚΛΑΡΑ: Δεν γυρίζω πίσω.
ΕΛΒΙΡΑ: Η μητέρα σου θα είναι απελπισμένη. Η αστυνομία σε ψάχνει. Όλο το χωριό είναι άνω κάτω.
ΚΛΑΡΑ: Δεν είναι μητέρα μου.
ΕΛΒΙΡΑ: Μα εγώ την είδα στην πλατεία να κλαίει, ήταν ράκος, φοβόταν μήπως είχες πάθει κάτι.
ΚΛΑΡΑ: Δεν είναι μητέρα μου.
ΕΛΒΙΡΑ: Υιοθετημένη είσαι;
ΚΛΑΡΑ: Όχι.

Σιωπή

ΕΛΒΙΡΑ: Έλα, πάμε! Θα ξεπαγιάσουμε.

Η Ελβίρα προσπαθεί να πάρει το κορίτσι μαζί της, την τραβάει από τα χέρια, εκείνη όμως μένει ακίνητη.

ΚΛΑΡΑ: Καλύτερα  να πεθάνω από το κρύο παρά να γυρίσω σ’ εκείνο το σπίτι.
ΕΛΒΙΡΑ: Εντάξει. Σήμερα δεν θα γυρίσεις σπίτι. Θα μείνεις μαζί μου… πάμε όμως!

Σκηνή 3η

Στο σπίτι της Ελβίρα. Τζάκι. Φαρδιά  ρούχα. Αχνιστή σούπα.

ΕΛΒΙΡΑ: Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου.
ΚΛΑΡΑ: Όχι!
ΕΛΒΙΡΑ: Καλά, κοιμήσου απόψε εδώ και μιλάτε αύριο, με το φως της μέρας.
ΚΛΑΡΑ: Δεν καταλαβαίνεις. Κανείς δεν καταλαβαίνει. Η μητέρα μου πραγματικά δεν μπορεί…

Η Κλάρα τής δείχνει κάτι μελανιές στα πόδια της.

ΕΛΒΙΡΑ: Τι έπαθες, μικρή μου; Τι σου έκαναν;
ΚΛΑΡΑ: Όλοι θέλουν να με βοηθήσουν, αλλά το κάνουν με λάθος τρόπο. Με πολύ λάθος τρόπο. Κι εγώ δεν χρειάζομαι βοήθεια. Τη μητέρα μου χρειάζομαι.
ΕΛΒΙΡΑ: Σε χτυπάνε; Ποιος σ’ το έκανε αυτό; Αν σε χτύπησε κανείς θα το πω στην αστυνομία...
ΚΛΑΡΑ: Η αστυνομία το ξέρει. Η αστυνομία έχει έρθει σπίτι μου. Όλοι νομίζουν ότι ξέρουν τι μου συμβαίνει, αλλά δεν έχουν ιδέα. Κανείς δεν έχει ιδέα για το τι συμβαίνει πραγματικά.

Η Ελβίρα σαστίζει. Της βάζει κι άλλη σούπα.

ΚΛΑΡΑ: Θα σου τα πω όλα αν μου υποσχεθείς κάτι.
ΕΛΒΙΡΑ:  Κοίτα, εγώ δεν δίνω υποσχέσεις.
ΚΛΑΡΑ: Ε, λοιπόν σήμερα θα πρέπει να το κάνεις. Βγάλε τα τηλέφωνα από την πρίζα. Όλα. Αν δεν το κάνεις θα φύγω.
ΕΛΒΙΡΑ: Όχι, δεν βγάζω τίποτα. Αλλά δεν θα τηλεφωνήσω σε κανέναν μέχρι αύριο. Πάω να φτιάξω ένα τίλιο με μέλι και θα κάτσω να σ’ ακούσω. Έχουμε όλη τη νύχτα μπροστά μας.
ΚΛΑΡΑ:  Είσαι καθηγήτρια, ε;
ΕΛΒΙΡΑ: Μμμ… Ήμουν, αλλά πριν καιρό.
ΚΛΑΡΑ: Και δεν έχεις παιδιά.
ΕΛΒΙΡΑ: Μάντης είσαι;
ΚΛΑΡΑ: Ούτε ένα παιχνίδι, ούτε μια φωτογραφία. Όμως έχεις ασχοληθεί με παιδιά. Φαίνεται.
ΕΛΒΙΡΑ: Επειδή δεν δίνω υποσχέσεις;
ΚΛΑΡΑ: Όχι. Επειδή ξέρεις να διαπραγματεύεσαι.
ΕΛΒΙΡΑ: Φάε τη σούπα σου. Πάω για το τίλιο και μετά μου τα λες.

Σκηνή 4η

ΚΛΑΡΑ: Η παιδική ηλικία δεν τελειώνει όταν γίνεσαι δέκα χρονών, τελειώνει τη μέρα που η πραγματικότητα σου ανοίγει τα μάτια.
Έμενα με τους γονείς μου στη Μαδρίτη.
Μια μέρα, του μπαμπά τού πρήστηκε το πόδι. Η μαμά τον πήγε στο νοσοκομείο. Είπαν ότι είχε πάθει μόλυνση, εγώ όμως ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η μαμά όλη την ώρα έκλαιγε, και έψαχνε κάτι χαρτιά. Στις 13 Μαΐου ήταν η πρώτη μου κοινωνία. Ο μπαμπάς δεν μπόρεσε να έρθει. Η μαμά ήταν πάρα πολύ στενοχωρημένη. Την άλλη μέρα με πήγε στο νεκροταφείο. Στις 12 Μαΐου είχαν θάψει τον  πατέρα μου.
Η μητέρα μου τρελάθηκε.
Όταν γύριζα από το σχολείο, ήταν ακόμη στο κρεβάτι.
Τρώγαμε σάντουιτς.
Μας έκοψαν το τηλέφωνο.
Και η μαμά βούλιαζε στο στρώμα.
Μια μέρα ήρθε μια κυρία πολύ ψηλομύτα. Κοινωνική Πρόνοια.
Πήραν τηλέφωνο το θείο Χουάν που έμενε εδώ. Αυτός ανέλαβε τα πάντα. Τη μαμά την έβαλαν στο ψυχιατρείο. Η αρραβωνιαστικιά του θείου μου, η Ναταλί, λέει πως είναι καλύτερα  για μένα να μην τη βλέπω.  Η μητέρα μου με χρειάζεται. Μόνο εμένα έχει. Με αφήνουν να τη βλέπω μια φορά το μήνα. Όσο πάει χάνει στ’ αλήθεια τα λογικά της. Την τελευταία φορά που πήγα δεν ήθελε να με δει. Δέθηκα στο κρεβάτι της. Ε, και τέλος πάντων… με έλυσαν με το ζόρι. Από τότε έχω τις μελανιές.
ΕΛΒΙΡΑ: Άλλους συγγενείς δεν έχεις;
ΚΛΑΡΑ: Όχι.
ΕΛΒΙΡΑ: Στο σπίτι σου ποιο είναι το πρόβλημα;
ΚΛΑΡΑ: Εκτός από το ότι η Ναταλί με μισεί, μου φωνάζει και με βρίζει. Εκτός από το ότι αρνούμαι να σηκωθώ, να πλυθώ και να πάω σχολείο αν δε με αφήσουν να δω τη μητέρα μου, κανένα. Κανένα πρόβλημα.
ΚΛΑΡΑ: Και δεν παρακολουθεί κανείς την υπόθεσή σου;
ΕΛΒΙΡΑ: Είμαι υπό την κηδεμονία συγγενών. Υποτίθεται πως ζω ευτυχισμένη με το θείο μου, αυτή όμως τον κάνει ό,τι θέλει. Δουλεύει πάρα πολύ. Περνάνε μέρες ολόκληρες χωρίς να τον βλέπω καθόλου.
ΕΛΒΙΡΑ: Και αν του μιλούσαμε;
ΚΛΑΡΑ: Δεν ωφελεί σε τίποτα. Δεν έχω άλλη επιλογή. Πρέπει να φύγω από 'δω. Θέλω να είμαι με τη μητέρα μου.
ΕΛΒΙΡΑ: Πάντα υπάρχουν επιλογές. Άσε με να το σκεφτώ. Θα βρούμε μια λύση. Ξεκουράσου και άσε με να το σκεφτώ.

