Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Είκοσι μείον ένας αφορισμοί του Ennio Flaiano


Κάποτε πίστευα ότι το αντίθετο μιας αλήθειας είναι το λάθος και το αντίθετο ενός λάθους η αλήθεια. Σήμερα το αντίθετο μιας αλήθειας μπορεί να είναι μια άλλη αλήθεια εξίσου έγκυρη, και του λάθους ένα άλλο λάθος.
                                       
,.,.,.,.,
                 
Η ηλιθιότητα έχει κάνει τεράστια πρόοδο. Είναι ένας ήλιος που δεν μπορείς πια να κοιτάξεις κατάματα. Χάρη στα μέσα επικοινωνίας, δεν είναι πλέον η ίδια, τρέφεται από άλλους μύθους, πουλάει πάρα πολύ, έχει γελοιοποιήσει την κοινή λογική, σπέρνει τον τρόμο γύρω της.
                                       
,.,.,.,.,


Στον έρωτα πρέπει να μην έχεις ενδοιασμούς, να μην σέβεσαι κανέναν. Στην ανάγκη να μπορείς να πας στο κρεβάτι με την ίδια σου τη γυναίκα.
                                       
,.,.,.,.,

Από τότε που ο άνθρωπος έπαψε να πιστεύει στην κόλαση, έχει μετατρέψει τη ζωή του σε κάτι που μοιάζει με κόλαση. Είναι στη φύση του.
                                       
,.,.,.,.,

Οι μέρες που μένουν αξέχαστες στη ζωή ενός ανθρώπου είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Οι υπόλοιπες κάνουν μπούγιο.
                                       
,.,.,.,.,


Οι Ιταλοί σπεύδουν πάντα να συνδράμουν τον νικητή.

                                       
,.,.,.,.,


Το να σκεφτόμαστε τις καλές στιγμές του παρελθόντος δεν μας παρηγορεί γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι σήμερα θα ξέραμε να τις χειριστούμε με περισσότερη εξυπνάδα και να τις αξιοποιήσουμε καλύτερα.
                                       
,.,.,.,.,

Ο μοναδικός τρόπος να φερθείς ισότιμα σε μια γυναίκα είναι να την ποθείς σαν άντρα.
                                       
,.,.,.,.,

Ο πολύ πλούσιος άνθρωπος πρέπει να μιλάει πάντα για ποίηση ή μουσική και να εκφράζει βαθυστόχαστες σκέψεις, προσπαθώντας να φέρει σε δύσκολη θέση εκείνους που θα ήθελαν να τον θαυμάζουν για τα πλούτη του και μόνο.
                                       
,.,.,.,.,

H αγνότητα είναι το άπιαστο όνειρο των χυδαίων.
                                       
,.,.,.,.,

Τη σοβαρότητα μπορούμε να την εκτιμήσουμε μόνο στα παιδιά. Στους συνετούς ανθρώπους είναι η αντανάκλαση της παραίτησης.
                                       
,.,.,.,.,

Καταδικάστηκες σε ποινή ζωής. Η αίτηση χάριτος, απορρίφθηκε.
                                       
,.,.,.,.,

Όποιος απαρνείται το όνειρο πρέπει να μαλακίζεται με την πραγματικότητα.
                                       
,.,.,.,.,

Ο γάτος μου κάνει ό,τι θα ήθελα να κάνω κι εγώ, αλλά χωρίς να το κουράζει.
                                       
,.,.,.,.,

Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε μια ιδιοφυΐα είναι να γίνει κατανοητή.
                                       
,.,.,.,.,

Η τέχνη είναι επένδυση χρημάτων, ο πολιτισμός άλλοθι.
                                       
,.,.,.,.,

H φιλαργυρία είναι η πιο αισθησιακή μορφή εγκράτειας.
                                       
,.,.,.,.,

Η σύγχρονη εποχή τελείωσε. Ξεκινά ο μεσαίωνας των ειδικών. Σήμερα ακόμα και ο κρετίνος έχει εξειδίκευση.
                                       
,.,.,.,.,

Όταν η ματαιοδοξία καταλαγιάζει, ο άνθρωπος είναι έτοιμος να πεθάνει και αρχίζει να το σκέφτεται.
                                         