Σκηνή 5η

Η Κλάρα ξυπνάει. Είναι μόνη της.

ΚΛΑΡΑ: ΕΛΒΙΡΑ, ΕΛΒΙΡΑ!
ΓΑΜΩΤΟ!

Αρχίζει να ντύνεται βιαστικά. Την ώρα που πάει να φύγει μπαίνει η Ελβίρα. Φέρνει ψωμί και τσούρος.

ΕΛΒΙΡΑ: Πού πας τόσο βιαστική;
ΚΛΑΡΑ: (Εκτός εαυτού) Πήγες στην αστυνομία; Έτσι, ε; Το ήξερα, το ήξερα εγώ πως δε θα με πίστευες.
ΕΛΒΙΡΑ: Δεν πήγα στην αστυνομία. Πήγα να πάρω ψωμί και λίγα τσούρος για πρωινό.
ΚΛΑΡΑ: Χα! Ναι, καλά, σε πίστεψα.
ΕΛΒΙΡΑ: Γιατί να σου πω ψέματα;
ΚΛΑΡΑ: Γιατί οι μεγάλοι όλο ψέματα λέτε! Νομίζετε ότι κάποιοι είστε! Το μόνο που θέλετε είναι να κάνετε κουμάντο και να δίνετε διαταγές.
ΕΛΒΙΡΑ: Όχι, εγώ δεν είμαι έτσι.
ΚΛΑΡΑ: Α, ναι; Και σε τι διαφέρεις εσύ, αν επιτρέπεται; Σε τι;
ΕΛΒΙΡΑ: Κοίταξέ με! Εγώ δεν έχω κανέναν να διατάζω!

Η Κλάρα τα χάνει. Η επιθετική συμπεριφορά της σταδιακά καταλαγιάζει.

ΚΛΑΡΑ: Αν μείνω εδώ, θα βρεις μεγάλο μπελά.
ΕΛΒΙΡΑ: Τον βρήκα ήδη. Έτσι κι αλλιώς πρέπει να μείνεις εδώ, τουλάχιστον μέχρι να σκεφτούμε κάτι.
ΚΛΑΡΑ: Γιατί;
ΕΛΒΙΡΑ: Η Ναταλί είπε στο χωριό ότι «όταν σε πιάσουν θα πας κατευθείαν στο οικοτροφείο». Όπως τ’ ακούς.

Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Βλέπουν από το παράθυρο ότι είναι η αστυνομία.

ΕΛΒΙΡΑ: Αστυνομία! Κρύψου, κρύψου!

Η Κλάρα δεν ξέρει πού να χωθεί. Στο τέλος κρύβεται κάτω από το γραφείο. Κουτουλάει. Πέφτουν μερικά χαρτιά.

Η Ελβίρα ανοίγει την πόρτα. Ακούμε τα λόγια της αποσπασματικά. Εντωμεταξύ η Κλάρα διαβάζει τα χαρτιά κάτω από το τραπέζι. Είναι κάτι σαν ντοσιέ. Έχει φωτογραφίες ενός κοριτσιού και αποκόμματα εφημερίδων.

ΕΛΒΙΡΑ: Ναι, το άκουσα στο χωριό.
ΚΛΑΡΑ: Η Ελβίρα Μπαρέδα απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά της ως διευθύντρια της Σχολικής Μονάδας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης «Βίρχεν δε λα Λουθ»…
ΕΛΒΙΡΑ: Όχι, δεν είδα τίποτα περίεργο.
ΚΛΑΡΑ: … ως άμεση υπαίτιος για το θάνατο της ανήλικης Ελένα Εσπινόσα που συνέβη στο…
ΕΛΒΙΡΑ: Ναι, φυσικά, αν δω κάτι…
ΚΛΑΡΑ: … σχολείο την ώρα που η μαθήτρια πίεζε τη διευθύντρια για να της διορθώσει ένα διαγώνισμα. Επειδή η νεαρή επέμενε φορτικά, η κυρία Μπαρέδα την παραμέρισε για να περάσει λέγοντάς της ότι θα μιλούσαν στο γραφείο της. Η Ελένα έχασε την ισορροπία της και έπεσε  από τις σκάλες, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στον αυχένα και να πεθάνει ακαριαία.
ΕΛΒΙΡΑ: Ευχαριστώ που ήρθατε.
ΚΛΑΡΑ: Η κυρία Μπαρέδα κατηγορείται για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και θα οδηγηθεί σε δίκη που θα διεξαχθεί σύντομα.
ΕΛΒΙΡΑ: Γεια σας, ελπίζω να τη βρείτε ζωντανή.

Η Ελβίρα κλείνει την πόρτα. Η Κλάρα βγαίνει κάτω από το γραφείο, έντρομη.

Σκηνή 6η

ΚΛΑΡΑ: Τι συμβαίνει;
ΕΛΒΙΡΑ: Κάνουν περιπολίες. Σε ψάχνουν ακόμα.
ΚΛΑΡΑ: Αλλά κανείς δεν είδε τίποτα.
ΕΛΒΙΡΑ: Μπορούμε να είμαστε ήσυχες. Κανείς δεν ξέρει πως είσαι εδώ.
ΚΛΑΡΑ: Και πόσο πρέπει να μείνω κλεισμένη εδώ μέσα;
ΕΛΒΙΡΑ: Μπορώ να μιλήσω με την Πρόνοια.
ΚΛΑΡΑ: Εσύ; Ας γελάσω.

Η Ελβίρα δεν μπορεί να πιστέψει το θράσος του κοριτσιού.

ΕΛΒΙΡΑ: Δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς με αυτό τον τρόπο. Αν δε σου αρέσει αυτό που λέω, ορίστε η πόρτα.

Η Κλάρα αρχίζει να βάζει τα παπούτσια της.

ΚΛΑΡΑ: Το σκάω από μια τρελή και πέφτω πάνω σε άλλη. Τύχη βουνό έχω.
ΕΛΒΙΡΑ: Για ποιο πράγμα μιλάς;
ΚΛΑΡΑ: (Όρθια, με προκλητικό ύφος) Για την Ελένα Εσπινόσα.

Η Ελβίρα βλέπει το ντοσιέ στο πάτωμα. Καταλαβαίνει. Πέφτει στην πολυθρόνα, ηττημένη.