Ο Ένιο Φλαϊάνο (1910-1972) θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής κουλτούρας του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στην Πεσκάρα, όμως σύντομα εγκαταστάθηκε στη Ρώμη όπου εργάστηκε ως κριτικός θεάτρου και κινηματογράφου. Έγραψε θεατρικά και κινηματογραφικά σενάρια και συνεργάστηκε σε πολλές ταινίες με μεγάλες μορφές του ιταλικού κινηματογράφου (Φελίνι, Μονιτσέλι, Αντονιόνι κ.ά.). Στα έργα του πραγματεύεται με ύφος πεσιμιστικό και συχνά ειρωνικό τις παράδοξες όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας. Διακρίθηκε με το Βραβείο Strega το 1947 για το μοναδικό του μυθιστόρημα με τίτλο Τempo di uccidere.




Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Θεωρίας της Μετάφρασης ΙΙΙ» το οποίο δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ιταλική Γλώσσα και Πολιτισμός» του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ (κατεύθυνση Μετάφραση, Διερμηνεία και Επικοινωνία) κατά τα ακαδημαϊκό έτος 2011-2012. Συμμετείχαν οι φοιτήτριες και οι φοιτητές: Χριστόδουλος Αβρααμίδης, Κυριακή Γρίβα, Ξένια Εμμανουήλ, Χρυσή Καλογιαννίδου, Μαριάννα Καπετανίδου, Νικόλαος Μάρκου, Κατερίνα Παπανικολάου, Γεώργιος Παππάς, Βαλεντίνα Σάντα, Ματίνα Σιαμήτρα, Ειρήνη Τερζοπούλου, Μαρία Τυμβίου.    

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Μικροδιήγημα της Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη


ΔΕ ΛΕΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙ


Επιστρέφει. Επίμονα. Άλλοτε με ξεσήκωνε, με άναβε, με ενθουσίαζε, μου έφτιαχνε τη μέρα. Δεν ήταν ανάγκη να σε δω ή να σε αγγίξω. Μόλις ερχόταν εκείνη, το κόλπο έπιανε: ταχυπαλμία, ευτυχία, χαμόγελα στον αέρα. Μα όλα χάθηκαν. Κι όλο της λέω να φύγει και να μην ξανάρθει. Δεν τη θέλω άλλο εδώ τη σκέψη σου.





Η Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και σπούδασε μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα. Ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση «τεχνικών» κειμένων από τα αγγλικά και τα γαλλικά και ισπανόφωνης λογοτεχνίας από το 2000. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, έργα των Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες και Χουάν Ραμόν Χιμένεθ.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

12 + 1 εκδοχές του "Abrazo sin cifra" της B.B.P. Bethancourt

Πρωτότυπο

Abrazo sin cifra

Y te quiere la abrumadora ira
que se niega a hacer este viaje hacia la muerte,
sin haber logrado ese instante de ternura
que la redima en la eternidad.


Εκδοχή Ι

Αγκαλιά δίχως νούμερο

Ακόμη και η εξαντλητική οργή σ' αγάπησε
αυτή που αρνιέται το ταξίδι να κάνει προς τον θάνατο
δίχως την στιγμή της τρυφερότητας να κερδίσει
εκείνης που λύτρωση στην αιωνιότητα μοιάζει.


Εκδοχή ΙΙ

Αγκαλιά χωρίς νούμερο

Και σε ποθεί η κουραστική οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι μέχρι το θάνατο,
χωρίς να έχει πετύχει εκείνη την τρυφερή στιγμή
που η αιωνιότητα εξαργυρώνει.


Εκδοχή ΙΙΙ

Απέραντη αγκαλιά

Και σε θέλει η αβάσταχτη οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι προς το θάνατο
χωρίς να έχει καταφέρει εκείνη τη στιγμή τρυφερότητας
να βάλει τέλος στην αιωνιότητα.



Εκδοχή ΙV

Αγκαλιά χωρίς αρίθμηση

Και σ’ αγαπά η συντριπτική οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι προς τον θάνατο,
δίχως να έχει επιτύχει εκείνη την στιγμή τρυφερότητας
που την λυτρώνει στην αιωνιότητα.



Εκδοχή V

Αγκαλιά  χωρίς αριθμό

Και σ' αγαπάει η συντριπτική οργή
που αρνείται να κάνει το ταξίδι προς το θάνατο
χωρίς να έχει βρει τη στιγμή   της  τρυφερότητας
που θα τη λυτρώσει στην αιωνιότητα.



Εκδοχή VΙ

Αγκαλιά χωρίς αριθμό

Και σε θέλει η συνταρακτική οργή
που αρνείται να κάνει  αυτό το ταξίδι προς το θάνατο,
χωρίς να έχει επιτύχει αυτή τη στιγμή τρυφερότητας
που θα τη σώσει στην αιωνιότητα.


Εκδοχή VIΙ

Αγκαλιά δίχως νούμερο

Και σε θέλει η ακατανίκητη οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι προς το θάνατο,
δίχως να έχει κατακτήσει εκείνη τη στιγμή τρυφερότητας
που θα την εξιλεώσει στην αιωνιότητα.



Εκδοχή VIIΙ


Ανυπόγραφη αγκαλιά

Θέλεις ν' αρνηθεί ο συντριπτικός θυμός να ταξιδέψει στο θάνατο,
πριν κατορθώσει να ζήσει αυτήν τη μοναδική τρυφερή στιγμή,

αυτήν που θα εξαργυρώσει την αιωνιότητα.



Εκδοχή ΙX


Αγκαλιά χωρίς αριθμό

Και σε θέλει η συνταρακτική οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι προς το θάνατο,
χωρίς να έχει κατακτήσει αυτή τη στιγμή τρυφερότητας
που να την εξιλεώνει στην αιωνιότητα.



Εκδοχή X


Αγκαλιά χωρίς σχήμα

Και σ’αγαπά ο φοβερός θυμός
που αρνείται να ταξιδέψει προς το θάνατο,
χωρίς να’χει ζήσει  εκείνη την τρυφερή στιγμή

που θα του χαρίσει την αιωνιότητα.



Εκδοχή XΙ


Αγκαλιά χωρίς αντίτιμο

Και σε θέλει η συντριπτική οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι προς το θάνατο,
χωρίς να έχει επιτευχθεί εκείνη η στιγμή τρυφερότητας

που την απελευθερώνει στην αιωνιότητα.



Εκδοχή XIΙ


Χαιρετισμός χωρίς νούμερο

Και σε αγαπάει η αβάσταχτη οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι προς τον θάνατο,
χωρίς να έχει εκπληρώσει εκείνη την στιγμή τρυφερότητας

που να την λυτρώσει στην αιωνιότητα. 



Τελική εκδοχή



Αγκαλιά δίχως αρίθμηση

Και σε θέλει η αβάσταχτη  οργή
που αρνείται να κάνει αυτό το ταξίδι προς το θάνατο,
δίχως να έχει κατακτήσει εκείνη τη στιγμή τρυφερότητας
που τη λυτρώνει στην αιωνιότητα. 

><><><><><><>< 

Η μετάφραση ποιημάτων της παναμέζας ποιήτριας Β.Β.Ρ. Bethancourt είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που οργάνωσε και συντόνισε ο Αναπληρωτής Καθηγητής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στις 16 Ιουνίου 2014 με τη συμμετοχή της ποιήτριας. Συμμετείχαν οι:


Οδυσσέας Βαγγελάς, Νανά Γεροντοπούλου, Ρομίνα Κηπουρίδου, Γεώργιος Μανιώτης, Κατερίνα Παπανικολάου, Σοφία Παρτσανάκη, Βενετία Ποσταντζόγλου, Μαρία Ρίζου, Κατερίνα Τσακίρη, Τάσος Τσουμάνης, Ματθίλδη Σιμχά, Λίνα Χατζηκυριάκου, Σταύρος Χατζής.


Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

La literatura española a principios del siglo XXI. Diversidad y pluralismo, por Konstantinos Paleologos