ΕΛΒΙΡΑ: Δεν μπορείς να καταλάβεις. Ατύχημα ήταν.
ΚΛΑΡΑ: Την έσπρωξες;
ΕΛΒΙΡΑ: Παραπάτησε. Την ήξερα από έξι χρονών… και τους γονείς της.
ΚΛΑΡΑ: Και έφυγες· για να κρυφτείς σε τούτο εδώ το χωριό.
ΕΛΒΙΡΑ; Ναι.
ΚΛΑΡΑ: Και;
ΕΛΒΙΡΑ: Η φυγή δεν ωφελεί σε τίποτα.
ΚΛΑΡΑ: Και τι θες να κάνω;
ΕΛΒΙΡΑ: Να κινήσεις γη και ουρανό. Τηλεφώνησε στην ψηλομύτα και πες της ότι δεν είσαι καλά. Εγώ θα σε βοηθήσω. Πάμε στο ψυχιατρείο. Να μιλήσουμε με τους γιατρούς. Και αν προσπαθούσαμε να βγάλουμε τη μητέρα σου;
ΚΛΑΡΑ: Να βγάλουμε τη μητέρα μου; Σοβαρά το λες; Μου το υπόσχεσαι;

Η Ελβίρα διστάζει μόνο για ένα δευτερόλεπτο.

ΕΛΒΙΡΑ: Σου το υπόσχομαι.

 Σκηνή 7η

Η Ελβίρα σε μια λευκή και κρύα αίθουσα. Μόνη. Απέναντί της μια άδεια καρέκλα.
Μπαίνει η μητέρα. Μια γυναίκα τσακισμένη, ούτε ίχνος λογικής στο πρόσωπό της.

ΕΛΒΙΡΑ: Γεια. Πώς είσαι;
ΜΗΤΕΡΑ: Μμμμμ…….
ΕΛΒΙΡΑ: Είμαι η Ελβίρα. Σου είπαν, φαντάζομαι, γιατί είμαι εδώ.  
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν θυμάμαι.
ΕΛΒΙΡΑ: Για την Κλάρα.

Η μητέρα σηκώνει το κεφάλι της.

ΜΗΤΕΡΑ: Για την Κλάρα;
ΕΛΒΙΡΑ: Θέλει να σε δει.
ΜΗΤΕΡΑ: Αυτό είναι αδύνατο.
ΕΛΒΙΡΑ: Σε χρειάζεται. Είσαι η μητέρα της.
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι πια.

Η Ελβίρα την πλησιάζει. Απομακρύνει τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Της φτιάχνει μια κοτσίδα. Αυτό και μόνο κάνει τη μητέρα να φαίνεται πιο νέα.

ΕΛΒΙΡΑ: Πόσα χάπια παίρνεις;
ΜΗΤΕΡΑ: Πάρα πολλά.
ΕΛΒΙΡΑ: Θες να βγεις λίγο στον κήπο;
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι. Έχει πολύ φως.
ΕΛΒΙΡΑ: Χρειάζεσαι λίγο ήλιο.

Προσπαθεί να σηκώσει τη μητέρα, εκείνη γαντζώνεται από την καρέκλα.

ΜΗΤΕΡΑ: Όχι είπα!
ΕΛΒΙΡΑ: Σου έχω μια έκπληξη.

Η μητέρα δεν αντιδρά. Η Ελβίρα βγάζει από την τσάντα της ένα ανάλαφρο φουστάνι.

ΕΛΒΙΡΑ: Κοίτα τι φουστάνι σού έφερα.
ΜΗΤΕΡΑ: (ανόρεχτα) Ωραίο είναι.
ΕΛΒΙΡΑ: Θες να το δοκιμάσεις; Θα σου το δανείσω.
ΜΗΤΕΡΑ: Γιατί;
ΕΛΒΙΡΑ: Για να βγεις στον κήπο, να κάνεις μια βόλτα με την κόρη σου.
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι! Όχι!
ΕΛΒΙΡΑ: Θα πάμε μαζί. Η Κλάρα έχει κρυφτεί.
ΜΗΤΕΡΑ: Γιατί μου το κάνεις αυτό; Γιατί;
ΕΛΒΙΡΑ: Να σε βοηθήσω θέλω μόνο.
ΜΗΤΕΡΑ: Θες να τρελαθώ;
ΕΛΒΙΡΑ: Γιατί το λες αυτό; Η κόρη σου σε περιμένει.

Η μητέρα ξανασηκώνει το κεφάλι.

ΜΗΤΕΡΑ: Δεν ξέρω ποια είσαι. Δεν ξέρω τι κάνεις εδώ, όμως δεν μπορείς να με πληγώσεις άλλο. Η Κλάρα το έσκασε από το σπίτι του αδερφού μου πριν δύο μέρες.
ΕΛΒΙΡΑ: Το ξέρω, εγώ όμως τη βρήκα.
ΜΗΤΕΡΑ: Πού;
ΕΛΒΙΡΑ: Στην όχθη του ποταμού.
ΜΗΤΕΡΑ: Αυτό δεν είναι αλήθεια.

Η μητέρα βγάζει ένα μικρό τσαλακωμένο χαρτί από την τσέπη της ρόμπας της.  

ΜΗΤΕΡΑ: Χτες το πρωί ήρθε η αστυνομία να με δει.
Βρήκαν την Κλάρα. Στην όχθη του ποταμού. Παρασυρμένη από το ρεύμα. Πνιγμένη.
Ορίστε η απόδειξη. Το πιστοποιητικό. Αύριο θα με αφήσουν να βγω. Θα τη θάψουμε δίπλα στον πατέρα της. Μαζί οι δυο τους για πάντα.

Η Ελβίρα κάθεται στην καρέκλα με τα χαρακτηριστικά του προσώπου της  αλλοιωμένα.  

ΕΛΒΙΡΑ: Δεν είναι δυνατόν. Την είδα.
ΜΗΤΕΡΑ: Η μικρή μου, το κοριτσάκι μου. Αυτή τη στιγμή της κάνουν νεκροψία. Είχε κάτι φρικτές μελανιές στα πόδια.
ΕΛΒΙΡΑ: ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!

Η Ελβίρα εκτός εαυτού ορμάει στη μητέρα.

ΕΛΒΙΡΑ: ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ! ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ!

ΜΗΤΕΡΑ: ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! 

Η ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΕΝΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙ, ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ Ο ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ. ΒΗΜΑΤΑ, ΦΩΝΕΣ, ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΤΑΛΛΙΚΟΣ ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΕΝΩ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ…

ΣΚΟΤΑΔΙ




Μετάφραση: Ξένια Κακάκη, Ίρις Καραγιάννη, Μαρία Βερονίκη Μπούγαλη, Μυρσίνη Πάρσαλη, Εύη Στάθη
Μεταφραστική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος λογοτεχνικής μετάφρασης της ισπανικής κατεύθυνσης, το οποίο δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διαπανεπιστημιακού Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά το ακαδημαϊκό έτος 2009-10.  

Η Γιολάντα Ντοράδο γεννήθηκε στην Κόρδοβα της Ισπανίας το 1969 και είναι απόφοιτος της Real Escuela Superior de Arte Dramático.

Julio Llamazares entrevistado por Konstantinos Paleologos


Ha dicho que hay escritores de distancias largas (novelistas) y de distancias cortas (cuentistas). No obstante, usted escribe tanto novelas como cuentos, ¿acaso pertenece a una categoría especial?

Todo escritor se mueve mejor en un género que otro y, dentro de estos, en un formato que otro. Refiriéndonos a la narrativa, hay escritores que dominan mejor la novela que el cuento y al revés; tiene que ver con sus características. Eso es lo normal. Lo que no es muy común es que alguien domine todos los géneros y las distancias de igual manera.

Empieza su última colección de cuentos Tanta pasión para nada citando a J. L. Borges: "Somos figuras de una fábula". ¿Lo cree o es una licencia literaria?