La literatura española, a lo largo del siglo XX, vivió, como en ningún otro momento de su historia, bajo la influencia y el peso de las llamadas “generaciones literarias”, un término que, según José Carlos Mainer (1982: 218), sirve “para designar el ingreso en la historia de grupos de cierta coherencia que durante un plazo más o menos corto dan de un modo común diferentes testimonios de lo que les rodea”. Desde el modernismo hispanoamericano, de Rubén Darío y Antonio Machado, a finales del siglo XIX, hasta la generación X de Ray Loriga o Ángel Mañas, a mediados de la década de los 90, los literatos españoles han sido ordenados, encasillados, examinados y presentados a la luz de tan arbitrario y dudoso, pero a la par tan necesario para los estudiosos del fenómeno, procedimiento. Entre estos dos puntos hubo multitud de paradas intermedias: la generación del 98 (Miguel de Unamuno, Ramón del Valle-Inclán), la generación novecentista (Juan Ramón Jiménez, Ramón Gómez de la Serna), la generación del 27 (Federico García Lorca, Rafael Alberti), la generación del 36 (Miguel Hernández), el realismo social de los años 50 (Ignacio Aldecoa, Rafael Sánchez Ferlosio), el experimentalismo de los 60 (Juan Goytisolo, Juan Benet), los novísimos de los 70 (Leopoldo María Panero, Guillermo Carnero), la nueva narrativa de los 80, (Antonio Muñoz Molina, Javier Marías), los postnovísimos (Blanca Andreu, Luis García Montero), etc. Las razones del empleo de esta fragmentación son múltiples, al igual que lo son las objeciones en contra de dicho procedimiento, no obstante el motivo más importante, de todos los que justifican esta separación artificial, no deja de ser la necesidad de los críticos e historiadores literarios de organizar sobre el papel, a base de criterios tales como el estilo o la temática, la fecha o el lugar de nacimiento la realidad literaria circundante, organizar por tanto, o por lo menos pretender hacerlo, un fenómeno que por naturaleza es, afortunadamente, caótico y variopinto.
            Tal como se ve en esta sucinta presentación de las distintas generaciones literarias que dominaron la escena literaria española del siglo XX, tanto en el terreno de la poesía como en el de la prosa, hace más de una década que no se ha inventado un nuevo marbete, una nueva etiqueta que agrupe a un considerable número de escritores de supuestas o reales afinidades literarias o simplemente biográficas. En el terreno de la poesía el último intento data de finales de los 80 con los postnovísimos y la poesía de la experiencia (Luis García Montero, Julio Martínez Mesanza, Juan Cobos). Pero como mantienen varios estudiosos, entre ellos Julia Barella (1998), resultaría confuso y ambiguo seguir utilizando a finales del siglo XX principios del XXI esta denominación. Araceli Iravedra (2003) sostiene que en estos momentos existe en España, entre otros, un emergente grupo de poetas radicales, marginales y heterodoxos que cuestionan la poesía de la experiencia con una voluntad de restauración de un compromiso con lo público. Y claro, ya no se habla de generaciones o corrientes sino de colectivos, como el llamado “Alicia bajo Cero” o núcleos como el valenciano o el onubense. En esta línea, la de presentación colectiva pero sin etiquetas, se mueve también Guillermo Ruiz Villagordo que en su antología Andalucía Poesía Joven (Córdoba, Plurabelle, 2004), presenta poemas de 20 jóvenes poetas andaluces nacidos a partir de 1976 pero sin ninguna pretensión de descubrir una nueva generación: “una antología de poesía joven no puede constituir un canon. Por mucho éxito que pueda alcanzar, éste sólo podrá elevarla a la categoría de hito, lo que es muy distinto. Su objetivo será siempre mostrar determinadas opciones estéticas, líneas poéticas o creativas, que seguirán su curso en el futuro hacia un destino desconocido para todos, críticos y poetas”.
            En el terreno de la narrativa el último, hasta la fecha, intento de agrupación masiva tuvo lugar a mediados de los 90: hablamos de la generación X (nombre tomado del título de la homónima novela de Douglas Coupland), es decir, la generación de los escritores nacidos en torno a 1970. En realidad, y así lo califica la mayoría de los críticos literarios, éste ha sido un “truco” publicitario de unas cuantas editoriales que han querido vender una narrativa provocativa y transgresora escrita por jóvenes y para jóvenes. Por supuesto, algo parecido, o sea, la existencia de un fuerte empuje editorial y publicitario, ocurrió con los jóvenes narradores españoles de los 80, pero no hay comparación con respecto al talento y la calidad literaria de una y otra generación (claramente superior la de los años 80) y tampoco con respecto a la orquestación publicitaria que en el caso de la generación X fue mucho más determinante y agresiva, naturalmente para aprovecharse en aquella época del tirón de la literatura joven-rebelde en otros países europeos (Francia, Italia, etc.). La pregunta que formula, desde las páginas del diario El Mundo, ya en 1997, el crítico literario Fernando Valls, hablando de la generación X, dice mucho de la trayectoria de este “grupo” en el mundo literario español: “¿Recuerda alguien quiénes eran?”, (2003: 75).
            Desde entonces, pues, y ya está a punto de cumplirse casi una década, no se ha vuelto a hablar del descubrimiento de ninguna nueva generación. El crítico literario del periódico El Mundo, Ángel Vivas, en esta misma ciudad, en Atenas, hace tres años, con motivo de la participación de España como país invitado de honor en la Feria de Libro de 2002, se preguntaba:“¿Se adivina en España algo parecido a una generación dentro de la variedad y multiplicidad actuales?”. La pregunta era, evidentemente, retórica puesto que Vivas es uno de los más significativos expertos en esta materia. Su respuesta, pues, era que en algunos de los autores surgidos en los últimos años 90, que andan ahora por los cuarenta años, son fácilmente perceptibles algunas características comunes, tales como un culturalismo de fondo, bien asimilado y puesto al servicio de la narración antes que usado con intención de deslumbrar, un notable sentido del humor, libertad para transgredir géneros o parodiarlos, la lograda síntesis entre voluntad de estilo y atención a tramas bien definidas, pero considera que es difícil, si no imposible, hablar de la aparición de una nueva generación literaria, tal como ésta se entendía anteriormene.