Lo creo. En mi caso, las citas de otros autores siempre están justificadas por ellas mismas. De lo contrario, no las pondría.


Los héroes de sus cuentos, salvo contadas excepciones, fracasan estrepitosamente, ¿le gusta verles sufrir o es que no ve otra alternativa en el destino de los seres humanos?

No me gusta ver sufrir a mis personajes. Son arquetipos de lo que veo en la vida, que es diferente.

Ha sido traducido a quince idiomas y sus obras han conocido el éxito en muchos países, entre ellos Grecia. ¿A un ecritor le interesa más ser leído y comprendido en su país o fuera de las fronteras de éste?

Yo, como escritor, no tengo fronteras y como persona tampoco. Quiero entender y que me entienda todo el mundo que me lea. Y una matización de autor vanidoso: estoy traducido a veinticuatro idiomas.

¿Qué tal se lleva con sus traductores?

Muy bien. Con los que conozco porque son todos gente estupenda y con los que no conozco por eso: porque no nos conocemos.

                                                                      
                                                                                                                                                (La entrevista se realizó para el blog https://liviaslounge.wordpress.com el 22 de octubre de 2013)

Δεν κουνιέται φύλλο, του Julio Llamazares


Ο πατέρας μου και ο Τεόφιλο είναι καθισμένοι κάτω από το υπόστεγο. Έχουν μια ώρα έτσι, κοιτάζοντας τα δέντρα και τα άστρα, δίχως να ανταλλάσσουν κουβέντα.
            Ο πατέρας μου και ο Τεόφιλο δεν χρειάζεται να μιλάνε. Μπορούν να περάσουν έτσι ώρες ατέλειωτες, καθισμένοι σε οποιοδήποτε μέρος, χαζεύοντας τη φωτιά στο τζάκι ή το τοπίο, δίχως να αισθάνονται υποχρεωμένοι να πουν οτιδήποτε. Είναι λες και ξέρουν τα πάντα ο ένας για τον άλλο ή σαν να περισσεύουν οι λέξεις. Στον πατέρα μου και στον Τεόφιλο τους αρκεί να είναι μαζί για να αισθάνονται άνετα και συντροφικά.
            Ο πατέρας μου και εγώ φθάσαμε σήμερα το απόγευμα. Φθάσαμε πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως, γιατί περιμέναμε να μπει για τα καλά το καλοκαίρι. Άλλες χρονιές, τέτοια εποχή, θα είχαμε κλείσει ήδη δυο βδομάδες στη Λα Μάτα. Φέτος, όμως, το καλοκαίρι καθυστέρησε να έρθει· έβρεχε μέχρι τα τέλη Ιουνίου και στο βουνό ο ήλιος αργεί να ζεστάνει τα σπίτια. Οι κάτοικοι του χωριού προβλέπουν άστατο καλοκαίρι, με απότομες και απροσδόκητες αλλαγές. Όπως λέει και ο Τεόφιλο: το καλοκαίρι είναι σαν τις γυναίκες, εάν είναι καλές μπορεί και να στραβώσουν, αλλά εάν είναι στραβές δεν τις ισιώνει ούτε ο Θεός ο ίδιος.
            Όπως κάθε καλοκαίρι, ο Τεόφιλο μας περίμενε. Στην πραγματικότητα, μας περίμενε από το περασμένο φθινόπωρο, όταν ο πατέρας μου και εγώ φύγαμε από τη Λα Μάτα με τα πρώτα κρύα του Οκτωβρίου, σαν τα πουλιά. Πάντα φεύγουμε τελευταίοι, όταν όλοι οι παραθεριστές έχουν αναχωρήσει εδώ και καιρό. Όταν φεύγουμε, ο Τεόφιλο μένει μόνος του, περιμένοντας να περάσει άλλη μια χρονιά. Στη Λα Μάτα, το χειμώνα, δεν μένει σχεδόν κανείς, και όσοι το κάνουν σπάνια βγαίνουν από το σπίτι. Η γυναίκα του, η Αουρέλια, λέει πως ο Τεόφιλο, όταν φεύγουμε, στεναχωριέται, σχεδόν θυμώνει. Κάθεται μέρες ολόκληρες αμίλητος.
            Στην πραγματικότητα, ο Τεόφιλο δεν είναι από τη Λα Μάτα. Ζει στο χωριό εδώ και μερικά χρόνια, από τότε που παντρεύτηκε με την Αουρέλια, για δεύτερη φορά στη ζωή του, όντας πλέον συνταξιούχος. Η Αουρέλια ήταν και αυτή χήρα. Κανείς τους δεν είχε παιδιά. Έτσι μια μέρα κάθισαν και το συζήτησαν. Γεράσαμε πια, της είπε ο Τεόφιλο ενώ τσιμπούσαν κάτι, και είμαστε και οι δυο μόνοι, θα μπορούσαμε να κάνουμε συντροφιά ο ένας στον άλλο και έτσι δεν θα γίνουμε βάρος σε κανέναν. Η Αουρέλια δεν είπε τίποτα· δεν χρειαζόταν. Την επόμενη μέρα, πήγαν να μιλήσουν με τον παπά και, λίγες βδομάδες αργότερα, παντρεύτηκαν. Όλα έγιναν απλά, σαν να υπέγραφαν μια συμφωνία.
            Από τότε ο Τεόφιλο ζει στη Λα Μάτα. Με τη σύνταξη από το ανθρακωρυχείο και με όσα βγάζουν από το περιβόλι, η Αουρέλια και εκείνος ζουν άνετα, δίχως να γίνονται βάρος σε κανέναν. Μερικές φορές, επισκέπτονται κάποιους συγγενείς τους, κάποιες άλλες δέχονται εκείνοι την επίσκεψή τους, κανένας όμως δεν ανησυχεί πλέον για το αν θα αισθάνονται μοναξιά ή αν θα έχει ο Τεόφιλο ακατάστατο το σπίτι, όπως φοβόντουσαν παλιότερα οι αδελφές του. Με το που παντρεύτηκε, ο Τεόφιλο πούλησε το σπίτι του σε έναν ανιψιό του και μοίρασε τα υπάρχοντά του (τέσσερα χωράφια και ένα περιβόλι) στις αδελφές του. Από τότε, επέστρεψε στο χωριό του μόλις δυο φορές, δίχως να υπολογίσουμε το πανηγύρι, από το οποίο δεν λείπει ποτέ. Έρχεται και τον παίρνει ο ανιψιός του με το αυτοκίνητο και τον φέρνει την επόμενη μέρα ή πηγαίνει ο Τεόφιλο με το τρένο μέχρι το Μπονιάρ και κατεβαίνουν να τον συναντήσουν εκεί. Μερικές φορές, τον συνοδεύει η Αουρέλια, άλλες, πάλι, κάθεται σπίτι της. Η Αουρέλια, αν εξαιρέσει κανείς το σπίτι της και τη Λα Μάτα, αυτό που της αρέσει περισσότερο στη ζωή είναι να βλέπει τηλεόραση.
            Και του Τεόφιλο του αρέσει η τηλεόραση, κυρίως τα σήριαλ, αλλά για λίγο. Αμέσως τον πιάνει νύστα και προτιμά να παίρνει τους δρόμους. Το χειμώνα, όμως, δεν συναντά ψυχή και όσοι ζουν εκεί είναι στις δουλειές τους. Γι’ αυτό πολλές μέρες κατεβαίνει μέχρι το σταθμό, ακόμα κι αν βρέχει ή χιονίζει, παρότι ξέρει πως ύστερα θα πρέπει να γυρίσει περπατώντας. Αυτός είναι ο λόγος που χαίρεται τόσο πολύ όταν έρχεται το καλοκαίρι και, μαζί με αυτό, ο πατέρας μου και εγώ, πιστοί κάθε χρόνο στο ραντεβού μας.
            Φέτος, όπως είπα, φτάσαμε πιο αργά. Ο Τεόφιλο μάς περίμενε εδώ και μέρες και είχε αρχίσει πια να ανησυχεί. Φοβόταν, μας εξομολογήθηκε, μήπως μας είχε συμβεί κάτι. Τον συναντήσαμε στην είσοδο του χωριού, στην παράκαμψη του δρόμου, καθισμένο σε έναν κορμό (φέτος το χειμώνα κόψανε τις λεύκες και ο δρόμος φαντάζει διαφορετικός, σαν να άλλαξε το τοπίο) και σαν μας είδε να φτάνουμε, μας αναγνώρισε αμέσως, παρόλο που τα αυτοκίνητα του φαίνονται όλα ίδια. Με την όσφρηση. Ο Τεόφιλο έχει μια έκτη αίσθηση που του επιτρέπει όχι μόνο να ξέρει ποιος ταξιδεύει σε κάθε αυτοκίνητο, αλλά και τη δουλειά ή το λόγο που τον φέρνει. Είναι πολλά τα χρόνια που καθισμένος βλέπει να περνούν από μπροστά του η ζωή και οι άνθρωποι.