            La no referencia a una nueva generación no significa, por supuesto, la falta de nuevos nombres en el panorama literario español de nuestros días. Todo lo contrario. Son tantos los nuevos nombres y tan vertiginoso el ritmo de su aparición que casi imposibilita, anula, cualquier intento de los historiadores y críticos literarios de organizar a base de generaciones el objeto de sus estudios. Si a esto añadimos la cantidad de escritores, pertenecientes a generaciones anteriores, que siguen en activo, entendemos la riqueza y la profundidad de la literatura española actual. Según señala Fernando Valls (2003) “una literatura normal, y la española empieza a serlo ahora como nunca antes lo había sido, tiene que tener escritores de todo tipo, pero hay que saber distinguir qué es cada cosa y dónde está cada uno”. En este aspecto la literatura española actual es una literatura plural ya que cuenta con escritoras y escritores de diversos estilos literarios y por supuesto de diferentes edades. Además nadie ha dicho que la literatura sea una carrera de velocidad en la que priman la explosividad y el rápido arranque. Se parece más a una carrera de fondo que requiere constancia y paciencia. Bajo este punto de vista en la España de hoy conviven “maratonianos” como el casi centenario José Antonio Muñoz Rojas (Málaga, 1909), representante de los poetas de la generación del 36, o el patriarca de la narrativa española Miguel Delibes (Valladolid, 1920) con “corredores de fondo o de medio fondo” como Juan Marsé, Luis Goytisolo, Eduardo Mendoza, Juan José Millás, Rosa Montero, Julio Llamazares, por referirnos sólo a unos pocos de los escritores de promociones anteriores que no sólo siguen en activo, sino diríamos que son los que más atraen actualmente el interés del público lector, tanto español como extranjero, de los críticos y de los traductores, y, por supuesto, con “velocistas” como el murciano Antonio Lucas (1975), el asturiano Martín López Vega (1975), el cacereño David Eloy Rodríguez Ramajo (1976) o el jovencísimo, nacido en 1981, cordobés Luis Gámez entre los poetas e Isaac Rosa (Sevilla, 1974), Espido Freire (Bilbao, 1974), Joaquín Pérez Azaústre (Córdoba, 1976), el madrileño Diego Morón (1975) y muchísimos más entre los narradores. Es verdad que entre los primeros escritores mencionados y los más recientes hay una distancia temporal de muchas décadas de vida que les separa, pero, al mismo tiempo, les unen miles de escritores y obras, las que median entre Versos de retorno de Muñoz Rojas, publicado en 1929 o La sombra del ciprés es alargada de Delibes de 1947, por referirnos a dos obras de los escritores anteriormente citados, y Cazadores de no mundos la excelente novela del barcelonés Antoni García Porta que obtuvo hace poco el Premio Novela Café Gijón 2005 (un premio, por cierto, con buen olfato literario). Todas estas obras y todos estos autores y autoras componen el mosaico de la literatura española contemporánea.
            Hemos señalado anteriormente que el gran número tanto de escritores noveles como de escritores generalmente en activo en combinación con el inagotable abanico de estilos y temas, no permite, según nuestro punto de vista ni por asomo un serio esfuerzo de agrupación bajo determinados marbetes. La misma perplejidad y desconcierto se detecta asimismo en reiterados intentos de periódicos y revistas literarias de presentar un panorama organizado de la literatura española actual. Nos referimos brevemente a dos ejemplos: en 2003 el diario El Mundo dirigió la siguiente pregunta a críticos literarios y responsables de casas editoriales: “¿Quiénes son, según su opinión, los más interesantes jóvenes narradores españoles de este momento?”. Los encuestados mencionaron en total los nombres de más de cuarenta escritores. Pues bien, de ellos sólo cuatro obtuvieron dos votos y uno, el galardonado con el Premio Nacional de Narrativa de 2002, Unai Elorriaga (Algorta, 1973), obtuvo tres. Dos años más tarde, es decir, el verano pasado, la revista literaria Leer dedicó un número entero al mundo literario actual. Dos de los artículos de la revista, firmados los dos por José María Plaza, procuran presentar, respectivamente, la realidad de la narrativa y poesía actuales. Por una vez más detectamos la falta de cualquier criterio agrupador. Se dice de los jóvenes narradores examinados, todos menores de los 35 años: “Han dejado atrás la generación X y se mueven con desparpajo, alegría, amistad, aunque cada uno por su lado y con cierta confusión, en busca de su camino”, (2005: 86). Con respecto a los poetas jóvenes presentados, Plaza aclara lo siguiente: “No son estos los únicos o los mejores poetas jóvenes. También hay otros. Pero había que elegir entre una nómina amplia, viva, cambiante, confusa y sin una perspectiva que dé distancia y volumen”, (2005: 100).
            Amplia, viva, cambiante y confusa, ésta es la realidad de la literatura española actual y, claro, esto, según nuestro entender, hace poco o nada funcional el empleo de una herramienta metodológica como las “generaciones” para explicar la evolución literaria puesto que éstas “hipertrofian la homogeneidad de un período dado, olvidándose de su carácter polifónico y lleno de contradicciones” (V.Alexiou, 1994). Otra cosa es el nivel literario alcanzado, pero ésta es una conversación muy larga y hay respuestas para todos los gustos. De momento sólo una cosa podemos garantizar: habrá más, muchos más escritores y escritoras en el futuro. Ya lo decía el inolvidable José Hierro en su tiempo “No son éstas las únicas palabras: hay otras”.