            Μόλις φτάσαμε στο σπίτι, μας βοήθησε να ξεφορτώσουμε τα πράγματα και, ύστερα, ο πατέρας μου και εκείνος έκαναν μια βόλτα ως το Καρμπαχάλ, που είναι το αγαπημένο τους μέρος τα απογεύματα. Από εκεί φαίνεται η Λα Μάτα και όλη η κοιλάδα της Λα Μπεθίγια, μέχρι το ρέμα της Λα Κάντανα. Γύρισαν μετά από δύο ώρες, στις οκτώ και μισή ακριβώς, ώρα που συνηθίζει να δειπνεί ο πατέρας μου. Ο Τεόφιλο δειπνεί πιο αργά. Προηγουμένως, ρίχνει μια ματιά στο περιβόλι ή πιάνει για λίγο την κουβέντα μαζί μου πριν επιστρέψει στο σπίτι του. Φέτος το χειμώνα, μου διηγήθηκε, ο γιατρός τον υποχρέωσε να κάνει δίαιτα και, παρότι εξακολουθεί να είναι χοντρός (αντί για χοντρός, εγώ θα έλεγα γαλήνιος), έχει χάσει έξι κιλά και αισθάνεται πολύ καλύτερα. Κουράζεται, λέει, λιγότερο από πριν.
            Μόλις δειπνήσει, έρχεται ξανά σπίτι μας. Συνήθως έχει ήδη νυχτώσει, ακόμα και τώρα που τα απογεύματα διαρκούν περισσότερο, και κάθεται με τον πατέρα μου μέχρι να έρθει η ώρα να πάει για ύπνο. Συνήθως μέχρι τις δώδεκα, αν και, μερικές φορές, αν περνούν ευχάριστα, μέχρι τη μία. Αν κάνει καλό καιρό, όπως σήμερα, κάθονται δίπλα στην πόρτα, κάτω από το υπόστεγο, ή κοντά στις τριανταφυλλιές. Όταν πιάνουν οι δροσιές στα τέλη Αυγούστου ή όταν αρχίζει να κάνει κρύο το Σεπτέμβριο, κάθονται στο σαλόνι, κοντά στο τζάκι.
            Ο πατέρας μου μόλις και μετά βίας τού μιλάει. Στην πραγματικότητα, εδώ και αρκετά χρόνια –από τότε που πέθανε η μητέρα μου–, ο πατέρας μου δεν μιλάει σχεδόν σε κανέναν. Κλείνεται στον εαυτό του, λες και είναι άρρωστος, και περνάει έτσι τον καιρό του, απορροφημένος από τον εαυτό του ή το τοπίο. Έτσι κάνει όλο το χρόνο, στη Λεόν, όπου ζει, ή όπου αλλού και αν βρίσκεται (τις ελάχιστες φορές που ταξιδεύει), αλλά στη Λα Μάτα η κατάσταση χειροτερεύει, σαν να του φέρνει πολύ παλιές αναμνήσεις το σπίτι όπου γεννήθηκε και στο οποίο η μητέρα μου και εκείνος περνούσαν κάποιους μήνες κάθε χρόνο. Τον Τεόφιλο, όμως, δεν τον νοιάζει που δεν του μιλάει ο πατέρας μου. Μερικές φορές, μιλάει μόνος του, στο κενό (καθώς κάθε χρόνο που περνάει κουφαίνεται όλο και περισσότερο, ούτε καν που παίρνει είδηση αν τον ακούνε), και άλλες τον πιάνει ο ύπνος με το κεφάλι γερμένο. Όταν τους βλέπει κανείς από το υπόστεγο, στο φως του παραθύρου και του φεγγαριού, μοιάζουν με δυο σκιές που συγχέονται με τις σκιές των τριανταφυλλιών.
            Όταν γνώρισε τον πατέρα μου, ο Τεόφιλο αμέσως απέκτησε οικειότητα μαζί του. Και οι δυο τους είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος, την κοιλάδα του Σαμπέρο, και είχαν κοινούς φίλους, παρότι οι δυο τους δεν γνωρίζονταν τότε. Την εποχή που ο πατέρας μου εγκαταστάθηκε εκεί ως δάσκαλος, ο Τεόφιλο είχε εγκαταλείψει πλέον το ανθρακωρυχείο και είχε πάει να δουλέψει σε άλλο μέρος. Μετά, οι δυο τους ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, ο καθένας πήρε το δρόμο του, μέχρι που συναντήθηκαν ξανά στη Λα Μάτα. Η σύμπτωση, όμως, να έχουν ζήσει στο ίδιο μέρος και να γνωρίζουν τόπους και πρόσωπα που οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού αγνοούσαν, συν το γεγονός ότι και οι δυο τους ήταν ξένοι στη Λα Μάτα (ο Τεόφιλο γιατί καταγόταν από άλλο μέρος και ο πατέρας μου γιατί πήγαινε μόνο τα καλοκαίρια) τους έκανε αχώριστους φίλους. Και ας βλέπονταν μόνο δυο μήνες το χρόνο.
            Όταν πέθανε η μητέρα μου, η φιλία τους δυνάμωσε, παρότι ο πατέρας μου πέρασε δύο χρόνια σχεδόν δίχως να μιλήσει σε κανέναν. Ο Τεόφιλο είχε περάσει και αυτός την ίδια περιπέτεια και, αν και έδειξε άλλο χαρακτήρα (αυτός, αντί να πάθει κατάθλιψη, αφιερώθηκε στο να κυνηγάει χήρες, μέχρι που συνάντησε την Αουρέλια, με σκοπό να ξαναπαντρευτεί: εγώ δεν είμαι ικανός να μείνω μόνος μου, μου είπε μια μέρα, αναφερόμενος στον πατέρα μου), ήξερε ήδη τι σημαίνει αυτό. Έτσι, λοιπόν, άρχισε να συχνάζει στο σπίτι μας και να κάνει συντροφιά στον πατέρα μου δίχως να τον νοιάζει το γεγονός ότι εκείνος, μερικές φορές, δεν του έδινε καμία σημασία. Αυτός καθόταν εκεί, κάτω από το υπόστεγο ή στο σαλόνι, αν έκανε κρύο, και αν ο πατέρας μου του μιλούσε, μιλούσε και αυτός και αν όχι, παρέμενε βουβός. Και, όταν ήθελε, έφευγε.
            Σιγά-σιγά, όμως, καθώς περνούσαν τα καλοκαίρια, ο Τεόφιλο κατάφερε αυτό που δεν είχαν καταφέρει ούτε οι ψυχίατροι ούτε η οικογένεια, παρόλο που είχαμε προσπαθήσει με όλους τους τρόπους και όλα τα δυνατά μέσα να κάνουμε τον πατέρα μου να ενδιαφερθεί ξανά για τα εγκόσμια. Ο Τεόφιλο, για παράδειγμα, ήταν αυτός που κατάφερε, κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή του τρίτου καλοκαιριού, να κάνει τον πατέρα μου να μιλήσει για κάτι που να μην έχει σχέση με τη μητέρα μου ή με την ανάμνησή της, και αυτός που τον έπεισε, αργότερα, να τον συνοδεύσει στις βόλτες του στο χωριό, κάτι που ο πατέρας μου συνήθιζε παλαιότερα, αλλά είχε να το κάνει από την ημέρα που έμεινε μόνος. Όταν τελείωσε εκείνο το καλοκαίρι, ο πατέρας μου δεν θύμιζε σε τίποτα το πώς ήταν στις αρχές Ιουλίου, μέχρι που είχε πάρει και κάποια κιλά. Ελάχιστα, μιας και, σε αντίθεση με τον Τεόφιλο, πάντοτε υπήρξε πολύ αδύνατος. Μερικές φορές, όταν τους βλέπω να έρχονται από μακριά, περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια της Λα Μάτα, μου θυμίζουν το Χοντρό και το Λιγνό.
            Τώρα, όμως, κάθονται εδώ, κάτω από το υπόστεγο, ατενίζοντας τα δέντρα και τα άστρα, όπως όλα τα καλοκαιρινά βράδια. Είναι το πρώτο αυτού του καλοκαιριού που άρχισε πιο αργά· παρ’ όλα αυτά τίποτα δεν έχει αλλάξει: η μυρωδιά του χόρτου, οι ήχοι του χωριού, το μπλε χρώμα της νύχτας και η αντανάκλαση του φεγγαριού στα κλαδιά των δέντρων. Ακόμα και η φράση του Τεόφιλο παραμένει απαράλλαχτη κάθε χρόνο όταν ξυπνάει ξαφνικά και λέει στον πατέρα μου:
            «Δεν κουνιέται φύλλο».

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Το παρόν διήγημα του Χούλιο Γιαμαθάρες από τη συλλογή Στη μέση του πουθενά (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά στο περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 329, Μάιος 1999, σελ. 214-216. 

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Γάτα, της Espido Freire


Gata

Y mientras tú, oculto por los visillos de tu salón, me miras, yo abro las piernas junto a la piscina y las froto una contra la otra, muy despacio, la cabeza hacia atrás, los ojos abiertos tras las gafas de sol, y hablo de mi gata con tu novia.


Γάτα

Και ενόσω εσύ, κρυμμένος πίσω από τις κουρτίνες του σαλονιού σου, με κοιτάζεις, εγώ ανοίγω τα πόδια μου δίπλα στην πισίνα και τα τρίβω, το ένα με το άλλο, πολύ αργά, το κεφάλι προς τα πίσω, τα μάτια ανοιχτά πίσω από τα γυαλιά ηλίου, και μιλάω για τη γάτα μου με την αρραβωνιαστικιά σου.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Η Εσπίδο Φρέιρε γεννήθηκε στο Μπιλμπάο το 1974. Πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Έκανε το λογοτεχνικό της ντεμπούτο το 1988 με το μυθιστόρημα Irlanda. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της Παγωμένα ροδάκινα (μτφ. Αφροδίτη Κοσμά). Τελευταίο της βιβλίο το μυθιστόρημα La flor del Norte (2011).

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Poet4s - Ποι4τές

Cristian Alcaraz

Ο Κρίστιαν Αλκάραθ (Μάλαγα, 1990) σπουδάζει Ισπανική  Φιλολογία και Σκηνοθεσία και Δραματουργία στην Ανωτάτη Σχολή Δραματικής Τέχνης (ESAD) της Μάλαγας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Turismo de interior (εκδ. La Bella Varsovia, 2010), η οποία κέρδισε το Βραβείο Νεανικής Ποίησης Pablo García Baena, και La orientación de las hormigas (εκδ. Renacimiento, 2013), που πήρε το βραβείο Νεανικής Ποίησης Andalucía Joven Desencaja. Συμμετείχε, ακόμη, στον τομέα οπτικών τεχνών του διαγωνισμού MálagaCrea 2012. Έχει προσκληθεί σε πολλά φεστιβάλ, όπως το Cosmopoética, Ποιητές του κόσμου στην Κόρδοβα. Κάποια από τα ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά και ανθολογίες όπως La dolce Vita. Poesía y Cine (2010) ή Tenían veinte años y estaban locos (2011).

Κυριακή. Όγδοο κτήριο, 5ος όροφος, πόρτα Γ   

Ένας αετός απλώνει ορθάνοιχτα τα φτερά του πάνω από το τραπέζι
της τραπεζαρίας. Είναι ο παππούς μου κρεμασμένος στο διάδρομο
που με καληνυχτίζει. Μια λάμπα πέφτει ξαφνικά. 
Εκατομμύρια παιδιά παρακαλούν τον Θεό να φτάσουν στα δεκαεφτά τους δίχως όγκους.
Αλλά εγώ δεν μιλάω. Δεν μπορώ να μιλήσω μπροστά σε όλους αυτούς.

Τα αδέρφια μου πιπιλάνε τους αντίχειρές τους. Από την ταράτσα αρχίζουν να καταφθάνουν
οι ύαινες. Γρατζουνίζουν με τα νύχια τους τα γόνατά μου, καταβροχθίζουν ό,τι έχει
[απομείνει από το δείπνο.
Και φαίνεται αχνά να ξημερώνει πίσω από την κουρτίνα αλλά είναι η φωτιά.
Ακούω γέλια. Όλοι ασάλευτοι.

Η οικογένεια μου κατεστραμμένη και όλοι ασάλευτοι.
Αλλά  εγώ δεν μιλάω. Εγώ
Δεν μπορώ να μιλήσω.

Vanesa Pérez-Sauquillo

Η Βανέσα Πέρεθ-Σαουκίγιο (Μαδρίτη, 1978) έχει εκδώσει μέχρι στιγμής πέντε ποιητικές συλλογές, ορισμένες από τις οποίες έχουν βραβευτεί, ενώ έργα της περιλαμβάνονται σε αρκετές ανθολογίες σύγχρονης ποίησης  – όπως  El poder del cuerpo (εκδ. Castalia, 2009) ή Veinticinco poetas españoles jóvenes (εκδ. Hiperión, 2003).Τα τελευταία της βιβλία είναι τα Climax Road (εύφημη μνεία του βραβείου Adonáis και Βραβείο Ojo Crítico του Κρατικού Ραδιοφώνου της Ισπανίας το 2012), Bajo la lluvia equivocada (Βραβείο Νεανικής Τέχνης της Αυτοδιοικούμενης Περιφέρειας της Μαδρίτης, Hiperión, 2006) και Invención de gato (εκδ. Calambur, 2006). Ασχολείται ενεργά με τον εκδοτικό χώρο και τη μετάφραση, ειδικά παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας.