BIBLIOGRAFÍA

·         AA.VV., “La novela que viene”, www.elmundo.es/elmundolibro marzo de 2003.
·         Alexiou, Vassilios, Vanguardia histórica y periferia. Salamanca: Universidad de Salamanca, 1994.
·         Barella, Julia, “De los novísimos a la poesía de los 90”, Clarín, número 15, 1998, pp. 13-18.
·         Iravedra, Araceli, “Radicales, marginales y heterodoxos en la última poesía española”, en V° Congreso Internacional Orbis Tertius de Teoría y Crítica Literaria, 13 al 16 de agosto de 2003, La Plata, disponible en http://www.fuentesmemoria.fahce.unlp.edu.ar/trab_eventos/ev.39/ev .39.pdf.
.         Mainer, José Carlos, “El problema de las generaciones en la literatura española contemporánea”, Actas de IV Congreso Internacional de Hispanistas de 1971, Salamanca, 1982.
·         Plaza, José María, “Poetas de veintitantos”, Leer, número 164, julio-agosto de 2005, pp. 86-95.
·         Plaza, José María, “Los nuevos narradores españoles”, Leer, número 164, julio-agosto de 2005, pp. 100-108.
·         Ruiz Villagordo, Guillermo, Andalucía poesía joven, Córdoba: Plurabelle, 2004.
·         Valls, Fernando, La realidad inventada, Barcelona: Crítica, 2003.
·         Vivas, Ángel, “De la postguerra a la posmodernidad”, (texto inédito).


Conferencia promunciada por Konstantinos Paleologos en Atenas el 28 de noviembre de 2005, en el marco de la mesa redonda que, bajo el título "El fin de las generaciones", organizó el Instituto Cervantes de Atenas con la participación también de Enriqueta Antolín, Hipólito González Navarro y Javier Azpeitia.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Σύντομα διηγήματα του Γουίλιαμ Οσπίνα

+
δύο ποιήματα


ΤΟ ΣΠΑΘΙ
Το σπαθί στον καθρέφτη είναι ψευδαίσθηση: αλλά μπορεί να σκοτώσει τον άντρα στον καθρέφτη.

ΕΛΑΦΙΑ
Στο φεγγάρι υπάρχουν πολλά ελάφια, αλλά μόνο ένα κόκκινο. Τα λευκά ελάφια θα ήθελαν να το εξοντώσουν, γιατί φοβούνται ότι αυτή η αιμάτινη κηλίδα μέσα στη νύχτα θα ξυπνήσει τα δαιμόνια.
Αλλά τα δαιμόνια απλώς κάνουν πως κοιμούνται.

ΑΠΕΙΛΕΣ
«Θα σε καταβροχθίσω», είπε ο πάνθηρας.
«Κακό του κεφαλιού σου», είπε το σπαθί.

ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Δεν παίρνει μαζί του το θησαυρό που αφαιρεί.

ΠΟΕ
Ο Έντγκαρ Πόε κοίταξε τον καθρέφτη και μονολόγησε: «Αυτός ο άντρας στον καθρέφτη δεν υποφέρει: είναι ένας ηθοποιός που μιμείται τον πόνο μου».
Ο άντρας στον καθρέφτη μονολόγησε: «Αυτός ο άντρας δεν υποφέρει: κάνει πως υποφέρει ώστε να υποφέρω εγώ, ενώ τον μιμούμαι».

ΒΟΥΔΑΣ
Ο Βούδας είπε στην πηγή: «Εγώ είμαι σοφός και θείος, αλλά η δική σου γενναιοδωρία είναι αστείρευτη. Υπάρχει περισσότερο νερό στα σωθικά σου απ’ όση σοφία στην ψυχή μου». Για πολύ καιρό, η πηγή σταμάτησε να αναβλύζει, γιατί δεν ήθελε να είναι πιο γενναιόδωρη από τον Βούδα. Όταν το έμαθε ο Βούδας, έστειλε μεγάλη δίψα στους μαθητές του, για να μπορέσει η πηγή να προσφέρει το νερό της απλόχερα, δίχως τύψεις.

ΠΥΛΕΣ
Υπάρχουν τέσσερις πύλες. Η πρώτη, που είναι από χρυσάφι, οδηγεί στα δάση. Η δεύτερη, που είναι από νερό, οδηγεί στις πόλεις. Η τρίτη, που είναι από άμμο, σε βάζει εντός του νόμου. Η τέταρτη, που είναι από κερί, σημαίνει γυρισμό.

ΘΩΜΑΣ Ο ΑΚΙΝΑΤΗΣ
Καθώς ο Θωμάς ο Ακινάτης πήγαινε προς τη Ρώμη, είδε να έρχεται ο εκλεκτός λαός.
«Σταθείτε», φώναξε, «η Ρώμη είναι στα νώτα σας».
«Άλλη είναι η πόλη που αναζητούμε», είπε μέσα από τη γενειάδα του ο πατριάρχης.
«Τίποτα δεν θα βρείτε προς αυτή την κατεύθυνση», αποκρίθηκε ο Θωμάς, «παρά μόνο λάσπη και άμμο. Η Ρώμη αντιθέτως είναι γεμάτη Ναούς και Αγγέλους».
«Δεν θέλουμε Ναούς και Αγγέλους», είπε ο πατριάρχης. «Θέλουμε λάσπη και άμμο για να τους φτιάξουμε».
Ο Θωμάς ο Ακινάτης συνέχισε το δρόμο του σιωπηλός. Δεν έφτασε όμως στη Ρώμη.

ΚΑΦΚΑ
Ο Κάφκα κρατάει στο χέρι ένα τριαντάφυλλο από στάχτη. Φυσάει πάνω του και η Πράγα εξαφανίζεται.
Ο Κάφκα κρατάει στο χέρι ένα τριαντάφυλλο από φωτιά. Φυσάει πάνω του και ο Κάφκα εξαφανίζεται.
Ο Κάφκα δεν κρατάει τίποτα στο χέρι του. Φυσάει πάνω του και εμφανίζεται ένα τριαντάφυλλο.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ
Ο Αλέξανδρος τότε μόνο κατάλαβε ότι το πεπρωμένο του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με εκείνο του Διογένη, όταν τον άκουσε να λέει στην Κόρινθο: «Την ίδια ώρα θα μας σκοτώσουν, Αλέξανδρε: εσένα αυτό που σου λείπει και εμένα αυτό που μου περισσεύει».

ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Μεσάνυχτα στη Νέα Υόρκη,
εκείνη, αναδυόμενη από τις θάλασσες του ονείρου,
ακούει τούτη τη λέξη, με γαλάζιο νερό φορτωμένη
σαν άλλο όνειρο: Αδριατική,
και πάνω σε μια σκακιέρα από φεγγάρι και σίδερο
θαρρείς βλέπει τα καράβια.

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΜΑΣ
Δεν βρίσκονται πουθενά,
είναι πια χορτάρι και αστέρια,
η σκιά τους όμως θολώνει τις λέξεις
και μόνο σπάνια έρχονται στο νου,
περιπλανώνται στις ψυχές μας, διεκδικώντας
ό,τι ποτέ δεν τους δώσαμε.
  
 ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΟΣΠΙΝΑ

Κολομβιανός ποιητής, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος. Γεννήθηκε το 1954. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Σαντιάγο του Κάλι. 
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Hilo de Arena (1986), La luna del Dragón (1992), El país del Viento (1992), ¿Con quién habla Virginia caminando hacia el agua? (1995) και África (1999). Το 2004 συγκέντρωσε όλο το ποιητικό του έργο στον τόμο Poesía 1974-2004.
Έχει εκδώσει τα δοκίμια: Aurelio Arturo (1991), Es tarde para el Hombre (1994), Esos extraños prófugos de Occidente (1994), Los dones y los méritos (1995), Un álgebra embrujada (1995), ¿Dónde está la Franja Amarilla? (1997), Las auroras de sangre (1999), Los nuevos centros de la esfera (2001), La decadencia de los dragones (2002), La herida en la piel de la Diosa (2003), La escuela de la noche (2007), En busca de Bolívar (2010), La lámpara maravillosa (2012).
Το 2003 κυκλοφόρησαν σε μετάφρασή του τα Σονέτα του Σαίξπηρ. Το 1992 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης από το Ινστιτούτο Πολιτισμού τις Κολομβίας, για το El  País  del  Viento, και το Βραβείο Δοκιμίου Ezequiel Martínez Estrada από την Casa de las Américas για το Los nuevos centros de la esfera.
Το 2005 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Ursúa, το πρώτο μέρος τις τριλογίας με θέμα τα πρώτα ταξίδια των Ευρωπαίων στον Αμαζόνιο, με το οποίο απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας τις Κολομβίας και το Βραβείο καλύτερου βιβλίου μυθοπλασίας το 2006. Το 2009 το δεύτερο μέρος τις τριλογίας, El país de la canela, απέσπασε το Διεθνές Βραβείο Μυθιστορήματος Rómulo Gallegos.
Το 2010 έγραψε το θεατρικό έργο Bolívar, fragmentos de un sueño, που ανέβηκε σε παραγωγή και σκηνοθεσία του Omar Porras. Το 2012 εκδόθηκε το τρίτο μέρος τις τριλογίας, La serpiente sin ojos. Με τις εκδόσεις Villegas Editores εξέδωσε τα δοκίμια América Mestiza και Érase una vez Colombia. Πρόσφατα ολοκλήρωσε μια νέα ποιητική συλλογή: Más allá de la aurora y del Ganges.
Τα μυθιστορήματα Ursúa και El país de la Canela, εκδόθηκαν στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο J. C. Lattés. To La serpiente sin ojos μεταφράστηκε στα αραβικά και εκδόθηκε στην Αίγυπτο το 2014.
Το νέο του δοκίμιο για την Κολομβία, Pa que se acabe la vaina, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Planeta το Νοέμβριο του 2013.

><><><><><><>< 
Η μετάφραση των μικροδιηγημάτων και των ποιημάτων του William Ospina είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας ABANICO κατά την περίοδο Μαΐου - Ιουνίου 2014 στο πλαίσιο του Festival LEA 2014. Η τελική επεξεργασία της μετάφρασης έγινε με την παρουσία του ποιητή. Συμμετείχαν οι:

Αθανασία Ανδρομανέτσικου, Νεφέλη Βουτσινά, Έφη Γιατράκη, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Ξένια Κακάκη, Βαγγέλης Καμπούνιας, Θεώνη Κάμπρα, Ασπασία Καμπύλη, Μιχάλης Τσούτσιας, Σοφία Φερτάκη.