Δύο αποσπάσματα

Παιδιά μιας εύθραυστης εποχής.
Εποχής σαν πόδι αράχνης
στην κυκλική λιμνούλα
μιας άλλης εποχής

Πέτρα καθαρή από λάσπη.
Από το κλαδί
ο τοίχος είναι δρόμος.


Erika Martínez

Η Έρικα Μαρτίνεθ (Χαέν, 1979) είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας και πτυχιούχος Θεωρίας της Λογοτεχνίας. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, Color carne (εκδ. Pre-Textos, 2009), τιμήθηκε με το Βραβείο Νεανικής Ποίησης του Κρατικού Ραδιοφώνου της Ισπανίας. Έχει, επιπλέον, εκδώσει ένα βιβλίο με αφορισμούς: Lenguaraz (εκδ. Pre-Textos, 2011). Ως επιμελήτρια είναι υπεύθυνη για πολλές ανθολογίες ισπανών και λατινοαμερικανών σύγχρονων ποιητών οι οποίες εκδόθηκαν από τους εκδοτικούς οίκους Visor Libros, DVD  και το Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού. Το 2010 επιμελήθηκε τον τόμο Quiroga íntimo για τον εκδοτικό οίκο Páginas de Espuma. Σήμερα είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας.

Σσσς

Κάτι νέο ξεκινά με κάθε χειρονομία εγκατάλειψης,
το εξουθενωμένο χέρι του Θεού,
η ιδέα μετά το σελιδοδείκτη,
ο δείκτης του χεριού σου που άφησες
(ενώ κοιμόσουν, για να κοιμηθείς)
ξεχασμένο ανάμεσα στους γλουτούς μου
σαν κάποιον που ζητάει εξαντλημένος
ανακωχή: ησυχία, παρακαλώ.


Raúl Díaz Rosales

Ο Ραούλ Ντίαθ Ροσάλες (Μάλαγα, 1979) είναι διδάκτωρ Ισπανικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Μάλαγας. Έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη μετάφραση λογοτεχνίας και κειμένων από τις ανθρωπιστικές επιστήμες (Πανεπιστήμιο της Μάλαγας) όσο και στις εκδόσεις (Grupo Santillana/Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα). Μαζί με τον Ramón Díaz Guerrero έχουν δημιουργήσει και δημοσιεύσει τη σειρά μονογραφιών ποιητικής δημιουργίας Catálogos de Valverde 32 (www.catalogosdevalverde32.es). Υπήρξε στο παρελθόν σύμβουλος σύνταξης στο περιοδικό Robador de Europa, υπό τη διεύθυνση του Francisco Ruiz Noguera, που εξέδιδε το Πανεπιστήμιο της Μάλαγας. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία Teoría de las grietas (Βραβείο MálagaCrea, 2007) και Elige tu último aniversario (2008).

Απόγευμα

Ο άνεμος οχυρώνεται στη βεράντα. Έχει κλειστεί, δίχως δεύτερη σκέψη, εύθραυστη αυτοκρατορία σε αναζήτηση βαρβάρων. Το φως είναι μια νεκρή αρτηρία που μας υποχρεώνει να αγγιχτούμε, να ανακρίνουμε το δέρμα για να καταλάβουμε όλα όσα δεν είναι απαραίτητα. Μπορούμε να μείνουμε στο δωμάτιο μου. (Μας πολιορκεί πια τόσος χειμώνας).

Λες πως πάντα θα υπάρχουν χειρότερες μέρες, αλλά το να σκέφτεσαι έτσι δεν είναι αρκετό: εμείς δεν είμαστε πια η απάντηση.

Ένα οικογενειακό μίσος μάς ψυχαγωγεί. Εγώ ξέρω ότι εσύ είσαι εσύ γιατί τρέμω, συμφιλιώνομαι με τα πράγματα γύρω σου. Δεν ξέρεις ότι είμαι εγώ, σου αρκεί όμως μια ακριβής οικειότητα, γάντι χειρουργού πριν την τομή.

Το κρύο είναι το σχέδιο του  μέλλοντος. Αυτό το απόγευμα θα είναι σαν όλα τα άλλα που θα έρθουν. Πρέπει να προετοιμάσουμε καλά την ρουτίνα τους. Ένα εξημερωμένο πάθος, μια ανάμνηση δίχως αγκυροβόλι. Ένας κουρασμένος άνεμος δίχως ένταση.

Κοιτάζουμε το παράθυρο, αυτό που μας προσφέρει. Η πραγματικότητα αρχίζει να είναι ένα  εναλλακτικό σχέδιο.


Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Μετάφραση από τα Ισπανικά στα Ελληνικά» που διδάσκει ο επίκουρος καθηγητής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΑΠΘ «Διερμηνεία και Μετάφραση», κατεύθυνση Μετάφρασης και του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ακαδημαϊκό έτος 2012/13. Συμμετείχαν οι σπουδαστές και σπουδάστριες Οδυσσέας Βαγγελάς, Χρύσα Γρηγοριάδου, Ρομίνα Κηπουρίδου, Νικολέτα Κουμουρίδου, Χριστίνα Μυλωνά, Σοφία Ορφανίδου, Κατερίνα Παπανικολάου, Βενετία Ποσταντζόγλου, Κατερίνα Τσακίρη.


Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Conciencia plena του Juan Ramón Jiménez σε δύο εκδοχές

CONCIENCIA PLENA

 Tú me llevas, conciencia plena, deseante dios,
por todo el mundo.
                        En este mar tercero,
casi oigo tu voz; tu voz del viento
ocupante total del movimiento;
de los colores, de las luces
eternos y marinos.

 Tu voz de fuego blanco
en la totalidad del agua, el barco, el cielo,
lineando las rutas con delicia,
grabándome con fúljido mi órbita segura
de cuerpo negro
con el diamante lúcido en su dentro

Juan Ramón Jiménez (Animal de fondo, 1949)


 ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΠΛΗΡΗΣ

 Ἐσύ μέ φέρεις, συνείδηση πλήρης, ἐπιθυμητέ θεέ,
σ’ ὃλο τόν κόσμο.
                        Σ’ αὐτή τήν τρίτη θάλασσα,
σχεδόν ἀκούγω τή φωνή σου· τή φωνή σου τοῦ ἀνέμου
πού κατέχει τελείως τήν κίνηση·
τῶν χρωμάτων, τῶν φώτων
τῶν αἰώνιων καί θαλασσινῶν.

 Ἡ φωνή σου ἀπό ἄσπρη φωτιά
μέσα σέ ὃλα τά νερά, τό καράβι, ὁ οὐρανός,
εὐθυγραμμίζοντας τίς στράτες ἐρατεινά
χαράζοντάς με ἀστράφτοντας τήν σταθερή τροχιά μου
μαύρου σώματος
μέ τόν φαεινόν ἀδάμαντα ἐντός του.

Μετάφραση Κώστας Ε. Τσιρόπουλος (1984)


 ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΠΛΗΡΗΣ

Εσύ με μεταφέρεις, συνείδηση πλήρης, επιθυμούντα θεέ,
σε όλον τον κόσμο.
                         Εδώ στην τρίτη θάλασσα,
σχεδόν ακούω τη φωνή σου• τη φωνή σου από άνεμο,
ολοκληρωτικό κάτοχο κάθε κίνησης•
από φώτα και από χρώματα
αιώνια και θαλάσσια.

 Η φωνή σου από λευκή φωτιά
μες στην ολότητα του νερού, το πλοίο, ο ουρανός,
διατρέχοντας με απόλαυση τις ρότες,
χαράσσοντας με λάμψη τη βέβαιη τροχιά μου
μαύρου σώματος
με το φωτεινό διαμάντι εντός του.

Mετάφραση Άννα Βερροιοπούλου (2011)

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Εργαστήριο μετάφρασης μικροπαραμυθιών του Armando Quintero

Un lugar en el bosque
Κάπου στο δάσος

Lobo Abuelo cuenta cuentos

Lobo Αbuelo cuenta cuentos.
Cambia el cuerpo, las patas, los aullidos...
¡Cómo cambia y cuánto cambia en cada cuento!
Todos lo ven hacerse grande y gordo como un oso que roza su cabeza con las nubes. Todos lo ven hacerse pequeño e inquieto como una pulga que vive en un bosque de árboles pequeños, de hojas y raíces pequeñas.
Lobo Αbuelo cuenta cuentos y hace que todos viajen al bosque donde todo es posible, hasta los gritos del silencio.

Ο Παππούς Λύκος λέει παραμύθια


Ο Παππούς Λύκος λέει παραμύθια.
Αλλάζει σώμα, πόδια, ουρλιαχτά…
Πώς αλλάζει και πόσο αλλάζει σε κάθε παραμύθι! 
Όλοι τον βλέπουν να γίνεται μεγάλος και χοντρός σαν αρκούδα που το κεφάλι της τα σύννεφα αγγίζει. Όλοι τον βλέπουν να γίνεται μικρός κι ανήσυχος, σαν ψύλλος που ζει σ’ ένα δάσος, με μικρά δέντρα, μικρά φύλλα και ρίζες.
Ο Παππούς Λύκος λέει παραμύθια και τους κάνει όλους να ταξιδεύουν  στο δάσος, όπου όλα είναι πιθανά, ακόμα και οι κραυγές της σιωπής.

Muchachita del bosque

Escucha -dijo Lobo Grande a Lobo Pequeño-. Y pon mucha atención. Si por ese sendero pasa una niña con una cesta y una caperuza de este color -le mostró unas guindas-, ni le hables. ¡Es un ser muy peligroso! Esa muchachita tuvo mucho que ver con el triste final de tu tatarabuelo.

Το κοριτσάκι του δάσους

«Άκου», είπε ο Μεγάλος Λύκος στον Μικρό Λύκο, «και πρόσεξέ με καλά. Αν απ’ αυτό το μονοπάτι περάσει μια μικρή μ’ ένα καλάθι κι ένα σκούφο σ’ αυτό το χρώμα», του έδειξε κάτι βύσσινα, «μην τυχόν και της μιλήσεις. Είναι πολύ επικίνδυνο πλάσμα! Αυτό το κοριτσάκι είχε μεγάλη ανάμειξη στο θλιβερό τέλος του προπροπάππου σου».

Temor de lobito

El sol brillaba en un cielo. Loba Abuela entró en la guarida y preguntó:
Lobo Chiquitito, ¿has visto qué tarde? Estupenda para jugar en el bosque.
Ya lo sé.
Entonces, ¿qué haces ahí medio escondido?
Medio escondido, no. Escondido. ¿Piensas que voy a salir a jugar en una tarde así? ¡Ni loco! ¡Seguro que el bosque está lleno de niños!

 Το Λυκάκι και ο φόβος του

Ο ήλιος έλαμπε σε κάποιον ουρανό. Η Γιαγιά Λύκαινα μπήκε στην φωλιά και ρώτησε:
«Μικρούλη Λύκε, είδες τι ωραία μέρα έχει έξω; Καταπληκτική για να παίξεις στο δάσος».
«Ναι, το ξέρω».
«Και τότε, τι κάνεις εκεί μισοκρυμμένος;»
«Μισοκρυμμένος; Κρυμμένος είμαι. Νομίζεις ότι θα βγω να παίξω μια τέτοια μέρα; Δεν τρελάθηκα! Σίγουρα το δάσος θα ’ναι γεμάτο παιδάκια!»

Por un amigo

¿Qué haces con esa pinta? -preguntó Lobo Abuelo a Lobo Pequeño.
Estaba blanco de punta a rabo, y con el pelo rizado.
Y colgado al cuello, con un lazo verde, llevaba un cencerro.
Esta tarde quiero jugar en la pradera con mi mejor amigo. Pero su padre ni me deja que me acerque al rebaño. Dice que los lobos no pueden jugar con los corderos.

Για χάρη ενός φίλου


«Πώς έγινες έτσι;», ρώτησε ο Παππούς Λύκος τον Μικρό Λύκο.
Ήταν άσπρος από την κορφή ως τα νύχια, με κατσαρωμένο τρίχωμα.
Και στο λαιμό του, με πράσινη κορδέλα, κρεμόταν μια κουδούνα.
«Σήμερα το απόγευμα, θέλω να παίξω στο λιβάδι με τον καλύτερό μου φίλο. Αλλά ο πατέρας του ούτε που μ’ αφήνει να πλησιάσω το κοπάδι. Λέει ότι  οι λύκοι δεν μπορούν να παίζουν με τα πρόβατα».

Guardar secretos

Lobo Abuelo, tengo que contarte un secreto -le dijo al oído Lobo
Chiquitito-. El corazón de Lobo Pequeño parece una cajita de música. Silba como una codorniz, ulula como un búho, canta como un gallo... Ni siquiera necesita cuerda. ¿Y sabes por qué? Porque está enamorado. Me lo dijo él. Me pidió que no se lo contase a nadie, pero me dolía la punta de la lengua y me temblaban las patas. Podrás guardar su secreto, ¿verdad?

Κρατάς μυστικό;

«Παππού Λύκε, έχω να σου πω ένα μυστικό» του είπε στο αυτί ο Μικρούλης Λύκος. «Η καρδιά του Μικρού Λύκου μοιάζει με μουσικό κουτί. Τρυλλίζει σαν ορτύκι, κρώζει σαν κουκουβάγια, λαλάει σαν πετεινός… Δεν χρειάζεται καν κούρδισμα. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είναι ερωτευμένος. Μου το είπε ο ίδιος. Μου ζήτησε να μην το πω σε κανέναν, αλλά μ’ έτρωγε η γλώσσα μου και τρέμαν τα ποδάρια μου. Μπορείς να κρατήσεις το μυστικό του, έτσι δεν είναι;»

Quintero, Armando: γεννήθηκε στην Ουρουγουάη το 1944. Διαμένει στη Βενεζουέλα από το 1978. Είναι αφηγητής παραμυθιών και συγγραφέας. Η συλλογή μικροπαραμυθιών Un lugar en el bosque εκδόθηκε στη Σεβίλλη (Kalandraka, 2004).

Η μετάφραση μικροπαραμυθιών από τη συλλογή Κάπου στο δάσος του Αρμάντο Κιντέρο είναι προϊόν εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης που οργάνωσε και συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Πήραν μέρος οι: Αθανασία Aνδρομανέτσικου, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Σπύρος Λαζάρου, Αναστασία Παπαδοπούλου, Μαριλένα Πατεριανάκη, Νικολέττα Ταμπαθάνη, María Luz Casero Catena, Almudena Laredo, Carmen Pura Perdomo Herrera. Το εργαστήριο ήταν πρωτοβουλία της Asociación de profesores de español e hispanistas en Grecia (ASPE).